ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ

ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ

"Το ψυγείο" του Copi
Σκηνοθεσία: Λοΐζος Καμπούρης

Συμπαραγωγή με την Ομάδα Μέτατρον

Ένα ψυγείο... Τρεις τρανς γυναίκες... Η υπηρέτρια Γολιάθα... Ένας ντετέκτιβ... Η δοκτορέσα Φρόιντ (Ψυχίατρος)... Η μητέρα... Ο Αρουραίος... και γενικά πολύς κόσμος!!!! 
Το μόντελινγκ... ο βιασμός... τα γενέθλια... η απόπειρα αυτοκτονίας... το αλκοόλ... τα ναρκωτικά... ο ζιγκολό... ο εκβιασμός... ο μεγάλος έρωτας!!!
...Μία παρανοϊκή κωμωδία!!!

 

Με όπλο την κωμωδία, ο Κοπί στο έργο του "Το Ψυγείο", μιλάει για το ρατσισμό λόγω φυλής, φύλου, την ομοφοβία, την τρανσοφοβία, τη μοναξιά και το θάνατο, ξεμπροστιάζοντας την υποκριτική κοινωνία που ζούμε και τα προσχεδιασμένα κοινωνικά πρότυπα δηθενικής ηθικής, στρουθοκαμηλισμού και απόλυτης μαζικής ομοιογένειας, με συλλογικό στόχο την κοσμική ζωή και λάμψη μιας εύπορης ζωής στημμένης, επιτηδευμένης καλής συμπεριφοράς σαλονιών!
Αναρχικός, ακραίος, περιθωριακός, αντισυμβατικός στη γραφή του, ενοχλεί, απωθεί, ξεσηκώνει, αγανακτεί, χρησιμοποιώντας την καυστική σάτιρα, το μαύρο χιούμορ, το χονδροκομμένο χιούμορ, το παράλογο, το γκροτέσκο, με χαρακτήρες βγαλμένους από κόμικς αγγίζοντας τα όρια του μη-θεάτρου κρύβοντας στον πυρήνα του συναίσθημα και ανθρωπιά. Απόκοσμος αλλά ταυτόχρονα τόσο καθημερινός.
Το "Ψυγείο" είναι μία γροθιά στον καθωσπρεπισμό! Μία ανάσα μέσα στη σχιζοφρενική κοινωνία που φτιάξαμε!

Ο Κοπί (Copi), ψευδώνυμο του Raul Damonte Botana, γεννήθηκε στο Buenos Aires το 1939 και πέθανε στο Παρίσι, όπου έμεινε και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, το 1987. Στα ισπανικά "copi" είναι το υποκοριστικό του "copo de nieve" που σημαίνει "νιφάδα χιονού".
Από το 1961 που εγκαταστάθηκε στο Παρίσι γίνεται διάσημος σε όλο τον κόσμο ως δημιουργός κόμικς, ενώ με το θέατρο καταπιάνεται πρώτα ως ηθοποιός και στη συνέχεια ως θεατρικός συγγραφέας.
Ο κομικογράφος Κοπί αφήνει πίσω του γύρω στα 15 θεατρικά κείμενα, νουβέλες και μυθιστορήματα, μεγάλο αριθμό κόμικς και λίγη ποίηση. Τα θεατρικά του έργα ανεβαίνουν στο Παρίσι από διάσημους σκηνοθέτες και ερμηνεύονται από σημαντικούς ηθοποιούς. Έχει μεταφραστεί και παιχτεί σε πολλές χώρες.
"Το Ψυγείο" ανέβηκε για πρώτη φορά στις 7 Οκτωβρίου 1983 στο Θέατρο Fontaine στο Παρίσι στα πλαίσια του Φεστιβάλ του Φθινοπώρου, με τον συγγραφέα στη σκηνοθεσία και στους ρόλους και σε σκηνικά και κοστούμια του Juan Stoppani.


Συντελεστές

Μετάφραση: Γιάννης Στεφάνου

Σκηνοθεσία: Λοΐζος Καμπούρης

Κοστούμια: Μάρθα Δημάκη, Σίσσυ Σουβατζόγλου

Πρωτότυπη μουσική: Σόνια Μπαξεβάνη, Γιάννης Πανέρης

Στίχοι τραγουδιού: Λοΐζος Καμπούρης

Φωτισμοί: Χρυσή Αραμπατζή (Aka Lab Architects)

Βοηθός σκηνοθέτη: Θοδωρής Τριφύλλης

Μακιγιάζ: Ευαγγελία Μανούρα

Γραφιστική σχεδίαση / Επεξεργασία φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Τσαγάνης 

Σκηνοθεσία trailer: Μιχάλης Ρουμπής / Διεύθυνση φωτογραφίας trailer: Αντώνης Κουνέλλας 

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Ιόλη Τσόλκα


Παίζουν οι ηθοποιοί

Λοΐζος Καμπούρης, Μένια Αναγνωστοπούλου, Σταύρος Μπαφέτης


Ευχαριστούμε τον Ανδρέα Τσορμπατζόγλου 


Πού και πότε 

Δώμα, από 15/4/2015 μέχρι 31/5/2015 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Μιχάλης Γιαλούσης, MixGrill.gr, 30/05/2015

Πόσο παράξενο μπορεί να είναι ένα «Ψυγείο»;

Στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου ένα «ψυγείο» ταράζει τους ανυποψίαστους θεατές. Ένα ψυγείο συνηθισμένο, όπως όλα τα άλλα, στέκεται απέναντι και σε κάνει να απορείς τι παράξενο μπορεί να κρύβει. 

Στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου ένα «ψυγείο» ταράζει τους ανυποψίαστους θεατές. Ένα ψυγείο συνηθισμένο , όπως όλα τα άλλα, στέκεται απέναντι και σε κάνει να απορείς τι παράξενο μπορεί να κρύβει. 

Μια τρανσέξουαλ παίρνει για δώρο την ημέρα των γενεθλίων της από τη μητέρα της ένα ψυγείο. Πώς τολμά αυτή η ξεδιάντροπη γυναίκα να κάνει ένα τέτοιο δώρο σε ένα πρώην μοντέλο; Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα ακολουθούν. Ο βιασμός, η απαγωγή της, η Γερμανίδα ψυχίατρος Δοκτορέσα Φρόυντ, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τα πολλά ναρκωτικά, η πιστή της υπηρέτρια Γολιάθα και ο ντετέκτιβ, η μητέρα της και το ψυγείο, ο έρωτας. Ο έρωτας και η αγάπη, που ποτέ δεν πήρε από κανέναν. Όλα και όλοι να κινούνται γύρω από το ψυγείο, αυτή την τόσο παγωμένη και τρομακτική συσκευή.

Ο Λοϊζος Καμπούρης, η Μένια Αναγωνστοπούλου και ο Σταύρος Μπαφέτης μάς συστήνουν το σουρεαλιστικό «Ψυγείο» του Κοπί (Copi). Ο Κοπί, μέσα από το συγκεκριμένο θεατρικό έργο, με τρόπο καυστικό και σουρεαλιστικό, καταδικάζει τη βιαιότητα της κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό. Χρησιμοποιώντας ως κεντρικό άξονα το ψυγείο, μια απλή και καθημερινή συσκευή, δείχνει τον πανικό και το φόβο που προκαλεί στους κεντρικούς ήρωες, καυτηριάζοντας τον πανικό και το φόβο της κοινωνίας απέναντι στους διαφυλετικούς και στους ομοφυλόφιλους. Ταυτόχρονα, γίνεται και μια αυτοκριτική στη ζωή τους, καθώς ο Κοπί ήταν ομοφυλόφιλος. Κριτική στην ασύδοτη χρήση των ναρκωτικών και του σεξ.

Ο Λοϊζος Καμπούρης, ο οποίος πρωταγωνιστεί αλλά και σκηνοθετεί την παράσταση, ανταποκρίνεται στις ανάγκες του Κοπί. Υποδυόμενος την τρανσέξουαλ είναι απολαυστικός σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ενώ ο μονόλογος που παρουσιάζει τη μοναξιά και την ανάγκη για αγάπη είναι συγκινητικός. Εξίσου απολαυστικός και ο Σταύρος Μπαφέτης στο ρόλο της Γολιάθα και της ψυχιάτρου, ενώ ευχάριστη είναι και η Μένια Αναγνωστοπούλου στην εναλλαγή των ρόλων.

«Το Ψυγείο» είναι μια παράσταση που έρχεται να μας θυμίσει ό,τι έχουμε ξεχάσει.  Όσο διαφορετικοί και αν είμαστε, όλοι είμαστε άνθρωποι . Όσο διαφορετικές και αν είναι οι καταστάσεις η αγάπη και ο πόνος είναι ίδιος για όλους. Το παγωμένο «Ψυγείο» με το μαύρο χιούμορ του προσπαθεί να αναθερμάνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε μια κοινωνία , που όλα έχουν παγώσει.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης, tvxs.gr, 20/04/2015

"Το Ψυγείο" του Copi στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

 

Ο Αργεντινός συγγραφέας, καρτουνίστας και ηθοποιός Ραούλ Νταμόντε Μποτάνα (Μπουένος Άιρες 1939 – Παρίσι 1987), γνωστός με το ψευδώνυμο Κοπί, δημιουργεί μια ιδιότυπη δραματουργία στην οποία δεσπόζει η έννοια του θανάτου ως μια μορφή ήπιου φόβου αλλά και πανικού. Εξ άλλου, ο πανικός μεταμορφώνεται στο έργο του Κοπί σε έκκεντρα πρόσωπα, ζώα και πράγματα, που ευθύνονται για τη δημιουργία έκκεντρων επίσης καταστάσεων. Τα στοιχεία αυτά σε συνάρτηση με τις εμμονές του συγγραφέα και με συγκεκριμένα κομβικά σημεία της εμπνεύσεως του, αποκρυσταλλώνονται σε διατυπωθείσα αισθητική, η οποία στο σύνολό της παραπέμπει στο γκροτέσκο, στο μακάβριο και ορισμένως στο μπουρλέσκο.

 
Από το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «Η Ημέρα μιας Ονειροπόλου» (1968) μέχρι το τελευταίο «Μία ανώφελη επίσκεψη» (1987), ο Κοπί ξεναγεί τον αναγνώστη/θεατή/ακροατή σε ένα χώρο φαντασιακό, χώρο του ονείρου και του εφιάλτη, όπου διαπλέκονται η αλήθεια με το ψέμα και το μυστικό με την απάτη. Ο μικρόκοσμος του Αργεντινού δημιουργού κινείται στον αστερισμό της παρωδίας της ζωής και του θανάτου. Ο συγγραφέας, με το ιδιότυπο χιούμορ και τον έρποντα κυνισμό του, «εξορκίζει» τη σοβαρότητα και τη σοβαροφάνεια των πραγμάτων.

Ο Κοπί γράφει το θεατρικό έργο «Το Ψυγείο» (1983) σημειώνοντας στις σκηνικές οδηγίες να αποδοθούν όλα τα πρόσωπα από έναν και μόνο ηθοποιό που θα μεταμφιέζεται διαρκώς εντός κι εκτός της σκηνής. Στην ουσία, το έργο είναι ένα αφήγημα που διατάσσει ποικίλες μορφές διαφορετικής προελεύσεως στη «χοάνη» του ψυγείου. Ο χώρος του ψυγείου εμφανίζεται ως πυκνωτής μιας ενέργειας που εκπορεύεται από διαφορετικά κέντρα εκπομπής της δυναμικής των προσώπων τα οποία απλώνονται σε πολυσχιδείς λειτουργίες, δυνάμεις και ιδεολογίες. Το κεντρικό πρόσωπο της αναφοράς παραπέμπει σε μια διαφυλική οντότητα (trans) γύρω από την οποία κινούνται, εν είδει δορυφόρων, οι σιλουέτες που αποτελούν εν τέλει το υπόβαθρο της ζωής μιας έκκεντρης προσωπικότητας. Ο ντετέκτιβ, ο εκδότης, η υπηρέτρια Γολιάθα, η ψυχίατρος, ο σκύλος, η μητέρα και ο αρουραίος κινούνται στην τροχιά των συμβολισμών καταλήγοντας στο παράδοξο, όπως το έχει περιγράψει κατά τρόπο ολοκληρωμένο στα σκίτσα του ο Κοπί. Ο ίλιγγος της εναλλαγής των εικόνων δημιουργεί τον κλαυσίγελο αναμειγνύοντας την αίσθηση του δίπολου που εκρήγνυται για να αποτυπώσει ολοσχερώς την κατάλυση της πολλαπλότητας: ένα ρολόι εκτινάσσεται, ο σκύλος κατουράει στο τηλέφωνο, ο ανελκυστήρας πεθαίνει, η ταυτότητα καίγεται, τα κλειδιά τρώγονται, ναρκωτικές ουσίες καταναλώνονται και ο αρουραίος γίνεται συνοδός της κυρίας. Τίποτε δεν μένει όρθιο ή στην θέση του στον μικρόκοσμο των ανατροπών και της αιφνιδιαστικής μεταστροφής που επαγγέλλεται εν τέλει το θέατρο του Κοπί.

Η μετάφραση του Γιάννη Στεφάνου εναρμονίζει τη δομή και το λεξιλόγιο μέσα από εύστοχες επιλογές που αναδεικνύουν την αλληγορική υφή των λέξεων. Η παράσταση του Λοΐζου Καμπούρη συνοψίζει, με τις μελετημένες επιλογές της, τις θεμελιώδεις εμμονές μιας ιδιότυπης δραματουργίας χωρίς να υιοθετεί μια μονοδιάστατη και εξόφθαλμα στρατευμένη αισθητική που θα αποτελούσε αυστηρά κλειστό κύκλωμα επικοινωνίας μιας μόνο μερίδας ανθρώπων. Η σκηνοθεσία του κυρίου Καμπούρη διανέμει τους ρόλους του έργου σε τρεις ηθοποιούς (δύο άντρες και μία γυναίκα) υπογραμμίζοντας την παρενδυσία σε υψηλούς τόνους μιας αισθητικής που ανάγει το περιορισμένης εμβέλειας άλγος του περιθωριακού σε πανανθρώπινη αναζήτηση της μικρής ή μεγάλης ευδαιμονίας. Το τραγούδι και το χορευτικό της έναρξης (σε στίχους του Λοΐζου Καμπούρη) καθώς και η προσθήκη στο φινάλε παραπέμπουν άμεσα στην ακτιβιστική δράση του Κοπί για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, στον Μάη του ’68 και στην αμφισβήτηση της γενικής αλήθειας που συμπυκνώνονται στα συνθήματα «Η φαντασία στην εξουσία» και «Να είμαστε ρεαλιστές. Να αναζητάμε το αδύνατο».

Η σκηνογραφία της παράστασης προκρίνει τη μετωνυμική και μινιμαλιστική διάσταση των πραγμάτων τα οποία, αν και στερούνται συμβατικού υλικού περιεχομένου, ερμηνεύονται μέσα από διαγράμματα που σχηματίζει το συρμάτινο περίβλημα. Με άλλα λόγια, στη σκηνή δεν εμφανίζεται ψυγείο αλλά η σχεδιασμένη μορφή του. Οι φωτισμοί της Χρυσής Αραμπατζή ευθυγραμμίζονται με τις επιλογές της σκηνοθεσίας ενισχύοντας την παραίσθηση που οδηγεί στην ψευδαίσθηση. Ο σκηνοθέτης δημιουργεί στην πραγματικότητα έναν μικρόκοσμο μέσα στο σκηνικό σύμπαν, δηλαδή μια αποτύπωση του ενδεχόμενου και του πιθανού.

Εξάλλου, οι τρεις ηθοποιοί (Μένια Αναγνωστοπούλου, Λοΐζος Καμπούρης και Σταύρος Μπαφέτης) ντυμένοι ομοιόμορφα, στροβιλίζονται στις πτυχώσεις των πολλαπλών μορφών που υποδύονται για να αποδώσουν τελικά τη μία, μοναδική και αδιαίρετη, περσόνα συγχωνεύοντας τα διαφορετικά και ξεχωριστά «εγώ» σε μια μονάδα. Η ερμηνεία των ηθοποιών σε άψογη σκηνική διευθέτηση αποδίδει με αρτιότητα την αισθητική του ταχύρρυθμου καρτουνίστικου περιβάλλοντος όπως θα το ήθελε ο συγγραφέας.

Στο ίδιο πνεύμα, η ενδυματολογία της Μάρθας Δημάκη και της Σίσσυς Σουβατζόγλου, όπως και η μουσική της Σόνιας Μπαξεβάνη και του Γιάννη Πανέρη συμβάλλουν χαρακτηριστικά στην ανάδειξη της σημασιολογίας των λεκτικών και των παραλεκτικών πράξεων που εκφράζονται ως σκηνικές συνιστώσες. Έτσι, απογειώνεται η θεατρικότητα του περιθωρίου που βιώνει πλέρια το πάθος για την ελευθερία της έκφρασης μέσα σ’ έναν κόσμο ο οποίος συντηρεί μολαταύτα τις εμμονές του απωθώντας ενδόμυχα το δικαίωμα στη συνύπαρξη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP