"Αστερισμοί" του Nick Payne
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Μάκης Παπαδημητρίου

Μετά την επιτυχία της προηγούμενης σαιζόν, επαναλαμβάνεται για λίγες παραστάσεις.

Η Μάριαν και ο Ρόλαντ. Εκείνη θεωρητική φυσικός κι εκείνος μελισσοκόμος, συναντιούνται σ’ ένα φιλικό σπίτι κι έτσι αρχίζει η ερωτική τους ιστορία. Ή τουλάχιστον μια από τις πολλές πιθανότητες αυτής της ιστορίας. Γιατί σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, που μελετάει η Μάριαν, στο κβαντικό πολυσύμπαν, κάθε επιλογή που έχεις κάνει, κάθε απόφαση που έχεις πάρει ή δεν έχεις πάρει στη ζωή σου, όλα αυτά συνυπάρχουν σ’ ένα αφάνταστα πολύπλοκο σύστημα από παράλληλα σύμπαντα.

Στο φως αυτής ακριβώς της θεωρίας παρακολουθούμε τη σχέση των δύο χαρακτήρων, καθώς συναντιούνται / φτιάχνουν μια σχέση / δεν καταφέρνουν να φτιάξουν μια σχέση / κάνουν έρωτα / δεν κάνουν έρωτα / μένουν μαζί / απατούν ο ένας τον άλλο / ζουν μια μονογαμική σχέση / χωρίζουν / ξαναβρίσκονται κοκ. Διαφορετικές εκδοχές όπως τις υπαγορεύουν διαφορετικοί παράγοντες. Οι άνθρωποι στο μεγαλείο και στην ολοκληρωτική αδυναμία τους. Ένα έργο που θέτει ερωτήματα για το ρόλο της τύχης και της ελεύθερης βούλησης στη ζωή των ανθρώπων, για τη γιορτή και το πένθος της ύπαρξης.


Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Κιούσης
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Βίντεο - Σκηνικό περιβάλλον: Παντελής Μάκκας
Κοστούμια: Digitaria
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Θανάσης Βλαχόπουλος
Φωτογραφίες: Γιώργος Μαυρόπουλος
Κάμερα: Νίκος Μανδαράκας


Παίζουν οι ηθοποιοί

Στεφανία Γουλιώτη
Μάκης Παπαδημητρίου


Βραβείο καλύτερου έργου 2012 εφημερίδας Evening Standard, Βραβείο Χάρολντ Πίντερ 2012.


Πού και πότε

Περίοδος 2013-2014: Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή, από 27/11/2013 μέχρι 13/4/2014

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Έφη Μαρίνου, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 01/12/2013

Η Στεφανία Γουλιώτη και ο Μάκης Παπαδημητρίου παίζουν στο έργο του Νικ Πέιν «Αστερισμοί» ένα συνηθισμένο ζευγάρι, που γνωρίζεται, αγαπιέται, μοιράζεται τη ζωή του, αλλά και μια κρίσιμη απόφαση.

Μόνο που ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για την επιστήμη και χρησιμοποιεί τη θεωρία των… παράλληλων συμπάντων. Οι δύο πρωταγωνιστές ευτυχώς μας καθησυχάζουν. Η παράσταση δεν είναι μια πραγματεία πάνω στη φυσική. Μιλάει για την τύχη, για την ελεύθερη βούληση, για τη χαρά αλλά και το βάρος της ζωής.

Η Μάριαν και ο Ρόλαντ. Εκείνη θεωρητική φυσικός κι εκείνος μελισσοκόμος, συναντιούνται σ’ ένα φιλικό σπίτι και αρχίζει η ερωτική τους ιστορία. Ή τουλάχιστον μια από τις πολλές πιθανότητες αυτής της ιστορίας, αφού, σύμφωνα με το κβαντικό πολυσύμπαν, κάθε απόφαση που έχουμε ή δεν έχουμε πάρει στη ζωή, συνυπάρχει σ’ ένα αφάνταστα πολύπλοκο σύστημα από παράλληλα σύμπαντα.

Το έργο του Νικ Πέιν «Αστερισμοί» ανέβηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Η Στεφανία Γουλιώτη και ο Μάκης Παπαδημητρίου θέτουν στη σκηνή ερωτήματα για τον ρόλο της τύχης και της ελεύθερης βούλησης στη ζωή των ανθρώπων, για τη γιορτή και το πένθος της ύπαρξης. Μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο..

Μάκης Παπαδημητρίου: «Το έργο στηρίζεται στη θεωρία των παράλληλων συμπάντων, αλλά δεν αποτελεί πραγματεία στη φυσική επιστήμη. Το να παραστήσεις μια τέτοια θεωρία είναι ανέφικτο. Εδώ δεν μπορούμε να παραστήσουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Μια παράσταση, όμως, μπορεί να σε υποψιάσει για το δύσκολα κατανοητό καλύτερα απ’ ό,τι η επιστήμη. Οι διαφορετικές εκδοχές που εκτυλίσσονται μέσα από συμφραζόμενα, επαναλήψεις ή τις θεωρίες της Μάριαν δεν είναι πιθανές εκδοχές καταστάσεων, δηλαδή τι θα γινόταν αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, αλλά συνύπαρξη, γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα. Σαν να πρόκειται για 50 κλώνους του συγκεκριμένου ζευγαριού, κάτι που φυσικά δεν γίνεται. Ισως μόνο στον κινηματογράφο».

Στεφανία Γουλιώτη: «Είναι μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Δύο 35άρηδες γνωρίζονται, ερωτεύονται, χωρίζουν, τα ξαναβρίσκουν. Το σίγουρο είναι ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια δυνατή σχέση αγάπης και βαθιάς φιλίας. Δεν πρόκειται για έναν εξιδανικευμένο έρωτα τύπου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Μου αρέσει που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια απλή κοπέλα, που αν και επιστημόνισσα ζει την καθημερινότητα, χαίρεται τη ζωή της, κάνει χαζά αστεία. Κι όταν η ζωή τη φέρνει αντιμέτωπη με τα χειρότερα, αναθεωρεί τα πάντα».

Μ. Παπαδημητρίου: «Είναι θέμα αντιμετώπισης της ίδιας της ζωής. Δρούμε εγωιστικά γιατί πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι το κέντρο του σύμπαντος. Η μαχητική διάθεση να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως είδος έχει ξεπεράσει τα όρια. Για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω τον προσηλυτισμό του τύπου: «ελάτε να αυτοκτονήσουμε όλοι μαζί για να σωθούμε». Ή τους πολέμους στο όνομα της ιδεολογίας, της θρησκείας ανάμεσα σε λαούς, έθνη, οικογένειες. Δεν είναι παραλογισμός, αφού στην τελική σε 5 δισεκατομμύρια χρόνια δεν υπάρχεις ούτε εγώ ούτε εσύ;»

Σ. Γουλιώτη: «Η ανάγκη να καταφύγουμε στη λογική, στην τάξη, εγκλωβίζει, αποπροσανατολίζει. Γίνεται βάρος, εμποδίζει να νιώθουμε ελεύθεροι, να αφεθούμε στο τυχαίο. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μάχεται το ίδιο του το είδος. Κανένα λιοντάρι δεν τρώει ένα άλλο λιοντάρι. Θεωρούμε εαυτούς σημαντικούς, μοναδικούς. Δεν σκεφτόμαστε ότι είμαστε μια κουκκίδα, απειροελάχιστα σωματίδια στην άκρη του σύμπαντος. Αν παρακολουθήσεις σχετικά ντοκιμαντέρ, βλέπεις ότι όλα είναι απρόβλεπτα και πιθανά. Στο συγκεκριμένο έργο το θέμα δεν είναι αν το ζευγάρι θα είναι μαζί, αλλά τι συμβαίνει τη συγκεκριμένη στιγμή».

Και κάποτε έρχεται ο φόβος του θανάτου.

Μ. Παπαδημητρίου: «Το καθαυτό θέμα δεν είναι ο θάνατος, αλλά η επιλογή. Η Μάριαν θέλει να έχει τον έλεγχο της ζωής της, το πάνω χέρι. Ως επιστήμονας ξέρει ότι η ζωή δεν τελειώνει ποτέ. Δεν νοιάζεται για τη θρησκεία που απαγορεύει την αυτοκτονία, δεν νοιάζεται που θα λείψει στον έρωτά της, για την κοινωνία που την θέλει αγωνίστρια μέχρι το τέλος ή για τους γιατρούς που επιμένουν στη χημειοθεραπεία. Κι έπειτα τι σημασία έχει ένα χρόνο νωρίτερα; Ο χρόνος για τον καθένα δημιουργείται από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του. Και γεννημένοι να είμαστε, ο χρόνος δεν έχει σημασία –όπως στα παιδιά– αν δεν έχουμε αποκτήσει συνείδηση. Ως κομμάτια ενέργειας δεν φέρουμε τη μνήμη τού τι έγινε πριν από τον άπειρο χρόνο. Αποκτήσαμε μνήμη όταν φτιάξαμε τους όρους του χωροχρόνου. Ε λοιπόν, όλο αυτό θα τελειώσει. Και μετά θα είναι ένα άλλο, ίδιο. Η ζωή μας είναι ένα πυροτέχνημα σε μια άλλου είδους κανονικότητα. Δηλαδή είναι μια ανωμαλία με όρους σύμπαντος. Εγώ ας πούμε, με δυσκολία θυμάμαι τα δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ»…

Σ. Γουλιώτη: «Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα σε κάποιους ανθρώπους που αποφασίζουν να φύγουν με ευθανασία. Είναι εκείνοι που πάσχουν από εγκεφαλικό πρόβλημα. Πρέπει να αποφασίσουν πριν η κατάστασή τους φτάσει σε οριακό επίπεδο, όταν θα έχουν ακόμα τη δυνατότητα πρωτοβουλίας. Η Μάριαν, όταν αποφασίζει να φύγει, λέει στον Ρόλαντ :»Εμείς έχουμε στη διάθεσή μας όσο χρόνο είχαμε πάντα». Κι αυτό ακούγεται παρηγορητικό, καθησυχαστικό».

Ο θεός άραγε υπάρχει στους «Αστερισμούς» και τι σχέση έχετε εσείς μαζί του;

Σ. Γουλιώτη: «Οπως λέει η ηρωίδα, παλαιότερα οι άνθρωποι αποφάσιζαν οι ίδιοι. Μετά ήρθε ο θεός να το κάνει. Με αυτή την έννοια η επιλογή μας λογοκρίνεται από τον θεό, την κοινωνική συμπεριφορά».

Μ. Παπαδημητρίου: «Πιστεύω ότι η σωστή ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει θεός αλλά «σε νοιάζει να υπάρχει θεός;»»

Σ. Γουλιώτη: «Εγώ νιώθω δυνατή προς το παρόν για να με νοιάζει αν υπάρχει θεός. Αν μεγαλώσω και νιώσω αδύναμη μπροστά σε όλο αυτό, μπορεί να με απασχολήσει».

Μ. Παπαδημητρίου: «Κι αν αλλάξεις γνώμη, Στεφανία μου, θα είναι απολύτως έγκυρο… Κοίτα, μ’ έναν τρόπο, η πίστη στον θεό ταυτίζεται με την επιστήμη. Ο αστροφυσικός δεν είναι απαραίτητο να δηλώνει άθεος. Και στην τελική ποιος είναι ο θεός; Ο Μωάμεθ, ο Βούδας, ο Χριστός; Είναι αυτό που θα βρει ο καθένας. Οπως κάποτε ήταν ο ήλιος ή η σελήνη κι ό,τι άλλο προκειμένου οι άνθρωποι να νιώθουν ασφαλείς, γαληνεμένοι. Το κακό είναι τα συμφέροντα των θρησκειών. Στο όνομα του τάδε θεού πάμε να σκοτώσουμε αυτό τον άπιστο λαό. Η σοφία στον άνθρωπο υπήρχε πάντα. Αλλά συμβάδιζε και με την απόλυτη βλακεία».

Κύριε Παπαδημητρίου, είστε σχεδόν… τρόφιμος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, αλλά η Στεφανία παίζει για πρώτη φορά.

Σ. Γουλιώτη. «Ηταν ό,τι χρειαζόμουν αυτή τη στιγμή. Βαρέθηκα να πρέπει να βγάζω το φίδι από την τρύπα. Φταίει που μου φορέθηκε ο τίτλος της φοβερής τραγωδού – και ασυναίσθητα νόμιζα ότι έτσι με αγαπούσε ο κόσμος. Ενα μπλοκάρισμα: πιέσου να είσαι η καλύτερη. Οι σκηνοθέτες ζητούσαν από μένα να το επιβεβαιώνω. Κι αυτό με εγκλώβιζε ως ηθοποιό και ως ύπαρξη. Με κούρασε πολύ ψυχικά. Ο Βαγγέλης έχει επιτρέψει ένα επίπεδο επικοινωνίας που δεν έχω δει αλλού. Ξέρει να διαλέγει το ωφέλιμο. Δεν ζητά να σώσω την παράστασή του. Δεν με κάνει να νιώθω ότι πρέπει να αποδείξω στα μάτια του ότι είμαι αντάξια των προσδοκιών του. Και χαλάρωσα, μαλάκωσα, απελευθερώθηκα».

Μ. Παπαδημητρίου: «Για τέταρτη φορά συνεργάζομαι με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, αλλά στον χώρο δουλεύω χρόνια. Συγκρουόμαστε κάθε μέρα. Είναι ισχυρογνώμων όπως κι εγώ. Συχνά, ένα θέμα άνευ σημασίας πυροδοτεί μια σύγκρουση που γιγαντώνεται γιατί κανείς δεν θέλει να κάνει πίσω».

Κι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν σκέφτεται την ασημαντότητά του στην απεραντοσύνη του σύμπαντος;

Μ. Παπαδημητρίου: «Ακριβώς… Σκοπός μου και σκοπός του είναι η τελική επικράτηση. Σταματάμε μόλις βάλουν τις φωνές η Στελλάτου ή η Στεφανία. Πέρα από την πλάκα, το να θέλεις να αποδεικνύεις ότι είσαι καλός ηθοποιός είναι σε βάρος της παράστασης. Βαριέμαι να βλέπω καλούς ηθοποιούς, ωραία παιξίματα. Με ενδιαφέρει η συνδημιουργία κι όχι να είμαι εκτελεστής. Με τον Βαγγέλη νιώθω ελεύθερος ακόμα κι αν βάζει περιορισμούς. Από την άλλη, αν δούλευα το 1/10 από όσο έχει δουλέψει η Στεφανία, θα ήμουν πολύ καλύτερος ηθοποιός. Δεν αποκλείω ότι κάποτε μπορεί να μου αρέσει να δουλεύω και μ’ άλλο τρόπο, να θέλω δηλαδή να μου λέει κάποιος τι να κάνω. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια -τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα- επιδιώκω τη συνεργασία»…

Σ. Γουλιώτη: «Ο Μάκης και ο Βαγγέλης σφύζουν από υγεία. Κανείς τους δεν θέλει να αποδείξει ότι είναι ο γκουρού της τέχνης, ότι είναι τόσο σημαντικός ώστε να μην κάνει πίσω. Τι μεγάλη ανακούφιση…».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Τώνια Καράογλου, elculture.gr, 16/12/2013

Οι «Αστερισμοί» του Νικ Πέιν ανεβαίνουν στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου

Η μεγαλύτερη εκδίκηση των θετικών επιστημών -τουλάχιστον για ένα θεωρητικό μυαλό- είναι ότι αφορούν πολλές περισσότερες παραμέτρους της ζωής από όσες φανταζόταν κανείς όταν άφηνε τα σχολικά θρανία. Έχεις μάθει πια, π.χ., ότι στα μαθηματικά δε βασίζεται μονάχα ο υπολογιστής που έχεις αυτή τη στιγμή μπροστά σου αλλά και η μουσική που ακούς, ή ότι η χημεία είναι υπεύθυνη για την επιτυχία του κέικ που θα φτιάξεις, ακόμη και για το πώς και για πόσο θα ερωτευθείς... Κι, αφού αρχίσεις να τα χωνεύεις όλα αυτά, πέφτεις πάνω στο βαρύ πυροβολικό, την κβαντική μηχανική και τη θεωρία των παράλληλων συμπάντων, που έρχεται να βάλει χέρι σε όσα νομίζεις ότι ήξερες για τη μοναδικότητα της ατομικής ύπαρξης. Η θεωρία των παράλληλων συμπάντων σε απλά ελληνικά λέει ότι το σύμπαν στο οποίο υπάρχουμε και το οποίο αντιλαμβανόμαστε δεν είναι το μοναδικό· παράλληλα με αυτό, υπάρχουν και άλλα, δεκάδες, σύμπαντα, τα οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε, αλλά στα οποία ζουν και δραστηριοποιούνται αυτοτελή «αντίγραφα» του εαυτού μας! Αντίγραφα που κάτω από τις ίδιες συνθήκες πήραν διαφορετικές αποφάσεις ή που ζουν τελείως διαφορετικές ζωές. Σαν να λέμε ότι, εδώ και τώρα, η Τώνια κάθεται στον υπολογιστή της προβληματισμένη για το κείμενο που πρέπει να παραδώσει, όμως σε κάποιο άλλο από τα παράλληλα σύμπαντα το έχει ήδη τελειώσει και σε ένα τρίτο δεν είναι καν θεατρολόγος, γιατί το 1993 είχε αποφασίσει να ξαναδώσει πανελλήνιες.

Αυτά, πολύ επιγραμματικά, έμαθα χάρη στο νέο θεατρικό έργο (2012) του Νικ Πέιν «Αστερισμοί», που ανεβαίνει σε πανελλήνια πρεμιέρα, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Στο έργο παρακολουθούμε, μέσα από σύντομες επαναλαμβανόμενες σκηνές που έχουν διαφορετική έκβαση, τις ποικίλες εκδοχές μιας ερωτικής ιστορίας. Ο Ρόλαντ και η Μάριαν γνωρίζονται και δείχνουν αμοιβαίο ενδιαφέρον/ δε δείχνουν αμοιβαίο ενδιαφέρον, κάνουν σχέση/δεν κάνουν σχέση, χωρίζουν, ξανασμίγουν/δεν ξανασμίγουν, αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας της Μάριον που θεραπεύεται/που δε θεραπεύεται... Στόχος του Πέιν δεν είναι να δείξει τις διαφορετικές πιθανές εκβάσεις που μπορεί να έχει μια σχέση ανάλογα με τις συνθήκες ή τις προσωπικές επιλογές, αλλά να επισημάνει ότι πρόκειται για τις διαφορετικές ιστορίες/ζωές των «ίδιων» ανθρώπων· το έργο δεν αποτυπώνει πιθανά ενδεχόμενα («τι θα μπορούσε να συμβεί σε μια σχέση αν...»), αλλά παράλληλες πραγματικότητες.

Πολύ γοητευτικά όλα αυτά και, αν και η επιστημονική τους αφορμή είναι μάλλον περίπλοκη (μια ιδέα δίνει η ύλη του έντυπου προγράμματος και η βιντεοσκοπημένη συνέντευξη που προβάλλεται στην αρχή της παράστασης), στο έργο μετουσιώνονται σε ένα λόγο απλό, καθημερινό, σε μια ιστορία (σύνολο πολλών ιστοριών) απολύτως ανθρώπινων διαστάσεων. Ούτε το έργο ούτε η παράσταση οδηγούνται σε κάποια δραματουργική κλιμάκωση, αλλά αποτυπώνουν με τρυφερότητα τη διαγραφή αυτών των διαδρομών που χαράζουν στα πολλαπλά σύμπαντα δύο καθημερινές, ανθρώπινες υπάρξεις. Το βάρος πέφτει στους δύο ήρωες, στον τρόπο που ζουν τις ζωές/ιστορίες τους. Σε αυτούς έδωσε το βάρος και η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Τοποθέτησε την Στεφανία Γουλιώτη και τον Μάκη Παπαδημητρίου σε μια άδεια, ολόλευκη σκηνή (που μεταμορφωνόταν σε κομμάτι του γαλαξία χάρη στα βίντεο του Παντελή Μάκκα) και επικεντρώθηκε στην υποκριτική ερμηνεία. Χάρη σε αυτήν, και ιδιαίτερα χάρη στις διαβαθμίσεις της ερμηνείας της Γουλιώτη, ζωντάνεψε κάθε διαφορετική εκδοχή ζωής, ακόμη και όταν τα λόγια των ηρώων παρέμεναν ακριβώς τα ίδια. Και χάρη στην υποκριτική ερμηνεία ήταν που αναδείχθηκαν αυτές οι προσωπικές ιστορίες που, από τη μια, μας αφορούν ακριβώς επειδή είναι απολύτως ανθρώπινες και από την άλλη -το σημαντικότερο ίσως- μας κλείνουν το μάτι καθώς η μία ανατρέπει την άλλη. «Στο Πολυσύμπαν της Κβαντομηχανικής η τύχη είναι ταυτόχρονα λυτρωτική και αχίλλειος πτέρνα: είμαστε απεριόριστα αυτόνομοι, αλλά και τελείως ανίσχυροι», σημειώνει ο συγγραφέας σε κείμενο που αναδημοσιεύεται στο πρόγραμμα.

Δεν ξέρω αν είναι απολύτως εφικτό για το θεατή να εκλάβει το θέμα των «Αστερισμών» ως πραγματικότητα και όχι ως επιστημονική φαντασία, ως συγγραφικό εύρημα δηλαδή - και δεν ξέρω κι αν έχει και τόση σημασία εντέλει. Αυτό που καταφέρνει το έργο και η παράσταση είναι να ενσταλάξει μέσα μας την παραδοχή ότι η ζωή όλα τα περιλαμβάνει, και τα όμορφα και τα άσχημα και τα πολύ άσχημα, και ότι οι άνθρωποι θα προσπαθούν πάντα να αναμετρηθούν με τις μικρές τους δυνάμεις απέναντι σε αυτή την απεραντοσύνη - αλλά τουλάχιστον στο θέατρο έχουμε την πολυτέλεια να διαλέξουμε ποια από τις ζωές (μας) προτιμάμε.

Η παράσταση «Αστερισμοί» ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου έως τις 13 Απριλίου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Σμυρνής, Monopoli.gr, 29/11/2013

Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι τόσο πολύπλοκη, που είναι ένα σύμπαν ολόκληρο. Αλλά και ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ακόμα πολυπλοκότερος, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να τον κατανοήσει. Αυτή τη συμπαντική πολυπλοκότητα αναδεικνύει με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο του έργο του Νικ Πέιν "Αστερισμοί", που ανεβαίνει στο θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Στους Αστερισμούς ένας μελισσοκόμος γνωρίζεται με μια αστροφυσικό. Δύο διαφορετικοί κόσμοι ενώνονται. Ωστόσο, δεν είναι τόσο η διαφορετικότητα, αυτό που τονίζεται, αλλά η ποικιλία των πιθανοτήτων των συμπεριφορών τους. Όπως αφήνει να εννοηθεί το έργο, οι ίδιοι πρωταγωνιστές εμφανίζονται σε παράλληλες ζωές, όπου δεν συμβαίνει ποτέ το ίδιο ακριβώς πράγμα. Το έργο γίνεται κάποια στιγμή σπαρακτικό, καθώς παράλληλα με τα προβλήματα της ερωτικής σχέσης, μπαίνει στο παιχνίδι η φθορά του ανθρώπινου σώματος.

Οι «Αστερισμοί» παρουσιάζουν μια επαναληπτικότητα στις σκηνές που σου θυμίζει τον «Κυκλισμό του τετραγώνου». Όμως, σε αντίθεση με το αφόρητα κουραστικό για το θεατή εύρημα του Δημητριάδη, στο έργο του Νικ Πέιν αυτή η επανάληψη δεν κουράζει. Κατ' αρχάς, οι σκηνές που επαναλαμβάνονται είναι πάρα πολύ σύντομες. Επίσης, υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην εξέλιξη κάθε επανάληψης (δεν γίνονται δηλαδή τα ίδια πράγματα). Κι επίσης υπάρχει μια κεντρική ιδέα, παρμένη από τον χώρο της φυσικής και των μαθηματικών, αλλά και της φιλοσοφίας, που εξηγεί αυτό το εύρημα των επαναλαμβανόμενων ή παράλληλων ζωών.

Πέρα από τις επαναλήψεις, το έργο εξελίσσεται δραματικά με έναν συμβατικό, αλλά πολύ αποτελεσματικό τρόπο. Κινούμενο σε μια γκάμα που προχωράει από την αμηχανία της πρώτης γνωριμίας, στο χιούμορ της καθημερινής τριβής των ηρώων κι από εκεί στο ειλικρινές, βαθύ και πολύ ουσιαστικό δράμα. Όμως, όπως είναι δομημένο το έργο, αυτή η διαδρομή δεν είναι απολύτως γραμμική χρονικά.

Η σκηνοθεσία του Θεοδωρόπουλου αξιοποιεί με εξαιρετικό τρόπο τόσο το εύρημα της επανάληψης, που με τεράστια φυσικότητα κυλάει μέσα στην παράστασή του. Κι επίσης, αξιοποιεί το ταλέντο των δύο σπουδαίων πρωταγωνιστών του: της Στεφανίας Γουλιώτη και του Μάκη Παπαδημητρίου.

Η σκηνογραφία είναι απολύτως λιτή, αλλά η εικόνα είναι εκεί και συνδέει τις σκηνές μεταξύ τους, μαζί με τη μουσική. Αυτό γίνεται με τις αρκετά αφαιρετικές και ψαγμένες προβολές- σχετικές με το θέμα, αλλά και δυνατές ως προς τις χρωματικές τους επιλογές. Αυτές ορίζουν το χώρο της σκηνής. Δίνουν, όμως, και σημαντικές εικόνες που βοηθούν στην κατανόηση της κεντρικής ιδέας του έργου και στο να υπογραμμίζονται καταστάσεις και συναισθήματα.

Οι δύο πρωταγωνιστές κινούνται σε μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων σε ένα πολύ δύσκολο έργο, όπου απαιτεί να φεύγουν από ένα συναίσθημα ή να το επαναλαμβάνουν ελαφρώς παραλλαγμένο σε μία στιγμή σχεδόν. Η χημεία μεταξύ τους είναι άριστη και η συνεργασία τους εκπληκτική. Και οι δυο τους είναι πολύ φυσικοί στο παίξιμο, μπαίνουν πολύ βαθιά στους ρόλους τους και βγάζουν και αρκετό χιούμορ. Επίσης, καταφέρνουν και γίνονται συνταρακτικοί και οι δύο, όταν το έργο μπαίνει βαθιά μέσα στο δράμα.

Σε γενικές γραμμές, οι «Αστερισμοί» είναι μια πολύ ωραία παράσταση που κατά διαστήματα γίνεται συνταρακτική. Το ευρηματικό έργο του Νικ Πέιν αξιοποιείται εξαιρετικά από την σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, ενώ οι δύο πρωταγωνιστές, η Γουλιώτη και ο Παπαδημητρίου εντυπωσιάζουν με την φυσικότητα και το βάθος των ερμηνειών τους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Εύα Στάμου, Protagon.gr, 10/12/2013

Παρακολουθώντας τους «Αστερισμούς» του βραβευμένου θεατρικού συγγραφέα Νικ Πέιν, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για δύο ετερόκλητα κείμενα που εισχωρούν περιοδικά το ένα στο άλλο.

Αφενός έχουμε ένα έργο για τις πολλαπλές εκδοχές ενός γεγονότος, για τις δυνατότητες εξέλιξης μιας στιγμής που καθορίζει το παρόν και το μέλλον μιας σχέσης. Το θέμα αυτό αναπτύσσεται μέσω της ανίχνευσης του έρωτα όπως αυτός διαμορφώνεται από τις αξίες, τον τρόπο ζωής, και τις επιλογές των μελών ενός ζευγαριού. Αφετέρου έχουμε το δύσκολο θέμα της ασθένειας και του πένθους, το οποίο εντάσσεται εντός ενός ευρύτερου προβληματισμού για τον χρόνο και τη συνακόλουθη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις. Κοινός τόπος στον οποίο συναντώνται κάποιες στιγμές οι δύο θεματικές είναι το ζήτημα της ανθρώπινης μοίρας και ο βαθμός στον οποίο έχουμε τη δυνατότητα να την επηρεάσουμε.

Ωστόσο, η εισαγωγή του δεύτερου θέματος γίνεται στις τελευταίες σκηνές του έργου με αποτέλεσμα ο θεατής να μην έχει χρόνο να διαχειριστεί τα συναισθήματα που του προκαλεί, να τα αφήσει να αναπτυχθούν μέσα του ώστε να φωτίσουν κατόπιν όσα εκτυλίσσονται στη σκηνή, και να οδηγηθεί στην κάθαρση. Έτσι, και ενώ το κοινό παρακολουθεί ένα έργο για τον έρωτα και τις σχέσεις ενός ζευγαριού του οποίου οι ατάκες προκαλούν εκτός από τη σκέψη και τη θυμηδία, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα θέμα εντελώς διαφορετικό--όπως ενίοτε συμβαίνει και στη ζωή. Άλλωστε οι σύγχρονοι Άγγλοι δραματουργοί φημίζονται για το πάντρεμα φαντασίας και ρεαλισμού, χιούμορ και σκληρότητας που σίγουρα απευθύνεται σε ένα ώριμο θεατρικό κοινό.

Με τους «Αστερισμούς», η Στεφανία Γουλιώτη κι ο Μάκης Παπαδημητρίου επιβεβαιώνουν τη θέση τους μεταξύ των κορυφαίων ερμηνευτών της νεότερης γενιάς. Πρόκειται για δύο ρόλους γεμάτους εναλλαγές, καθώς οι συχνές αλλαγές στον ρου της ιστορίας σηματοδοτούν καίριες μεταβολές στη θυμική κατάσταση των δύο πρωταγωνιστών, οι οποίοι αναπαριστούν επί σκηνής τον αναπόφευκτο μετεωρισμό του ανθρώπινου βίου μεταξύ τύχης και αναγκαιότητας.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου αναδεικνύει την πολυσημία του έργου, καθώς εκμεταλλεύεται τις ερμηνευτικές δυνατότητες που προσφέρουν όχι απλώς η κατάλληλη εκφορά του λόγου, ή η δέουσα στάση του σώματος, αλλά ο συντονισμός των κινήσεων των δύο ηθοποιών, τους οποίους φαίνεται να μην έχει μόνο σκηνοθετήσει, αλλά και πλήρως χορογραφήσει (με επιμέλεια κίνησης της Αγγελικής Στελλάτου) σε ένα γυμνό από κάθε αντικείμενο χώρο.

Ο κάθε άνθρωπος, όμως, έχει σχέση με τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν, η οποία δεν εξαντλείται στον χρηστικό τους ρόλο. Στους «Αστερισμούς», οι χαρακτήρες βρίσκονται καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης σε ένα κενό, δηλαδή εξ ορισμού ανοίκειο, περιβάλλον, όπου δεν έχουν στην κυριολεξία που να κρυφτούν και από πού να πιαστούν. Το γυμνό σκηνικό, όπου στις παύσεις ζωντανεύει από το video-wall του Παντελή Μάκκα, αναγκάζει τους ηθοποιούς να αποδώσουν την ατμόσφαιρα εσωτερικών και εξωτερικών χώρων μέσω των κινήσεών τους, και με την αρωγή ενός ευφυούς, ιδιαίτερα λειτουργικού, φωτισμού που δημιούργησε ο Σάκης Μπιρμπίλης.

Στους «Αστερισμούς» του Θεοδωρόπουλου, ο θεατής παρακολουθεί εντυπωσιασμένος το παιχνίδι των σωμάτων και των συνειδήσεων σε έναν χορό γεμάτο ποιητική ακρίβεια, ένα χορό-σύμβολο του έρωτα, του θανάτου και της απρόβλεπτης πλοκής ανάμεσά τους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Στέλλα Χαραμή, tospirto.net, 10/12/2013

Καθαρή, ευθύβολη και αυτάρκης η σκηνοθεσία, με τη Στεφανία Γουλιώτη το ίδιο δυνατή στις ανάλαφρες και στις δραματικές στιγμές, και τον Μάκη Παπαδημητρίου πάντα διαθέσιμο να κάνει το κοινό του να γελάσει.

Αντιγράφω από το πρόγραμμα των «Αστερισμών»: «Η επιστήμη εξακολουθεί να είναι το κανάλι της μαγείας – η πεποίθηση δηλαδή πως τίποτα δεν είναι αδύνατο για την ανθρώπινη βούληση, όταν καθοδηγείται από τη γνώση. (...) Όμως, ο Θάνατος αποτελεί μια πρόκληση γι’ αυτόν τον τρόπο ζωής γιατί σηματοδοτεί ένα όριο πέρα από το οποίο η βούληση δεν μπορεί να παίξει κανένα ρόλο». Ο πολιτικός φιλόσοφος Τζον Γκρέι συνοψίζει (άθελά του μάλλον), το θεματικό πυρήνα του ιδιαίτερου έργου του Βρετανού Νικ Πέιν, που σε φέρνει μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο μπροστά σε αιώνιες υπαρξιακές αγωνίες: τον έρωτα, το θάνατο και κάπου ενδιάμεσα, την επιλογή.

Για μια ακόμα φορά ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί ένα ανήσυχο κείμενο, μα καθόλου προφανές ως τέτοιο. Οι «Αστερισμοί» είναι ένα συγκαλυμμένο υπαρξιακό δράμα που εφορμά με βάση μια σειρά επιστημονικών δεδομένων –τη θεωρία των Χορδών σύμφωνα με την οποία υπάρχουμε και ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα, αν και μπορούμε να αντιληφθούμε μόνον το ένα ως πραγματικότητα– για να καταλήξει σε μια λιτή, μοντέρνα, αλλά συναισθηματικά φορτισμένη ελεγεία πάνω στη δύναμη και στην αδυναμία να ορίσουμε τη ζωή μας.

Χωρίς καμιά διάθεση επιστημονικής συνέπειας, ο Πέιν παραδίδει ένα πρωτότυπο κείμενο με επαναλαμβανόμενες σκηνές που παρουσιάζουν αποσπάσματα από τη ζωή δύο νέων οι οποίοι γνωρίζονται, ερωτεύονται, απατούν ο ένας τον άλλον, χωρίζουν, ξαναβρίσκονται κι έρχονται αντιμέτωποι με το φθαρτό της ανθρώπινης φύσης. Κάθε σύμπλεγμα σκηνών εστιάζει σε ένα απόσπασμα ζωής του ζευγαριού, ιδωμένο από πέντε-έξι διαφορετικές ματιές, λιγότερο ή περισσότερο μετακινημένες από την πρώτη εκδοχή. Οι λέξεις ή οι σκηνικές δράσεις που κάθε φορά διαφοροποιούνται, καταθέτουν μιαν άλλη πραγματικότητα από το ίδιο γεγονός, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, τα ίδια σώματα, τις ίδιες ανησυχίες, αλλά κάθε φορά με άλλη έκβαση.

Στο διεθνές δραματολόγιο υπάρχουν πολλά έργα που μέσα από επαναλαμβανόμενες σκηνές βάζουν τον θεατή στη διαδικασία να επεξεργαστεί πολλαπλά το λόγο και γιατί όχι να επιλέξει ανάμεσα στις εκδοχές που του παραδίδονται. Οι «Αστερισμοί» ωστόσο δεν προτίθενται να αναδείξουν το λόγο –ο Πέιν χρησιμοποιεί εξάλλου πολύ καθημερινούς διαλόγους–, αλλά επιθυμούν να ενεργοποιήσουν το συναίσθημα και τη σκέψη που καθεμιά από αυτές οι εκδοχές γεννούν.

Ακριβώς εκεί ποντάρει η καθαρή, ευθύβολη και αυτάρκης τελικά, σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου: στην πλούσια παλέτα συναισθημάτων που διαδέχονται το ένα το άλλο τόσο για τους θεατές όσο και για τους ηθοποιούς του. Ο ρυθμός της σταθερός μέσα στην επαναληπτικότητα του κειμένου, το αφουγκράζεται και το χρησιμοποιεί για να επανεκκινήσει.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου στο ρόλο του μελισσοκόμου γνωρίζει τη θεωρητική κοσμολόγο Στεφανία Γουλιώτη και μαζί δοκιμάζουν και προκαλούν με απόσταση δευτερολέπτων διαφορετικές εκφράσεις, αντιδράσεις και όρια περνούν από το χιούμορ και την τρυφερότητα, στον κυνισμό και τη θλίψη για να ξαναρχίσουν από την αρχή. Τονίζοντας ότι η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στην πολυπλοκότητά της είναι ένα πανηγύρι χαράς και λύπης, γιορτής και πένθους.

Είναι μόνοι τους σε μια γυμνή, ντυμένη στα λευκά, σκηνή (που κατά διαστήματα μετατρέπεται με προβολές σε ατμοσφαιρικό συμπαντικό τοπίο από τον Παντελή Μάκκα) και την ίδια ώρα πληθωρικοί και –το σημαντικότερο– σε μεταξύ τους αρμονία. Η χημεία τους φαίνεται να υποστηρίζεται και από τα ωραία χορογραφικά μοτίβα της Αγγελικής Στελλάτου εμπνευσμένα από κινήσεις πλανητών και των δορυφόρων τους.

Βαθιά συγκινητική και υψηλής ποίησης η σκηνή που οι δυο τους επικοινωνούν στη νοηματική γλώσσα. Η Στεφανία Γουλιώτη το ίδιο δυνατή στις ανάλαφρες και στις δραματικές στιγμές του έργου, ενώ ο Μάκης Παπαδημητρίου, πάντα διαθέσιμος να κάνει το κοινό του να γελάσει (αυτό είναι εξάλλου και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του) έχοντας ανοιχτές τις αντένες του και στις πιο «βαριές» σκηνές.

Μια ανθρώπινη παράσταση, χωρίς να στέκει σε χρονική απόσταση από τους θεατές της τους κοιτάζει στα μάτια –όπως κοιτάζει το έργο την εποχή του. Κι αν κρίνουμε κι από τα ίδια βουρκωμένα μάτια, με λίγη τύχη, τους έχει κοιτάξει και βαθύτερα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρία Κρύου, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 09/01/2014

Ποιητικότητα, μοντέρνα σκηνοθεσία και στερεές ερμηνείες από τη Στεφάνια Γουλιώτη και τον Μάκη Παπαδημητρίου, σε ένα έργο δύσκολο, που είναι εμπνευσμένο από τη θεωρία των παράλληλων συμπάντων.

Ξέρεις γιατί δεν μπορείς να αγγίξεις τον αγκώνα με τη γλώσσα σου; Γιατί στον αγκώνα κρύβεται το μυστικό της αθανασίας και άμα τον αγγίξει η γλώσσα σου, μπορεί και να μην πεθάνεις ποτέ. Έτσι και το έκαναν όλοι αυτό, θα γινόταν χάος. Γιατί δεν ζεις επ’ άπειρον, στους αιώνες των αιώνων». Έτσι δυναμικά και με αυτήν τη λίγο υπαρξιακή, λίγο μεταφυσική δήλωση ξεκινά η παράσταση, όπως και η πρώτη γνωριμία της νεαρής θεωρητικού της φυσικής Μάριαν (Στεφανία Γουλιώτη ) με τον επίσης νεαρό, πρακτικό τύπο και μελισσοκόμο στο επάγγελμα Ρόλαντ (Μάκης Παπαδημητρίου ).

Ο Ρόλαντ της απαντά σχεδόν μονολεκτικά και μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά η συζήτηση επαναλαμβάνεται με κάποιες¬ προσθήκες στους διαλόγους και με τους δύο ηθοποιούς να έχουν αλλάξει ελαφρώς τη στάση του σώματός τους. Η κουβέντα προχωρά, εξελίσσεται¬, οι δυο τους έρχονται πιο κοντά, μαθαίνουμε¬ για τη ζωή τους, μας αποκαλύπτουν τις σκέψεις τους και –με τη βοήθεια των ιδιαίτερων, φουτουριστικών φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη– η συνάντησή τους παίρνει τη μορφή ενός μοτίβου που επαναλαμβάνεται ατέρμονα, με προσθήκες και αλλαγές στη στάση του σώματος μέσα σε ένα σκηνικό κατάλευκο (από τον Παντελή Μάκκα ), το οποίο οριοθετείται και μεταμορφώνεται από τα γραμμικά σχέδια του φωτισμού.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος αναζήτησε το πιο πρόσφορο μέσο για να εισέλθει στο σύμπαν του έργου, το οποίο μιλά για το χρόνο με έναν πρωτότυπο για τα θεατρικά δεδομένα τρόπο¬, με τη θεωρία του Πολυσύμπαντος. Το έργο εισάγει δηλαδή την υποψία πως το σύμπαν που αντιλαμβανόμαστε μπορεί να μην είναι μοναδικό. Μπορεί η Μάριαν με τον Ρόλαντ να συναντήθηκαν και να ομολόγησαν τον έρωτά τους με την πρώτη ματιά, μπορεί πάλι σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν να χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο. Από το έργο αναδύονται οι φιλοσοφικές, ιδεολογικές κι επιστημονικές αγωνίες του Νικ Πέιν μέσα από μια ιστορία ζωής και θανάτου, η οποία όμως δεν κλιμακώνεται δραματουργικά, ενώ απουσιάζει η ρυθμική ποικιλία.

Το ίδιο το έργο μοιά¬ζει να μην έχει την πυγμή να μας μεταδώσει τη (φιλο )σοφία ή την επιστημονική θεωρία του Πολυσύμπαντος. Έχει μεν ενδιαφέρον, αλλά φαίνεται λίγο περίπλοκο και ίσως αδιάφορο για όποιον δεν μοιράζεται αυτού του είδους τις υπαρξιακές ή επιστημονικές αναζητήσεις. Μοιάζει μάλλον με μια δραματοποιημένη πραγματεία πάνω στη φυσική. Στο τολμηρό, αλλά άκρως ενδια¬φέρον εγχείρημα του σκηνοθέτη να παρουσιάσει το ιδιόρρυθμο αυτό έργο, οι θαυμάσιες ερμηνείες της Στεφανίας Γουλιώτη και του Μάκη Παπαδημητρίου είναι εκείνες που κάνουν την κοσμολογία να διασταυρωθεί με την αληθινή ζωή και τη μεταφυσική με το ρεαλισμό. Και οι δύο πλέκουν έναν ρόλο διάφανο¬ όσο κι αινιγματικό και αναδεικνύονται σε στυλοβάτες και άξονες της παράστασης.

Βρήκαμε επίσης ωραίο το στήσιμο και πολύ χρήσιμη την ιδέα να προβάλλεται στην αρχή της παράστασης μια συζήτηση ανάμεσα στους καθηγητές Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάνο Δανέζη και Στράτο Θεοδοσίου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λέανδρος Πολενάκης, Η ΑΥΓΗ, 12/01/2014

Ο Νικ Πέιν είναι ένας γρήγορα ανερχόμενος νέος Άγγλος θεατρικός συγγραφέας. Από το έργο του πρέπει να ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω παρά μόνο τους Αστερισμούς, που παίζονται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Σε αυτό το έργο του ο Πέιν επιχειρεί επιδέξια να συνδέσει την αρχή της απροσδιοριστίας της σύγχρονης κβαντικής φυσικής... με το απροσδιόριστο της μοίρας του ανθρώπου που είναι έρμαιο εσωτερικών ή εξωτερικών αντιφατικών δυνάμεων.

Βάσει της θεωρίας των χορδών της φυσικής, μπορεί να υπάρχουν παράλληλα πολλαπλά σύμπαντα, αλλά εμείς είμαστε καταδικασμένοι να αντιλαμβανόμαστε μόνο το ένα από αυτά. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Πέιν έγραψε το έργο του ως «παυσίλυπον» για τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του. Επειδή τον παρηγορούσε η ιδέα ότι σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν ο πατέρας του θα μπορούσε να εξακολουθεί να ζει... Με άλλα λόγια, κινητήρια δύναμη του έργου του Πέιν... είναι ο πόθος της αθανασίας. Έχει καλώς. Ωστόσο, παραδοσιακά, μέχρι σήμερα, ο μόνος τελεσφόρος τρόπος υπέρβασης του πόνου της απώλειας ήταν οι καθαρτήριες τελετές. Οι σύγχρονες, μη τελετουργικές, κοινωνίες του ανθρώπου της ψυχολογίας αναπληρώνουν, αν μπορούν, το κενό με την έμπρακτη, καθαρτική, βίωση του πένθους. Δεν γνωρίζω άλλη εναλλακτική πρόταση. Η σύγχρονη φυσική δεν μπορεί να παίξει από μόνη της ανάλογο ρόλο, εκτός αν αποδεχθεί άνευ όρων το μυστήριο του κόσμου, κάτι που δεν μοιάζει πρόθυμη να πράξει. Ούτε το έργο του Πέιν ολοκληρώνει αυτό το βήμα.

Στους Αστερισμούς παρακολουθούμε ένα νεαρό ζευγάρι, την Μάριαν και τον Ρόλαντ, στις παράλληλες, πολλαπλές ζωές και στις αναδιπλούμενες εκδοχές του βίου τους. «Αρχικά να αποτυγχάνουν να φτιάξουν μια σχέση, σε μια επόμενη εκδοχή να τα καταφέρνουν. Λίγο αργότερα τους βλέπουμε να χωρίζουν, ενώ σε μια άλλη καμπύλωση του χωροχρόνου τα καταφέρνουν...» Αλλά δεν νομίζω ότι ήταν τόσο αναγκαία η προσφυγή στη θεωρία του χάους για να μας εξηγήσει αυτήν τη... φυσική και αναμενόμενη ρευστότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όλες οι κβαντικές θεωρίες δεν είναι σε θέση, τουλάχιστον για την ώρα, να υποκαταστήσουν... τα ζαβολιάρικα ξωτικά του Σαίξπηρ, στο Όνειρο θερινής νυκτός π.χ. Η πολλαπλότητα δεν γίνεται εντέλει βίωμα των ηρώων του Πέιν, ώστε να διαποτίσει ως υπερβατική, λυτρωτική μαγεία της ποίησης τα έργα και τις ημέρες τους. Παραμένει μια υπόθεση μάλλον εξωτερική, ένα προσχηματικό περίβλημα ή ένας κοσμητικός πέπλος που μπορεί και να αφαιρεθεί.

Σε κάθε περίπτωση, η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, με επιμέλεια κίνησης της Αγγελικής Στελλάτου, στην καλή, βατή μετάφραση του Δημήτρη Κιούση, στήνει μια λαμπρή παράσταση. Ανασύρει αποφασιστικά τον πέπλο, αφήνει στην άκρη τα ποικίλα προβλήματα της φυσικής, για να εστιάσει στον πυρήνα, που είναι εντέλει η πολυπρισματική σχέση του ερωτευμένου ανθρώπινου ζευγαριού. Και το κάνει πολύ καλά, δίνοντάς μας άμεσα, σε πρώτο επίπεδο, α λα Μαριβώ..., τις κατεργαριές της παντοδύναμης Αρχής της Ζωής που μετέρχεται όλα τα τεχνάσματα διαδοχικής έλξης και άπωσης, όλα τα θεατρικά παίγνια της γλώσσας, όλες τις δυνατές μεταμορφώσεις της σάρκας άρρενος - θήλεος, για να πετύχει την αμοιβαία διακένωση... και τη διάλυση του ενός μέσα στο άλλο: την ποθούμενη επαναμάγευσή τους. Πρόκειται για την πλέον ερωτική παράσταση των τελευταίων ετών, χωρίς ίχνος πρόκλησης. Σε αυτό συντελούν καθοριστικά οι δύο χαρισματικοί πρωταγωνιστές, η Στεφανία Γουλιώτη και ο Μάκης Παπαδημητρίου. Η πρώτη γίνεται ένας άκρως ευαίσθητος δέκτης των πιο λεπτών ψυχικών κραδασμών με μειδίαμα κόρης αρχαϊκής, μέχρι σχεδόν εξαΰλωσής της ως υποκριτικού «σημείου», για να φθάσει σε έναν άλλο χώρο, πέραν του συμβατικού, γυρίζοντας «μέσα - έξω» τον ρόλο. Είναι αναμφισβήτητα η καλύτερή της μέχρι σήμερα δουλειά. Ο δεύτερος αποτελεί μια ιδιαίτερα στέρεη εκδοχή πολυδύναμης ύλης που έλαβε την προσωρινή υπαινικτική μορφή ενός συμπαντικού Πανός. Μπράβο και στους δύο.

Τα κοστούμια της Ελευθερίας Αράπογλου (Digitaria), τα άρτια βίντεο και το σκηνικό περιβάλλον του Παντελή Μάκκα, η λειτουργική μουσική του Γασπαράτου, οι φωτισμοί του Μπιρμπίλη, είναι όροι «εκ των ων ουκ άνευ» της παράστασης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Αστερόπη Λαζαρίδου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 01/12/2013

Παίρνεις δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς (Στεφανία Γουλιώτη, Μάκης Παπαδημητρίου). Τους δίνεις ένα δικαιολογημένα πολυβραβευμένο έργο ενός βρετανού συγγραφέα (Νικ Πέιν). Τους ρίχνεις σε έναν άδειο σκηνικό χώρο, πάνω-κάτω όπως είμαστε ατάκτως ερριμμένοι κι εμείς μέσα σε ένα απέραντο, ακαταλαβίστικο σύμπαν.

Το ωραιότερο φως γεννιέται μέσα από το απόλυτο σκοτάδι και κάπως έτσι έρχονται οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη να λειτουργήσουν ως ευφυή σημεία στίξης στο έργο «Αστερισμοί». Γεωμετρικά σχήματα φτιαγμένα από φως και σκιές βάζουν στο επίκεντρο το ερωτευμένο ζευγάρι, τη Μάριαν και τον Ρόλαντ, να ζουν και να ξαναζούν από τις πιο χαρούμενες ως τις πιο εφιαλτικές στιγμές της ζωής τους. Δεν χρειαζόμαστε αληθινό κρεβάτι για να φανταστούμε την πρώτη φορά που ήρθαν κοντά, ούτε αληθινό κρεβάτι νοσοκομείου για να αρχίσουμε να μετράμε την αντίστροφη μέτρηση. Το έργο, αστείο αλλά και σπαρακτικό, εικονογραφεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι κάθε απόφαση που έχεις ή δεν έχεις πάρει στη ζωή σου, όλα συνυπάρχουν σε ένα αφάνταστα πολύπλοκο σύστημα από παράλληλους κόσμους. Το καλό και το κακό timing, τα γοητευτικά deja-vu, η αιώνια απορία για το αν πήραμε τη ζωή μας λάθος και ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, διορατικός για άλλη μία φορά, ανέβασε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Άννυ Κολτσιδοπούλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής, 29/12/2013

Πάνε λίγα χρόνια, που σε πενθούντες κοντινούς μου εύχομαι παρορμητικά, μα ολόψυχα, το πένθος τους γρήγορα να γίνει δημιουργικό. Αυτό δηλαδή που συνέβη στον ανερχόμενο Αγγλο συγγραφέα Νικ Πέιν. Ενώ πενθούσε τον θάνατο του πατέρα του, έπεσε τυχαία πάνω στη θεωρία της κβαντικής φυσικής με τα παράλληλα σύμπαντα. Όπου μπορούν π.χ. να υπάρχουν ταυτόχρονα αναρίθμητα αντίγραφα όλων μας, αν κι εμείς αντιλαμβανόμαστε μόνο ένα. Βρήκε παρηγορητική την ιδέα, ο πατέρας του να συνεχίζει να υπάρχει κάπου αλλού, σ’ ένα άλλο σύμπαν, κι έγραψε τους «Αστερισμούς». Χάρισε έτσι στον εαυτό του τη δημιουργική διέξοδο που είχε ανάγκη και στο κοινό του ένα σπουδαίο όχημα παρηγορητικής φαντασίας μαζί και μια ιαματική θεατρική εμπειρία πάνω στην ερωτική χημεία, στις συμπεριφορές μας, στην απώλεια, στην αυτοδιάθεση της ζωής και του, αντιληπτού μας, τέλους της.

Η ιστορία των «Αστερισμών» μοιάζει αρχικά με τριτοβάθμια εξίσωση, αποδεικνύεται όμως στην εξέλιξή της σάρκινη, ευαίσθητη, αστεία, σπαρακτική: Μελισσοκόμος γνωρίζει μία αστροφυσικό. Ακολουθούν διάφορες εκδοχές εξέλιξης της σχέσης τους. Κολλάνε, δεν κολλάνε μεταξύ τους, μένουν, δεν μένουν πιστοί ο ένας στον άλλο, παντρεύονται, δεν παντρεύονται, χωρίζουν, δεν χωρίζουν, τους χωρίζει ο θάνατος, δεν τους χωρίζει. Σύντομες εκδοχές, με λόγια και καταστάσεις που επαναλαμβάνονται, απομακρυνόμενα. Τα παράλληλα σύμπαντα βλέπετε. Μάλλον δεν τα βλέπετε, αφού όλοι, από «αδυναμία» της βιολογίας μας, αντιλαμβανόμαστε μόνο ένα. Επιπλέον, προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε μια γραμμική εξέλιξη στην ιστορία των δύο, αφού δυσκολευόμαστε να δεχθούμε την αποδεδειγμένη αρχή της αβεβαιότητας των πάντων. Δηλαδή πως: «Ιδιες αρχικές συνθήκες μέσα στο ζευγάρι οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα, που ναι, ισχύουν όλα!». Αναγκάζοντάς μας, λοιπόν, ο Πέιν με τη συγκοπτόμενη γραφή του να τα παρακολουθήσουμε ως εκδοχές, μοιάζει να μας καλεί σε μια πρόβα αλλαγής της φτωχοδιάστατης, βιολογικής μας οπτικής.

Διόλου τυχαίο πως το έργο πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα η χανιώτικη «Μνήμη» του Μιχάλη Βιρβιδάκη σε δική του σκηνοθεσία, μετάφραση του Δημήτρη Κιούση με πρωταγωνιστές την Ελπίδα Ζαμπετάκη και τον Γιώργο Γραμματικάκη, συγγενή, υποθέτω, του αστροφυσικού - ποιητή Γ. Γραμματικάκη, που θα μπορούσε να είναι και ο αρχικός «εισαγωγέας» του έργου.

Στο σχεδόν παράλληλο θεατρικό «σύμπαν» του Νέου Κόσμου τους ρόλους επωμίζονται η Στεφανία Γουλιώτη και ο Μάκης Παπαδημητρίου, καθοδηγημένοι από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, στην ίδια έγκυρη μετάφραση του Δ. Κιούση.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κατέχει τη τέχνη των σύντομων σκηνών και των γρήγορων μεταπτώσεων ύφους, διάθεσης, ρυθμών. Δούλεψε πάνω σε αυτήν την αρχή των διακριτών και μη, εκδοχών και συμπάντων (στο τυπωμένο κείμενο ορίζονται από διαφορετικές γραμματοσειρές, bold ή πλάγια γράμματα) και δεν έμεινε μόνο σε αυτά. Χρωμάτισε με χιούμορ, μεγάλες κινήσεις, περιστροφές, παραλλαγές, παύσεις, στάσεις, συναισθηματικές χειρονομίες, το μοντέρνο «γκέστους» αυτού του νέου θεατρικού είδους, που του ταιριάζει σκηνοθετικά.

Η Στεφανία Γουλιώτη, εκμεταλλευόμενη τη διαφορά ύψους της από τον συμπρωταγωνιστή της, υιοθέτησε μιαν αδιόρατη στάση ευπροσήγορης κύρτωσης προς εκείνον, που χρωμάτισε ολόκληρη την ερμηνεία της με σπάνια ευγένεια. Τις ανεπαίσθητες παραλλαγές από σύμπαν σε σύμπαν και από εκδοχή σ’ εκδοχή, βρήκε τρόπους να τις κάνει διακριτές, τόσο που προκαλούσε το γέλιο, τη συγκίνηση, τον ψυχικό πόνο. Αλλού ευθυτενής, αλλά και παλλόμενη σαν τεντωμένη χορδή, περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της, την ανθρώπινη ερημιά, τα μεγάλα ερωτήματα του κάθε σύμπαντος.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου, αγαπητός του θεατρικού μα και τηλεοπτικού κοινού για τη θερμή προσωπικότητα, την αδιατάρακτη μανιέρα και το παρουσιαστικό του, έσπασε σε αρκετά σημεία τη γοητευτική «απαιξία» του, κάτι που έβγαλε στην επιφάνεια εσωτερικές πτυχές του ταλέντου του.

Εργο, παράσταση, ερμηνείες ήταν μια υπενθύμιση πως το θέατρο, με τις αναρίθμητες εκδοχές, ερμηνείες και ρόλους του μπορεί να είναι και προσομοίωση των κβαντικών πολλαπλών συμπάντων. «Όλος ο κόσμος μια σκηνή» άλλωστε, που έλεγε και ο Σαίξπηρ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/01/2014

Η Σημειωτική θεωρία (Σημαντική) των Πιθανών Κόσμων εμφανίζεται στα τέλη του '70 (με βασικό εισηγητή τον Ουμπέρτο Εκο) ως μια ανανεωτική θεωρία για την προσέγγιση των μυθοπλαστικών-δραματικών κόσμων. Με οφειλές στην κβαντική φυσική αλλά και στην τροπική λογική, οι Πιθανοί Κόσμοι του δράματος διαφοροποιούνται από τα αξιώματα εκείνων: από τους Παράλληλους Κόσμους της κβαντοφυσικής ως προς το γεγονός ότι το αξίωμα της ύπαρξής τους υπόκειται σε επαλήθευση ή διάψευση, ενώ οι Πιθανοί Κόσμοι του δράματος είναι καλλιτεχνήματα που παράγονται από αισθητική δραστηριότητα, ήτοι σημειωτικά συστήματα.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τους Πιθανούς Κόσμους της τροπικής λογικής αυτοί της μυθοπλασίας είναι ατελείς, ανομοιογενείς σημασιολογικά, συχνά λογικά αδύνατοι, παραβιάζοντας μαθηματικούς ή λογικούς νόμους όπως αυτοί της μη αντίφασης, ενώ διατηρούν παρασιτική σχέση με τον πραγματικό κόσμο όντας κατοικημένοι από οντότητες με συγκεκριμένες ιδιότητες. Ο Πιθανοί Κόσμοι του δράματος απεγκλωβίζουν τη φαντασία από τα όρια του μονοσήμαντου (και βαρετού) κόσμου μας και υιοθετούνται από αυτούς που αγαπούν την ελευθερία (Thomas Pavel).

Το παγκόσμιο θέατρο έχει να επιδείξει πλείστα παραδείγματα δραματουργικής-σκηνικής εκμετάλλευσης της λογικής των παράλληλων κόσμων. Θα αναφέρω παραδειγματικά, από την ελληνική παραγωγή, τον πρόσφατο «Κυκλισμό του τετραγώνου» του Δ. Δημητριάδη αλλά και το εμβληματικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Αντόνιο ή το μήνυμα». Και στα δύο έργα, υπό διαφορετικές συνθήκες, παρουσιάζονται εναλλακτικές εκδοχές των ίδιων προσώπων, ως να βιώνουν σε παράλληλα σύμπαντα όπου οι επιλογές και συμπεριφορές τους διαφοροποιούνται οδηγώντας σε διαφορετικές εκβάσεις την ιστορία.

«Η γάτα του Σρέντιγκερ»

Σύμφωνα με τις κβαντικές διακλαδώσεις, ένα «σώμα» που βρίσκεται μπροστά σε αντικρουόμενες επιλογές τις ακολουθεί όλες. Για το «παράδοξο της γάτας του Σρέντιγκερ» το ερώτημα που προκύπτει, με απλά λόγια, είναι αν μια γάτα, τοποθετημένη σε ένα κουτί, πυροβοληθεί θα είναι, όταν ανοίξει το κουτί, ζωντανή ή νεκρή. Κατόπιν εξασφάλισης των κυματοσυναρτήσεων και της αποσυνοχής διατυπώθηκε η έννοια των πολλαπλών κόσμων: η γάτα θα μπορεί να είναι ζωντανή όσο και νεκρή διότι το σύμπαν χωρίστηκε στα δύο, όπου οι δύο ιδιότητες μπορούν να υπάρχουν παράλληλα και εξίσου πραγματικά.

Ο σύγχρονος Αγγλος συγγραφέας Νικ Πέιν δημιουργεί τους «Αστερισμούς» -μια προφανή ανάδειξη του παραπάνω «παράδοξου»- φέρνοντας επί σκηνής ένα ζευγάρι που συναντάται ατέρμονα σε διαφορετικούς, εναλλακτικούς κόσμους, παραλλάσσοντας τις σχέσεις και τη δράση του. Η έννοια της μη ύπαρξης του χρόνου συνομιλεί με τον θάνατο που έρχεται σε έναν από τους πιθανούς κόσμους ενώ το ζευγάρι επαναλαμβάνει, με διαφοροποιήσεις, στιγμιότυπα της ιστορίας του αφού εδώ η λογική της αρχή της μη-αντίφασης δεν ισχύει.

Εργο που επικεντρώνεται στους δύο ηθοποιούς και στη δυνατότητα εκ μέρους τους σκηνικής ανάδειξης των παράλληλων ταυτοτήτων τους στα διαφορετικά σύμπαντα, τόσο λεκτικά όσο και κινησιολογικά, στη λιτή και γεωμετρημένη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και την καίρια μετάφραση του Δημήτρη Κιούση, στηρίζεται ουσιαστικά στις ερμηνείες του Μάκη Παπαδημητρίου και της Στεφανίας Γουλιώτη. Κι αν ο πρώτος δείχνει να κατέχει τη λογική του παιχνιδιού τους και με υποκριτική ακρίβεια διακτινώνεται στα εναλλακτικά σύμπαντα και αναδεικνύει τη διακοσμική του ταυτότητα, η δεύτερη δείχνει μάλλον αβέβαιη, ασταθής φωνητικά και σε αμήχανη προσεγγιστική διάσταση με τον συμπρωταγωνιστή της, με ενδιάμεσες εξάρσεις γερής ερμηνείας στα μονολογικά της μέρη.

Σκηνικό περιβάλλον

Ο σκηνοθέτης επιλέγει ευφυώς άδεια από σκηνικά σκηνή που «γεμίζει» αρχικά από βιντεοπροβολή με μαρτυρίες αστροφυσικών και, στη συνέχεια, με αστρικά πολύχρωμα νεφελώματα ή τέμνουσες τη σκηνή φωτεινές ευθείες σε τοίχο και δάπεδο του Παντελή Μακκά με τη συνδρομή των φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη. Δημιουργείται έτσι το «συμπαντικό» σκηνικό της ιστορίας στην αίσθηση του οποίου συμβάλλουν αποφασιστικά οι μουσικοί ήχοι του Σταύρου Γασπαράτου.

Τα κοστούμια (Digitaria) δεν με ενέπνευσαν. Βρήκα ότι στην προσπάθεια να τονίσουν χαρακτηρολογικά τα πρόσωπα παραβλέφθηκε η αναγκαία αισθητικά σκηνική αρμονία τους.

Μια αναπτερωτική παράσταση που απελευθερώνει το πνεύμα από το μονοσήμαντο του είναι μας και του εναλλακτικού κόσμου που κατοικούμε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP