ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

"Μεσοπέλαγα" του Σλαβομίρ Μρόζεκ
Σκηνοθεσία: Αγγελική Γκιργκινούδη
Παίζουν: Γιάννης Νιάρρος, Βασίλης Παγανόπουλος, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Ρίνος Τζάνης, Ηλίας Κιάμα Τζογόνας
Συμπαραγωγή με την Μπονόμπο

Τρεις ναυαγοί πάνω σε μια σχεδία στη μέση του ωκεανού. Τέλειωσαν όλες οι τροφές, τέλειωσαν και τα ψέματα. Όταν δεν υπάρχει κάτι για να φας, πρέπει να φας κάποιον.

Τρεις ναυαγοί πάνω σε μια σχεδία στη μέση του ωκεανού. Τέλειωσαν όλες οι τροφές, τέλειωσαν και τα ψέματα. Όταν δεν υπάρχει κάτι για να φας, πρέπει να φας κάποιον. Κάποιος πρέπει να θυσιαστεί, και οι τρεις ναυαγοί αναπαράγουν στην πιο μακάβρια μορφή τις παράλογες σχέσεις εξουσίας που κυριαρχούν στην ανθρώπινη κοινωνία και που φέρουν ωραία ονόματα όπως δημοκρατία, δικαιοσύνη, πολιτισμός. Σε μια τέτοια κατάσταση εξαίρεσης, κάτι σαν κι αυτό που ζούμε σήμερα όλοι εμείς, πόσοι είμαστε έτοιμοι να φάμε ο ένας τον άλλο ή να θυσιαστούμε αδιαμαρτύρητα και πόσοι, βλέποντας τον παραλογισμό της κοινωνίας, θα επιλέξουμε να εγκαταλείψουμε τη «σχεδία» για να κολυμπήσουμε στα βαθιά νερά της ελευθερίας;


Συντελεστές

Μετάφραση: Κυριακή Καζελίδου
Σκηνοθεσία: Αγγελική Γκιργκινούδη
Σκηνικά-Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Γιάννης Νιάρρος (Αδύνατος), Βασίλης Παγανόπουλος (Κανονικός), Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος (Χοντρός), Ρίνο Τζάνι (Ταχυδρόμος), Ηλίας Κιάμα Τζογόνας (Μπάτλερ)


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

από 12.3.2014 μέχρι 11.4.2014

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Έλενα Σταγκουράκη, frear.gr, 22/01/2014

…κι έχουν πλώρα τον λιγνό.* Ο αδηφαγικός χαρακτήρας και οι κανιβαλιστικές τάσεις της κοινωνίας υπό το πρίσμα μαύρου χιούμορ και με άρωμα Κομέντια ντελ’ άρτε.

Τρεις ναυαγοί, παλεύοντας με τα κύματα πάνω σε μια σχεδία, διαπιστώνουν πως τ’ αποθέματα τροφής έχουν εξαντληθεί. Ποιος και πώς θα εξασφαλίσει στους υπόλοιπους την επιβίωση; Aδύναμος κρίκος, ο Αδύνατος της παρέας. Με το μονόπρακτο αυτό έργο του, γραμμένο ήδη το 1961, ο Μρόζεκ θίγει με όχημα το μαύρο χιούμορ σε μια γκροτέσκα περίσταση πλήθος θεμάτων, όπως την προσωπική ελευθερία, την εκμετάλλευση, αλλά και δεινά της κοινωνικής και πολιτικής ζωής όπως ο ωφελιμισμός, ο καιροσκοπισμός και η υποκρισία. Σ’ ένα έργο όπου η ρητορεία εκ μέρους των χαρακτήρων έχει το πάνω χέρι, διέξοδος προσφέρεται μόνο μέσω της (αυτο)θυσίας, στην οποία οδηγεί η συλλογική βουλιμία. Τη δυστοπία των σημερινών κοινωνιών και συστημάτων αποτυπώνουν φράσεις όπως: «σας το είπα πως η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει αποδειχτεί προβληματική» ή «απ’ τη μια η δημοκρατία δεν λειτουργεί, απ’ την άλλη η δικτατορία δεν μας κάνει…» ή, τέλος, το συμπέρασμα «ο καλύτερος τρόπος για την κοινωνία είναι να σε φάει» (ειδικά όταν πρόκειται για τους εκάστοτε αδύναμους κρίκους). Εκείνη όμως που πραγματικά προκαλεί δέος είναι η φράση «πώς είσαι σίγουρος πως η δικαιοσύνη δεν θα στραφεί εναντίον σου»; Και δεν αναφερόμαστε εδώ στις περιστασιακές φορές όπου ο άδικος όντως τιμωρείται, συνήθως επιεικώς, αλλά στις συχνές εκείνες και φρικτές περιπτώσεις όπου ο δίκαιος αδυνατεί να βρει να το δίκιο του και μάλιστα καλείται να επωμιστεί τις συνέπειες της αναζήτησής/διεκδίκησής του. Κι ας φωνάζουν τα πλήθη, όπως ο Αδύνατος στο έργο του Μρόζεκ, για «Δικαιοσύνη! Δικαιοσύνη!». Η δικαιοσύνη παγκοσμίως δεν είναι παρά ελλειμματική.

Η σκηνοθεσία του έργου από την Γκιργκινούδη δεν είναι απλώς επιτυχής, αλλά και με άποψη. Αποδίδοντας ευστόχως τα γνωρίσματα της γραφής του Μρόζεκ, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Ο Χοντρός και ο Αδύνατος του έργου γίνονται ο Κακός και ο Καλός αντίστοιχα, ενώ και άλλα στοιχεία όπως οι σύγχρονοι πιερότοι, η παντομίμα, η έντονη έκφραση και η ακόμη εντονότερη κίνηση παραπέμπουν εξίσου στην παράδοση της Κομέντια ντελ’ άρτε. Μόνη παραφωνία, η έξοδος της παράστασης, καθώς χάνει το ρυθμό της όταν πέφτουν οι μάσκες (γεγονός για το οποίο μερίδιο ευθύνης φέρουν και οι ηθοποιοί), ρυθμό που διατηρεί γοργό και σταθερό έως εκείνην τη στιγμή. Μνείας χρήζουν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη με την επιτυχημένη αφαιρετική αντίθεση λευκού-μαύρου που θυμίζει ασπρόμαυρο κινηματογράφο (και ειδικά στην αρχή, βουβό), ενώ έπαινοι αρμόζουν και στον Σπύρο Μπόμπολη για την επιμέλεια της κίνησης, κίνησης έξοχης, τόσο στη σύλληψη, όσο και στην απόδοσή της! Τα τρία σώματα των ηθοποιών εκτελούν μια διαρκή χορογραφία, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο εμφανή, με αποκορύφωμα τον θαυμαστό συγχρονισμένο κυματισμό τους στην απόδοση των κυμάτων.

Ο Γιάννης Νιάρρος, ως Αδύνατος/Καλός, είναι παιδί με ταλέντο. Κι όχι γιατί ο ρόλος του είναι αβανταδόρικος, αλλά γιατί ξέρει να τον παίξει αβανταδόρικα. Κίνηση, έκφραση, φωνή, υπόσχονται πολλά, γι’ αυτό προσδουκούμε εκ μέρους του διαρκή δουλειά. Θα ήταν ανεπίτρεπτο ν’ αφήσει το χάρισμά του ανεκμετάλλευτο. Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, ως Χοντρός/Κακός, φρόντισε για μια ικανοποιητική ερμηνεία ώς την πτώση των μασκών, με την οποία δεν ξεγυμνώθηκε μονάχα το πρόσωπό του, αλλά και η αμηχανία του. Ο δε Βασίλης Παγανόπουλος, ευθυγραμμισμένος με την κανονικότητα του ρόλου του ως Κανονικού.

Αυτή είναι η σχεδία που συναντήσαμε κυριολεκτικά μεσογείως στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ένα θέατρο που έχει συνηθίσει να συστήνει στο κοινό και να υποστηρίζει νέα έργα και συντελεστές, με ουσιαστική προσφορά στο χώρο του θεάτρου και απότοκο πάντα (προφανώς και γνώμονα) την ποιότητα.

* «Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό» τραγουδά στην υπέροχή του «Θάλασσα» ο Κώστας Μουντάκης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP