ΛΑΜΠΕΝΤΟΥΖΑ

ΛΑΜΠΕΝΤΟΥΖΑ

"Λαμπεντούζα" του Άντερς Λουστγκάρτεν
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου

Το παραδείσιο νησί της Λαμπεντούζα. Εκεί που η βόρεια Αφρική συναντά την Ιταλία. Γραφικά χωριά, ονειρεμένες παραλίες, και παράξενα σκουπίδια που ξεβράζει η θάλασσα.

Η οικογένεια του Στέφανου είναι ψαράδες πάππου προς πάππου. Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα η ψαριά του είναι πολύ διαφορετική. Δουλειά του είναι τώρα να περισυλλέγει σώματα μεταναστών από τα κρύα νερά της Μεσογείου.
Πιο βόρεια, στις σκοτεινές γωνιές της Αγγλίας, η Ντενίζ, μια κινεζοεγγλέζα εργαζόμενη φοιτήτρια, πηγαίνει πόρτα πόρτα για να μαζέψει δόσεις καταναλωτικών δανείων για λογαριασμό μιας εισπρακτικής εταιρείας. Είναι μιγάδα, είναι διαφορετική και εισπράττει διακρίσεις από εκείνους που θέλουν να την ξεφορτωθούν.
Άβολες δουλειές, για ανθρώπους που η φτώχεια, η κρίση, η ανεργία τους έχουν ρίξει στο περιθώριο. Κι όμως υπάρχει ελπίδα και ζεστασιά, που θα τη βρουν εκεί που καθόλου δεν το περιμένουν.

Ο Άντερς Λουστγκάρτεν είναι βραβευμένος βρετανός θεατρικός συγγραφέας. Η Λαμπεντούζα γράφτηκε το 2015 ύστερα από παραγγελία του θεάτρου Σόχο του Λονδίνου.

Την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016, ο Άντερς Λουστγκάρτεν βρέθηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, για να παρακολουθήσει την παράσταση και να συζητήσει με τους συντελεστές και το κοινό.


Συντελεστές της παράστασης

Μετάφραση: Αγγελική Κοκκώνη
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Τζάθας

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Κεντρική φωτογραφία: Δημοσθένης Γαλλής 


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Αργύρης Ξάφης, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Οι μετανάστες δε βάζουν σε μια τσάντα τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας πίσω παιδιά και οικογένεια, λαδώνοντας και παλεύοντας να χωθούν στις ρόδες ενός τρένου ή πίσω απ’ τα κιβώτια σ’ ένα φορτηγό μαζί με άλλους σαράντα, δεν υποφέρουν τους σκοτωμούς και τους βιασμούς αγαπημένων τους, μόνο και μόνο για να τσεπώσουν επιτέλους αυτό το επίδομα από 67 λίρες και 46 πένες τη βδομάδα από το βρετανικό δημόσιο.»

Αυτά λέει η Ντενίζ σε κάποιο σημείο στη Λαμπεντούζα, κι εγώ θα συμπλήρωνα ότι ο πρόσφυγας δεν θα έβαζε σε κίνδυνο τα παιδιά του, τη γυναίκα του, φορτώνοντάς τους σ’ ένα σαπιοκάραβο για να περάσουν στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, αν δεν θεωρούσε ότι κινδυνεύουν έτσι λιγότερο απ’ ό,τι στον πόλεμο στη Συρία ή στο Μάλι σήμερα, στο Λίβανο ή στη Λιβύη χτες.

Σύμφωνα με τη Frontex, oι φετινές αναχωρήσεις σκαφών από την Αίγυπτο στην Ιταλία έχουν ξεπεράσει τις χίλιες. Πριν από τη νέα εκατόμβη στα μέσα του Σεπτέμβρη, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης είχε καταγράψει 3.212 θανάτους προσφύγων και μεταναστών φέτος στη Μεσόγειο. Ένας μακάβριος απολογισμός, αυξημένος περίπου 15% συγκριτικά με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Παρά τη συνολική μείωση των αφίξεων, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ εκτιμά πως το 2016 θα είναι η πιο φονική χρονιά στη Μεσόγειο. Γιατί τώρα πια η θάλασσα, η αρχή της ζωής, έχει γίνει για τόσους και τόσους συνώνυμο του θανάτου, τώρα που τα επίγεια σύνορα, και τα δικά μας, έχουν γεμίσει φράχτες, κι οι άνθρωποι, δυστυχώς, δεν είναι σαν τα αποδημητικά πουλιά να περνάνε από πάνω.

Πριν από 19 χρόνια, Οκτώβριο πάλι, ανέβασα εδώ τη Βρομιά του Ρόμπερτ Σνάιντερ, με ήρωα έναν άραβα μετανάστη. Τίποτα δεν βελτιώνεται στην πολιτισμένη Ευρώπη μας, με τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αντίθετα, χειροτερεύουν τα πράγματα. Και δεν είναι απλώς στατιστικοί πίνακες, αλλά ανθρώπινες ζωές. Τους βλέπουμε όμως σαν ανθρώπους; Φοβάμαι πως όχι, γι’ αυτό και αντέχουμε τις επαναλαμβανόμενες ειδήσεις με τα διαμελισμένα ή τα ξεβρασμένα κορμιά. Που λίγο λίγο περνάνε στις σύντομες αναφορές, στις μέσα σελίδες, στα μονόστηλα.

Το θέατρο έχει άλλο θεό: ανέκαθεν αφηγείται ανθρώπινες ιστορίες, εδώ το προσφυγικό ξεκολλάει από την αφηρημένη πολιτική διάσταση για να πάρει σάρκα και οστά, ανάσα, ήχο και ζεστασιά. Υπάρχει μια πραγματικότητα στους πρόσφυγες, ίδια με τη δική μας πραγματικότητα: έχουν κι αυτοί πρόσωπα, ονόματα, αγαπάνε, πονάνε, ερωτεύονται, παίζουν, μιλάνε από το κινητό με τη μάνα τους στην άλλη άκρη του κόσμου. Προσπαθούν να κρατήσουν αξιοπρέπεια, έχουν όνειρα, έχουν φόβους, έχουν, έχουμε…
Γι’ αυτό επανέρχομαι σε τέτοιες αφηγήσεις, από τον Κοινό Λόγο μέχρι τη Λαμπεντούζα, γιατί είναι πολλοί, είμαστε πολλοί εκείνοι που καλωσορίζουμε τους πρόσφυγες, κι όπως λέει ο Στέφανο στο τέλος του έργου, οι άνθρωποι αυτοί μας δίνουν ελπίδα. Από αισιοδοξία κάνω θέατρο.

Στις λίγες σελίδες του προγράμματος της παράστασης, αντί για πολιτικά ή θεωρητικά κείμενα, που περνούν τόσο συχνά μπροστά απ’ τα μάτια μας, επιλέξαμε να δούμε τον πρόσφυγα και τον μετανάστη με τον τρόπο της ποίησης του 20ού και του 21ου αιώνα.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή
από 28.10.2016 μέχρι 9.4.2017

Θεσσαλονίκη, Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, 18-21.5.2017

ΚΥΠΡΟΣ, Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 23.1.2017 / ΘΟΚ, Λευκωσία, 24.1.2017

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 08/12/2016

Λαμπεντούζα

Καθηλωτικός ο Αργύρης Ξάφης ως ψαράς που περισυλλέγει πρόσφυγες στα ανοιχτά της Λαμπεντούζα, με μετεφηβικό τσαμπουκά και κυνισμό η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου ως φοιτήτρια με επίσης «άχαρη» δουλειά, σε μια λιτή, υποβλητική κι ευθύβολη παράσταση για την –πρωτίστως υπαρξιακή– κρίση των καιρών μας.

Δύο ζωές. Δύο ιστορίες. Δύο παράλληλοι μονόλογοι. Στη γραμμή του αφηγηματικού θεάτρου, η «Λαμπεντούζα» (2015 ) έχει ως ήρωες-αντιήρωες δύο Ευρωπαίους πολίτες, όχι ιδιαίτερα προνομιούχους, αλλά σε καλύτερη μοίρα από εκείνους της Συρίας ή του Μάλι, να απευθύνονται στους θεατές αφηγούμενοι τα καθημερινά τους πάθη. Ιταλός ψαράς ο Στέφανο, περισυλλέγει νεκρούς πρόσφυγες που πνίγονται στα ανοιχτά του νησιού του, της κάποτε ειδυλλιακής Λαμπεντούζα. Κινεζοβρετανίδα φοιτήτρια στο Λονδίνο, «μπάσταρδη, γλωσσού και φτωχιά» κατά την ίδια, η Ντενίζ ζητά πόρτα πόρτα ανεξόφλητες δόσεις, ως υπάλληλος εταιρείας είσπραξης δανείων. Οι εργασίες τους έχουν διαποτίσει την ύπαρξή τους. Υποταγμένοι στη θεσμική βαρβαρότητα των καιρών μας, βγάζουν το ψωμί τους από τα τερατώδη σφάλματα του καπιταλιστικού συστήματος.

«Πηγαίνουμε οι αστοί να δούμε (ακόμη ) ένα έργο γύρω από το προσφυγικό και τους νεόπτωχους της κρίσης; Σε αυτό άραγε εξαντλούμε την ενσυναίσθησή μας;» αναρωτιόμουν με ανάμεικτη ειρωνεία και αμηχανία πριν από την παράσταση. «Μοιάζει ανάρμοστο έως και ξεδιάντροπο να βάζεις “αστέρια” σε μια παράσταση στηριγμένη στα βάσανα των προσφύγων», συνομολογούσαν πρόσφατα οι κριτικοί των βρετανικών εφημερίδων «Guardian» και «Observer». Η παράσταση με απάλλαξε από αυτές τις ενοχές ήδη από τα πρώτα λεπτά.
Ίσως γιατί ο Άντερς Λουστγκάρτεν, ουγγροεβραϊκής καταγωγής Βρετανός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής, κάνει τη μετατόπιση προς κάτι αυτονόητο που το θέατρο μοιάζει να έχει ξεχάσει: μιλάει για την καλοσύνη των ανθρώπων. Παρά τις ανατριχιαστικές περιγραφές των παραμορφωμένων πτωμάτων που αλιεύει ο Στέφανο ή των κωμικοτραγικών δραμάτων που συναντά η Ντενίζ («Δεν μπορώ τώρα, ένας πύθωνας έφαγε τον σκύλο μου» ), παραθέτει επίσης στιγμιότυπα «που σου ζεσταίνουν την καρδιά», όπως η χαρά του μετανάστη από το Μάλι για την προσωρινή άδεια παραμονής ή το σφιχταγκάλια­σμα με τη γυναίκα του όταν φτάνει­ κι εκείνη σώα στη Λαμπεντούζα.
Δύο όψεις του σύγχρονου ασθμαίνοντος καπιταλισμού εκτίθενται στο έργο μαζί και μια αντιπρόταση: μόνο ικανό αντίπαλο δέος σε ό,τι ζούμε είναι η ανάδυση ενός νέου ανθρωπισμού που να αψηφά εξίσου το φόβο, το ρατσισμό όσο και τον αδιάφορο κυνισμό και να υπερασπίζεται, ως μόνη αναγκαία συνθήκη, τη συνύπαρξη. Τόσο απλά, τόσο από καρδιάς.
Με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού­ να διαπερνά την πεζότητα των μονολόγων, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος διαβάζει το έργο πολιτικά όσο και συναισθηματικά και στήνει μια παράσταση καθαρή, μεστή, υποβλητικά λιτή, με μια περίεργη ζέση να αναδύεται παρά την ψυχρή λευκότητα του όμορφου αλλά δραματουργικά άκυρου σκηνικού (Μαγδαληνή Αυγερινού ). Μέγας αφηγητής, ο Αργύρης Ξάφης είναι καθηλωτικός έτσι όπως εξιστορεί το πιο σκοτεινό παραμύθι της εποχής μας: η ζωντάνια της ερμηνείας του δεν έχει καμία γλαφυρότητα. Έχει αμέριστη ανθρωπιά. Περισσότερο στεγνή και ίσως κάπου μονότονη, αλλά σίγουρα ισχυρή, η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου δίνει φωνή στην αγανάκτηση της ματαιωμένης νιότης για να καταλήξει στην απορημένη αισιοδοξία τού «γιατί είναι καλοί οι άνθρωποι;»

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γεωργία Οικονόμου, Life.gr, 21/11/2016

Είδαμε την «Λαμπεντούζα» δια χειρός Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου  

Αξίζει να δει κάποιος την Λαμπεντούζα; Ναι, μη τη χάσετε. Πρόκειται για μία παράσταση που αναβλύζει ζεστασιά και μας θυμίζει πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να ζουν μαζί, για να βοηθούν και να προστατεύουν ο ένας τον άλλον…   

Την «Λαμπεντούζα» του Άντερς Λουστγκάρτεν σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είδαμε στο θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Αργύρη Ξάφη και τη Χαρά-Μάτα Γιαννάτου στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Δύο ήρωες, ή μάλλον καλύτερα δύο αντιήρωες. Ο Στέφανος, ένας Ιταλός ψαράς του οποίου η οικογένεια είναι ψαράδες πάππου προς πάππου. Αυτός όμως δεν ψαρεύει ψάρια. Ζει στο «παραδείσιο» νησί της Λαμπεντούζα, εκεί που η βόρεια Αφρική συναντά την Ιταλία, «πιάνει» στα δίχτυα του ανθρώπινες ψυχές και περισυλλέγει σώματα μεταναστών στα παγωμένα νερά της Μεσογείου. Πιο βόρεια, στις σκοτεινές γωνιές της Αγγλίας, η Ντενίζ, μια κινεζοεγγλέζα εργαζόμενη φοιτήτρια, πηγαίνει πόρτα πόρτα για να μαζέψει δόσεις καταναλωτικών δανείων για λογαριασμό μιας εισπρακτικής εταιρείας. Δύο «απάνθρωπες» δουλειές για δύο ανθρώπους που η φτώχεια, η κρίση, η ανεργία τους έχουν ρίξει στο περιθώριο και είναι άγνωστο αν τελικά υπάρχει κάπου ελπίδα και ζεστασιά…

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος εμφανώς επηρεασμένος από το μείζον ανθρωπιστικό ζήτημα των ημερών μας, αυτό του προσφυγικού, επέλεξε να ανεβάσει την «Λαμπεντούζα», ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, πηγή ελπίδας, αλλά και αισιοδοξίας πως ίσως τελικά η «πολιτισμένη» Ευρώπη μπορεί να αναδυθεί από τις στάχτες της. Μοναδικό της όπλο; Όχι οι πολιτικές και οι κούφιες ανθρωπιστικές ιδεολογίες που προασπίζονται τα κόμματα, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Για το λόγο αυτό έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους αφηγηματικούς μονολόγους  των δύο πρωταγωνιστών. Τους άφησε να διασταυρώσουν τις ιστορίες τους, να «πατήσει» ο ένας πάνω στις σιωπές του άλλου, ένωσε τις φωνές τους, αλλά και τα τόσο διαφορετικά τους βιώματα και κατόρθωσε να δημιουργήσει μία συγκλονιστική κοινή βάση μεταξύ τους. Γιατί μπορεί οι δυο ήρωες να μην γνωρίζονται μεταξύ τους, είναι όμως και οι δύο θύματα ενός παγκοσμιοποιημένου αδίστακτου συστήματος που τους στερεί το δικαίωμα στο όνειρο και τους εξαναγκάζει να κάνουν μια δουλειά που δεν αντέχουν ψυχικά μόνο και μόνο γιατί παραμένουν... άνθρωποι.

Ο Αργύρης Ξάφης και η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου έδωσαν δύο πολύ δυνατές ερμηνείες ως Στέφανος και Ντενίζ αντίστοιχα. Ενσάρκωσαν, σχεδόν σπαρακτικά, δύο αντι-ήρωες των καιρών μας που κατόρθωσαν να μην αλλοτριωθούν και διατήρησαν αλώβητη την ανθρωπιά και το συναίσθημά τους. Απόκοσμο και ατμοσφαιρικό το σκηνικό, αλλά και τα κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού, σε απόλυτη αρμονία η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου

Αξίζει να δει κάποιος την Λαμπεντούζα; Ναι, μη τη χάσετε. Πρόκειται για μία παράσταση που αναβλύζει ζεστασιά και μας θυμίζει πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να ζουν μαζί, για να βοηθούν και να προστατεύουν ο ένας τον άλλον…   

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μυρτώ Λοβέρδου, ΤΑ ΝΕΑ, 08/11/2016

Ψαρεύοντας ελπίδα

Επίκαιρο, άμεσο και σκληρό το θέμα μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για μια διαφορετική προσέγγιση του Προσφυγικού και του Μεταναστευτικού.

Από εδώ αρχίζουν όλα. Από εδώ ήταν ο δρόμος του Καίσαρα, του Αννίβα προς τη δόξα.
Από εδώ πέρασαν οι Φοίνικες και οι Καρθαγένες, οι Οθωμανοί και οι Βυζαντινοί.
Όλοι από τη θάλασσα προερχόμαστε και στη θάλασσα θα γυρίσουμε. Η Μεσόγειος γέννησε τον κόσμο». Κάπως έτσι αρχίζει το έργο του βρετανού θεατρικού συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν (Anders Lustgarten) «Λαμπεντούζα». Γραμμένο το 2015 κατόπιν παραγγελίας του θεάτρου Σόχο του Λονδίνου, παρουσιάζεται από το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Επίκαιρο, άμεσο και σκληρό το θέμα μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για μια διαφορετική προσέγγιση του Προσφυγικού και του Μεταναστευτικού. Πρωτότυπη, ανθρώπινη και διόλου μελό η ιστορία του Στέφανο και της Ντενίζ εξελίσσεται ανάμεσα στον Νότο και στον Βορρά της Ευρώπης. Εκείνος είναι ψαράς στο ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, μόνο που αντί για ψάρια μαζεύει νεκρά σώματα, πτώματα. Εκείνη, μια κινεζοεγγλέζα εργαζόμενη φοιτήτρια πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα και μαζεύει χρεωστούμενες δόσεις από κόκκινα καταναλωτικά δάνεια.

ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ στην περίπτωση του συγγραφέα είναι ότι μεταφέρει ένα φαινομενικά τοπικό πρόβλημα σε σφαιρικό επίπεδο. Έξω από τόπους καταγωγής και πατρίδες, δίνει παγκόσμια διάσταση σε ένα θέμα που ο ίδιος παρουσιάζει τόσο προσωπικά.
Στο λευκό, σχεδόν παγωμένο σκηνικό, με τα λίγα βράχια και την αίσθηση της θάλασσας, του κρύου ίσως και του θανάτου να φτάνει στον θεατή, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έστησε τη δική του «Λαμπεντούζα». Με το δεδομένο ότι οι δύο ήρωες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, σαν να μη μοιράζονται την ίδια σκηνή, η παράσταση καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη συνθήκη, που καθορίζει την εξέλιξή της. Δύο παράλληλοι μονόλογοι που όμως μοιάζει σαν ο ένας να είναι η συνέχεια του άλλου, σαν ο ένας να συμπληρώνει τον άλλο. Και το πέτυχε: η πληθωρική μορφή του ψαρά από τη μια και η λεπτεπίλεπτη, αυστηρή φιγούρα της κοπέλας από την άλλη, κινούνται και αναπνέουν μέσα στο ίδιο παγερό σκηνικό και το ζεσταίνουν. Με τα βλέμματά τους. Και κάπου συναντιούνται, συναντήθηκαν ή θα συναντηθούν, γιατί μοιράζονται την ίδια αγάπη για τη ζωή και μια κοινή απορία-βεβαίωση: γιατί να υπάρχουν καλοί άνθρωποι.

Ο σκηνοθέτης διάβασε με ευαισθησία το έργο, δεν του στέρησε ούτε αισθήματα ούτε ανθρωπιά, παρουσιάζοντάς το με μια κανονικότητα. Ούτε όμως υπερέβαλε. Σεβάστηκε το μέτρο του συγγραφέα, την ισορροπία και την ιδιότυπη απόσταση που κράτησε από τους ήρωες του και επικεντρώθηκε στις ιστορίες του Στέφανο και της Ντενίζ.

Ο Αργυρής Ξάφης, ένας μεστός ηθοποιός, δεν στέρησε από τον ιταλό ψαρά ούτε την αμεσότητα ούτε τον αυθορμητισμό: τα περιστατικά που βιώνει γίνονται δικά του, τόσο απλά, τόσο αληθινά. Η θάλασσα, το ναυάγιο, τα πτώματα, η γυναίκα που αναζητά, η φιλία, όλοι και όλα οικειοποιοΰνται, γίνονται οικογένεια και πατρίδα του. 
Απέναντι του, πλάι του, δίπλα του η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, μια διάφανη φιγούρα, εύθραυστη και δυνατή, ερμήνευσε την Ντενίζ με τρόπο εσωτερικό αλλά και σωματικό. Και οι δυο δεν στέρησαν από την παράσταση και τις ερμηνείες τους ούτε το (ήσυχο) χιούμορ που διαθέτει το έργο ούτε την ουσιαστική ποιητική διάστασή του. Είναι ενδιαφέρουσα η αλυσίδα που φτιάχνει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ξεκινώντας είκοσι χρόνια πριν με έργα όπως ο «Κοινός λόγος» και η «Βρωμιά». Εστιάζει στο διαφορετικό και μετατρέπει την αφηρημένη πολιτική διάσταση σε προσωπική, δίνοντάς της όνομα, σάρκα και οστά. Γι’ αυτό όταν επιλέγει να πει τις ιστορίες τους, το κάνει πολύ καλά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP