ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ

Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ

"Ο βυσσινόκηπος" του Άντον Τσέχωφ
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Παίζουν: Μάκης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Οικονόμου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Όμηρος Πουλάκης, Σύρμω Κεκέ, Δημήτρης Πασσάς, Σοφία Γεωργοβασίλη, Μαρία Γεωργιάδου, Γιώργος Μελισσάρης, Δάφνη Δαυίδ, Μιχάλης Τιτόπουλος, Πέτρος Σπυρόπουλος, Σπύρος Πίτσος

Ένας πανέμορφος βυσσινόκηπος, που αναφέρεται στο «Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν» της Ρωσίας, πρόκειται να κοπεί και να χαθεί, γιατί δεν είναι πια «αποδοτικός». Μαζί του τελειώνει και χάνεται μια εποχή ευμάρειας, ανεμελιάς και ταυτόχρονα χυδαιότητας και διαφθοράς.

Γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον υπέροχο κήπο ζει και κινείται ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, ένα φαινομενικά ανεξάντλητο δειγματολόγιο από χαρακτήρες που εκφράζουν τη δύσκολη μετάβαση από το παλιό στο νέο: άνθρωποι απαίδευτοι, σοβαροφανείς, αδρανείς και νωθροί, συναισθηματικά ανάπηροι, και την ίδια στιγμή ευαίσθητοι, εργατικοί, με όραμα για ένα καλύτερο και δικαιότερο αύριο. Που όλοι κινούνται από μια παράφορη ανάγκη να αγαπήσουν και να γεφυρώσουν την ερημιά τους, αλλά είναι τόσο ανίκανοι να το πραγματοποιήσουν. Πρόσωπα τραγικά, σε ένα κωμικό Ποίημα για το βαθύ και το ασήμαντο, το υψηλό και το γελοίο.


 Σημείωμα του σκηνοθέτη:

Ο Βυσσινόκηπος είναι από τα πιο σπουδαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Μια αριστουργηματική πικρή κωμωδία. Γράφεται το 1904, ένα χρόνο πριν από την πρώτη επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, σε μια περίοδο που η ρώσικη κοινωνία βιώνει το τέλος μιας διεφθαρμένης εποχής και αρχίζει να ψυχανεμίζεται τον ερχομό μια καινούργιας που φέρνει την ελπίδα, αλλά και το άγνωστο.
Ο Τσέχωφ, θέλοντας να μιλήσει για τα συμπτώματα αυτής της καταρρέουσας κοινωνίας –αλλά και γι’ αυτό που μόλις γεννιέται, γράφει συμβολικά για έναν υπέροχο βυσσινόκηπο που πρόκειται να κοπεί και να πουληθεί για να χτιστούν εξοχικές κατοικίες. Και οι ιδιοκτήτες αυτού του βυσσινόκηπου –που ζούσαν για χρόνια μέσα  στην πολυτέλεια και την ανεμελιά, χωρίς να κάνουν τίποτα– πρέπει να αποχωριστούν το ένδοξο παρελθόν τους. Θα χάσουν για πάντα τον «θαυμαστό τους κήπο» μιας και μένουν για χρόνια αδρανείς, ανίκανοι να αντιδράσουν και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους!
Εμείς επιλέξαμε τον Βυσσινόκηπο έχοντας την ανάγκη να μιλήσουμε –μέσα από ένα τόσο σπουδαίο έργο– για την κρίση της δικής μας εποχής. Για τη δική μας κοινωνία που βίωσε μια περίοδο επίπλαστης ευμάρειας, μια περίοδο με «δανεικά και χωρίς ιδανικά», βουτηγμένη στη χυδαιότητα και τη διαφθορά. Θέλουμε να μιλήσουμε για τις ευθύνες όλων μας σε σχέση με «αυτό που χάνεται». Όσο παραμένεις νωθρός και αδρανής, όσο δεν δρας, τόσο πιο κοντά θα έρχεσαι στο τέλμα. Παράλληλα θέλουμε να μιλήσουμε για την πίστη σ’ αυτό που μπορούμε να κάνουμε, σ’ αυτό που μπορούμε να γίνουμε. Και θέτουμε το ερώτημα: «Μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτό που έχεις συνηθίσει, απ’ αυτό που εν τέλει έχει γίνει “φύση” σου;» Θέλουμε μέσα από μια κωμική σκοπιά, να ανοίξουμε ένα διάλογο για το βαθυστόχαστο και το αστόχαστο, για το σπουδαίο και το ασήμαντο, για τη  θέληση και την αδυναμία.


Σκέψεις των ηθοποιών

Μάκης Παπαδημητρίου:
Η πώληση και τελικά το κόψιμο του Βυσσινόκηπου είναι το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης των δούλων του 1861, που αποδυνάμωσε τη δύναμη των πλούσιων αριστοκρατών - ιδιοκτητών και δημιούργησε ελεύθερους πολίτες. 
Ο Βυσσινόκηπος χρησιμοποιήθηκε από τον Τσέχωφ ως σύμβολο του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος που ισοπεδώθηκε κυριολεκτικά από την πρόοδο του καινούριου.


Μιχάλης Οικονόμου:
Άνοιγμα παλιών συρταριών - ξεδιάλεγμα παλιών ενθυμίων. Παιδικές κουβέρτες –δένομαι με πράγματα. Τι θέλω. Τι πετάω. Είμαι αυτός που είμαι ή είμαι αυτό που ήμουν;
Η όσφρηση είναι η πιο δυνατή αίσθηση και η μυρωδιά το πιο αστραπιαίο ταξίδι σε χρόνο και ψυχικό βάθος. Κανέλα. Φρεσκοκομμένος καφές. Καραμέλες «Αστακός». Λούνα παρκ. Άδεια φακελάκια από παλιά χαρτζιλίκια της γιαγιάς με ανορθόγραφες αφιερώσεις της. Φιλμ. Σούπερ 8. Το συρτάρι κλείνει και το χερούλι μένει στο χέρι.


Κατερίνα Λυπηρίδου:
«Κάποτε ζούσαν κάποιοι, που νόμιζαν πως είχαν παραμείνει “κάποιοι”, ενώ στην πραγματικότητα είχαν γίνει κ ά π ο ι ο ι  ά λ λ ο ι.  Αυτή ήταν η τραγωδία τους: νόμιζαν πως διατηρούσαν τη γοητεία τους. Κι έτσι έγιναν μυθιστορηματικά πρόσωπα. Γιατί στην πραγματική ζωή δεν έμεινε χώρος γι’ αυτούς».


Όμηρος Πουλάκης:
"Φοβάμαι και μισώ τα σοβαρά πρόσωπα. Φοβάμαι τις σοβαρές κουβέντες. Καλύτερα να σωπάσουμε. Να σωπάσουμε. Να σωπάσουμε."
Ο Βυσσινόκηπος - Άντον Τσέχωφ Ρωσσία 1904
Η προτροπή του Πιότρ Σεργέιτς Τροφίμωφ στα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου άραγε ηχεί αναχρονιστικά; Έχει a priori αξία η ερώτηση για την σύνδεση ενός κλασσικού θεατρικού έργου με το περιβόητο “σήμερα”; 
Στην δεύτερη ερώτηση η απάντησή μου είναι - ως διανοητικό και συναισθηματικό παιχνίδι σίγουρα ναι -. Κάτω από αυτό το πρίσμα λοιπόν τολμώ να πω πως και στην πρώτη ερώτηση η απάντηση είναι - σίγουρα ναι -. Μια πιθανή αναδιαμόρφωση της παραπάνω προτροπής λοιπόν θα μπορούσε ίσως να είναι η εξής..."Φοβάμαι και μισώ. Όμως καλύτερα να μιλήσουμε. Να μιλήσουμε. Να μιλήσουμε."


Δημήτρης Πασσάς:
Ο βυσσινόκηπος είναι αχανής. Το ιστορικό τρίγωνο των Αθηνών, Σταδίου - Ερμού - Αθηνάς, είναι το ένα όγδοο του εμβαδού του. Ένα ρούβλι στην εποχή του έργου αντιστοιχεί περίπου σε ένα πενηντάευρω, πολλά λεφτά, και τα σκορπάνε για πλάκα. Ένα βέρστι είναι λίγο πιο μεγάλο από χιλιόμετρο.
Ο Βυσσινόκηπος του Τσέχωφ έχει πολλή πλάκα. Αφού στην πρόβα τσακωθήκαμε κιόλας επειδή γελάμε πιο πολύ από όσο πάει σε ένα δράμα. Τώρα κλαίμε, από τα γέλια. 


Σοφία Γεωργοβασίλη
Ένας κήπος που πεθαίνει. Οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτόν κοιτάζουν τον θάνατό του. Ο καθένας αντιδρά και μεταφράζει διαφορετικά το επερχόμενο πένθος. Εμείς κοιτάζουμε αυτούς και τους παρατηρούμε.


Δάφνη Δαυίδ
Το βύσσινο μου θυμίζει γιαγιά. Και γλυκό του κουταλιού. Η δε βυσσινάδα μου θυμίζει τους γονείς μου, αν και αυτό που έφτιαχναν όταν ήμασταν παιδία ήταν κυρίως λεμονάδα.. Φυσική, αλήθεια. Και τώρα που μετακόμισα, τι περίεργο, το καινούριο σπίτι, τόσο διαφορετικό από όσα έχω ζήσει ως τώρα έχει κάτι από εκείνο το παλιό, που έπινα τη λεμονάδα.. Και η γιαγιά μεγάλωσε, και οι γονείς μεγαλώνουν, και εγώ εδώ , στο Βυσσινόκηπό μας. Για λίγο μέχρι ,να γίνει και αυτός μια ανάμνηση όπως η λεμονάδα. Στο Βυσσινόκηπο άλλος αυτοκαταστροφικός, άλλος πρακτικός ρεαλιστής, άλλος ασχολείται με τα υπαρξιακά του, άλλος διανοητικοποιεί, άλλος ερωτεύεται, άλλος μεμψιμοιρεί, άλλος χασκογελά, άλλος αναζητά λίγη προσοχή, άλλος συνεχίζει πεθαίνοντας, άλλος ονειρεύεται να ήταν άλλος. Πλευρές ενός εαυτού. Με τρώει ο θάνατος μέσα σε αυτό το έργο, αυτό που ξέρω ότι θα φύγει, θα χαθεί, θα χαθεί ; Και αυτή η αλλαγή, αχ, με γδέρνει πολύ.. Αλλά «δε βαριέσαι..» χαίρομαι τόσο όταν πάω στην πρόβα και όταν είμαι εκεί.


Μαρία Γεωργιάδου
The Love Song of J Alfred Prufrock- T.S. Eliot For I have known them all already, known them all - Have known the evenings, mornings, afternoons, I have measured out my life with coffee spoons; I know the voices dying with a dying fall Beneath the music from a farther room. So how should I presume? …. Should I, after tea and cakes and ices, Have the strength to force the moment to its crisis?


Σπύρος Πίτσος
Ο Βυσσινοκηπός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραμματουργίας. Οι λόγοι πολλοί! Σημαντικότερος ίσως είναι η κατάδειξη της αδυναμίας να δεχτούμε πως για να αλλάξουμε τους κανόνες ενός παιχνιδιού πρέπει πρώτα να αλλάξουμε οι ίδιοι. Οι χαρακτήρες στο έργο του Τσέχωφ αναγνωρίζουν τι είναι ο Βυσσινόκηπος για τους ίδιους και τους γύρω τους, τι συμβολίζει.Τί κάνουν για να τον σώσουν; Τι θυσιάζουν; Μάλλον τίποτα, αφού είτε μένουν αμέτοχοι απέναντι σε αυτό που συμβαίνει είτε δρούν «ανώφελα» και «αστόχαστα». Αιτία η ανθρώπινη φύση. Ίσως αδυνατούν, ίσως εθελοτυφλούν, ίσως… Σε αντίστοιχη περίπτωση, εμείς που τους παρακολουθούμε, ποιά πορεία ακολουθήσαμε; Είμαστε εμείς αυτοί ή αυτοί εμείς;


Πέτρος Σπυρόπουλος
Ο κηπος ειναι ολοασπρος. Ω,κηπε μου!Υστερα απο το σκοτεινο φθινοπωρο και το παγωμενο χειμωνα,εισαι νεος παλι και γεματος ευτυχια! Μα δεν σας φαινεται πως απο καθε βυσσινια,απο καθε φυλλο,απο καθε κλαδι,κοιταζουν απανω σας ανθρωπινα ματια,μα δεν ακουτε τις φωνες τους;…


Σύρμω Κεκέ
Μίλτος Σαχτούρης – “Πορτοκαλιά”
Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει. Ένας γέρος κοιτάζει μεσ’ απ’ το τζάμι. Ένα ξερό δέντρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θέ μου, να κλαίνε να κλαίνε να κλαίνε.
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά
Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου!
Τι θλιβερός χειμώνας


Μιχάλης Τιτόπουλος
Σ’ αυτόν τον τόπο μόνο η λάσπη κι ο ήλιος μείναν για να μας θυμίζουν πως περπατάμε ακόμα ζωντανοί. Μολαταύτα η γη μυρίζει χώμα κι άγια βότκα και οι γυναίκες κι αυτές εκεί. Αχ, οι γυναίκες (χλιμίντρισμα). Η Ντάσσενκα μου μού είπε πως ένας μέγας φιλόσοφος λέει πως τάχα στο μέλλον δε θα υπάρχουν πόλεμοι – για φαντάσου! Μόνο τα λεφτά. Πόσο κακό μπορούν να κάνουν. Εγώ πάντως είμαι ευχαριστημένος αν έχω λεφτά. Μερικές φορές περπατάω στο δρόμο και πέφτω, νιώθω πολύ ανόητος, άλλες φορές καλπάζω σαν άλογο, γι’ αυτές τι φορές τι να πω; Πολλοί νομίζουν για ‘μένα πως είμαι τάχα…. Τέλος πάντων. Η ζωή είναι δύσκολη, για μερικούς από εμάς θα ‘λεγε κανείς ανελέητη, μα πρέπει να το ομολογήσουμε, ζούμε!


http://vissinokipos.blog.com/


Συντελεστές 

Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Σκηνικός χώρος: Νίκος Δεντάκης
Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Μαούτσου
Φωτογραφίες: Εύη Φραγκολιά, Μιχάλης Θεοφάνους


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Μάκης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Οικονόμου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Όμηρος Πουλάκης, Σύρμω Κεκέ, Δημήτρης Πασσάς, Σοφία Γεωργοβασίλη, Μαρία Γεωργιάδου, Γιώργος Μελισσάρης, Δάφνη Δαυίδ, Μιχάλης Τιτόπουλος, Πέτρος Σπυρόπουλος, Σπύρος Πίτσος


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή

από 5/11/2012 μέχρι 26/3/2013

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

«ΖΟΥΣΑΜΕ ΜΕ ΔΑΝΕΙΚΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΑΝΙΚΑ»

«Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Ή το έργο δεν είναι καλό ή οι ηθοποιοί δεν το καταλαβαίνουν… Δεν παίζεται με αυτό το ανέβασμα». Ο Αντον Τσέχοφ δεν άλλαξε ποτέ γνώμη για την πρώτη παρουσίαση του «Βυσσινόκηπου» από τον Στανισλάφκσι στις 17 Ιανουαρίου του 1904 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας με πρωταγωνίστρια, μάλιστα, τη γυναίκα του Ολγα Κνίπερ.

Είχε τονίσει άπειρες φορές ότι αντιλαμβανόταν το έργο ως κωμωδία, σχεδόν «φάρσα», ενώ ο σκηνοθέτης έβλεπε σ” αυτό ένα κοινωνικό δράμα που μιλούσε για τον αφανισμό των αστών της ρωσικής επαρχίας από την εισβολή των χυδαίων νεόπλουτων.

Ο «Βυσσινόκηπος», το πιο παρερμηνευμένο έργο του Τσέχοφ, παίζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δευτέρα – Τρίτη) σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, μ” έναν θίασο σημαντικών ηθοποιών της νέας γενιάς. Το αφαιρετικό σκηνικό της παράστασης αποτελούν έντεκα καρέκλες, μερικές βαλίτσες κι ένας μεγάλος πολυέλαιος.

«Επιλέξαμε τον «Βυσσινόκηπο» έχοντας την ανάγκη να μιλήσουμε για την κρίση της δικής μας εποχής» λέει ο Παντελής Δεντάκης. «Για τη δική μας κοινωνία, που βίωσε μια περίοδο επίπλαστης ευμάρειας, μια περίοδο με «δανεικά και χωρίς ιδανικά», βουτηγμένη στη χυδαιότητα και τη διαφθορά.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τις ευθύνες όλων μας σε σχέση με «αυτό που χάνεται». Οσο παραμένεις νωθρός και αδρανής τόσο θα πλησιάζεις στο τέλμα.

Επίσης, το ερώτημα που μας απασχόλησε ήταν αν μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτό που συνηθίσαμε, που έγινε «φύση» μας. Μέσα από μια κωμική σκοπιά, ν’ ανοίξουμε έναν διάλογο για το βαθυστόχαστο και το αστόχαστο, για το σπουδαίο και το ασήμαντο, για τη θέληση και την αδυναμία».

Ο Τσέχοφ, που επέμενε ότι ο «Βυσσινόκηπος» ήταν κωμωδία -ήθελε το κοινό να γελάσει μέχρι δακρύων-, ολοκλήρωσε το έργο απομονωμένος στη Γιάλτα εξαιτίας της φυματίωσης που τον ταλαιπωρούσε. Παρακολουθώντας τις πρώτες πρόβες του έργου απογοητεύτηκε` η υγεία του επιδεινωνόταν. «Με παρουσιάζουν πότε σαν γκρινιάρη συγγραφέα και πότε σαν βαρετό» έλεγε.«Εχω γράψει τόμους με εύθυμες ιστορίες, αλλά η κριτική με θέλει μοιρολογίστρα!…»

Το εξοχικό με τον ωραιότερο βυσσινόκηπο της περιοχής, βουλιαγμένο στα χρέη, μετρά τις τελευταίες του μέρες. Οι ένοικοί του, νωθροί, κωμικά ανίκανοι να επιχειρήσουν οποιαδήποτε παρέμβαση που θα απέτρεπε την πώληση, επιπόλαιοι σαν παιδιά, κωφεύουν σε κάθε ήχο προειδοποίησης.

Η Λιούμποφ Ρανιέφσκαγια και ο αδελφός της Λεονίντ Γκάγεφ φλυαρούν νοσταλγώντας το ένδοξο παρελθόν. Αναβιώνουν παιδικές αναμνήσεις, πλήττουν, φλερτάρουν, χορεύουν, αναμασούν τα ίδια σε μια προσπάθεια ν’ αποφύγουν το μέλλον που, τελεσίδικο, έρχεται κατά πάνω τους.

Ο κήπος θα χαθεί και μαζί μ’ αυτόν ένας ολόκληρος παλιός κόσμος. Ο καινούργιος αναδύεται στο πρόσωπο του γειωμένου και πρακτικού Λοπάχιν. Είναι ο έμπορος, το σύμβολο της νέας τάξης στην προεπαναστατική Ρωσία που, φορτωμένος ρούβλια, θ” αγοράσει το κτήμα στο οποίο οι πρόγονοί του δούλεψαν ως σκλάβοι.

Στην περίοδο της κρίσης, η ομάδα επέλεξε να παίζεται ο «Βυσσινόκηπος» Δευτέρα και Τρίτη, ώστε οι ηθοποιοί να μπορούν να δουλεύουν και αλλού και την υπόλοιπη εβδομάδα. «Ξεκινήσαμε με το τίποτα», λέει ο Π. Δεντάκης. «Χωρίς χρήματα και με έναν 12μελή θίασο, δεν περιμένουμε θεαματικά εισπρακτικά αποτελέσματα. Ομως θέλαμε ν’ ανεβάσουμε το συγκεκριμένο έργο γιατί πρόσωπα και καταστάσεις παραπέμπουν στην Ελλάδα της σημερινής κρίσης.

Στο πώς φτάσαμε στη σημερινή αμηχανία και την κοινωνική αποσύνθεση μ’ ένα μεγάλο κομμάτι του λαού να βρίσκει καταφύγιο στον φασισμό. Το σύμπαν καταρρέει και τα πρόσωπα του έργου βρίσκονται στον κόσμο τους. Ζουν με δανεικά αλλά συμπεριφέρονται σαν πλούσιοι. Ως θύματα του ίδιου του εαυτού τους, τα συμπαθείς, τα αγαπάς.

Δεν με ενδιέφερε να μιλήσω για τα κακά του καπιταλισμού. Πιστεύω ότι όσο ευθύνεται το σύστημα όταν σου δίνει δάνειο για να παίξεις στο καζίνο, άλλο τόσο ευθύνεσαι κι εσύ που το παίρνεις».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Φαίδρα Μπράττου, Road Story.gr,

Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τι πιο επίκαιρο από μια παράσταση για την απώλεια των κεκτημένων, για την ανατροπή όσων στη ζωή θεωρούμε δεδομένα; Όχι τόσο τα υλικά τα οποία φθείρονται, χάνονται ή αλλάζουν χέρια αλλά τις ανθρώπινες σχέσεις, την αξιοπρέπεια και το κοινωνικό στάτους.

Είχα την χαρά να παρακολουθήσω χθες για πρώτη φορά το Βυσσινόκηπο στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Επέλεξα να μην διαβάσω τίποτα ούτε για την υπόθεση του έργου, ούτε για τους συντελεστές, ούτε για προηγούμενα «ανεβάσματα» του έργου. Ημουν tabula rasa θεατης κατα κάποιο τρόπο. Βγήκα ωστόσο από την παράσταση γεμάτη. Δεν γνωρίζω ποια είναι τα θεατρικά κλισέ του να ανεβάζεις Τσέχωφ, ή ποιοί οι κίνδυνοι που κρύβει ένας κλασσικός συγγραφέας σε νέους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ξέρω όμως με βεβαιότητα πως η συγκεκριμένη

παράσταση ήταν αυτό που επιθυμούσα να είναι.

Χωρίς τη μυρωδιά της ναφθαλίνης του κλασσικού και σίγουρα δίχως φανταχτερούς μοντερνισμούς και καταπιεσμένα «προχωρημένες» παρεμβάσεις στη σκηνοθεσία. Όλοι οι συντελεστές έδειξαν να υπηρετούν με σεβασμό. το κείμενο, προσθέτοντας όπου ήταν απαραίτητο τα στοιχεία εκείνα που θα το έκαναν προσιτό στο σύγχρονο θεατή. Ξεχώρισα την ερμηνεία της Κατερίνας Λυπηρίδου ως Λιουμπόβ Αντρέγεβνα χωρίς όμως να μεροληπτώ υπέρ της μιας και όλος ο θίασος που απαρτίζεται κυρίως από νέους ανθρώπους φάνηκε να ανταποκρίνεται εξαιρετικά στις απαιτήσεις του έργου.

Με λίγα λόγια, παράσταση με ήχο, χρώμα, ροή και κυρίως αποδοτικότερη από μια ώρα στην πολυθρόνα του ψυχαναλυτή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ηλιάννα Φωκιανάκη, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 17/01/2013

Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ» ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μυστικιστικά σχεδόν ξεκίνησε η παράσταση στο ζεστό και φιλόξενο θέατρο του Νέου Κόσμου.

Το κλασσικό θεατρικό έργο, ένα από τα πιο αγαπημένα και χιλιοπαιγμένα έργα στο θεατρικό ρεπερτόριο, ο Βυσσινόκηπος του Άντον Τσέχωφ, ανέβηκε στον δημιουργικό χώρο και θα παίζεται μέχρι και τα τέλη Απριλίου.

Αρχές του 1900, η  Λιουμπόφ επιστρέφει με την κόρη της και τον υπηρέτη τους, στο πατρικό της κτήμα, πασίγνωστο για το βυσσινόκηπό του. 

Είχε φύγει πέντε χρόνια πριν, όταν ο μικρός της γιος πνίγηκε στη λίμνη. Ο αδελφός της, ένας χαριτωμένος αργόσχολος ελαφρώς «φευγάτος» έχει αναθέσει την λειτουργία του σπιτιού στον ογδοντάχρονο υπηρέτη Φιρ και στην υπηρέτρια Βάρια. Την Λιούμποφ θα υποδεχθεί ο Λοπάχιν.

Η σκηνοθετική ανάγνωση του Παντελή Δεντάκη είναι άρτια και οι ηθοποιοί την «ανεβάζουν» ακόμη περισσότερο. Το έργο ανοίγει με τον Μάκη Παπαδημητρίου ως Λοπάχιν, έναν νεόπλουτο πρώην χωρικό. Ο Παπαδημητρίου είναι λιγότερο συμπαγής από ότι θα θέλαμε, αλλά ευτυχώς η Κατερίνα Λυπηρίδου, ως «μητερούλα» είναι εξαιρετική. Εξαιρετική και η Σοφία Γεωργοβασίλη που «μικραίνει» και «γλυκαίνει» τόσο πειστικά που θέλεις να της χαϊδέψεις τα μαλλιά. Εξαιρετικός και ο 80χρονος υπηρέτης Φιρς. 

Μοναδικό default τα κοστούμια που ίσως ήταν λίγο περισσότερο επιτηδευμένα μετά-μοντέρνα.

Ο Βυσσινόκηπος, είναι εξαιρετικά επίκαιρος καθώς περιγράφει ένα κόσμο που αλλάζει και το πώς οι «έχοντες» αρνούνται, έστω φαινομενικά να το αποδεχτούν. Μαζί με τον κήπο που θα κοπεί, χάριν του εκσυγχρονισμού, θα κοπεί και μια εποχή πλούτου, αφθονίας, ξεγνοιασιάς, διαφθοράς, επίδειξης και σπατάλης. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σώτια Ξαναλάτου, Artic.gr, 03/03/2013

«ΟΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΤΟΥΝ, Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ ΝΑ ΚΟΠΕΙ»

Ο «Βυσσινόκηπος» κατατάσσεται σε ένα από τα δεκαπέντε περίπου θεατρικά έργα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα το οποίο δεν πραγματεύεται απλά την φθορά της καθημερινής ζωής που ο ίδιος ανέδειξε στα περισσότερα έργα  του, αλλά τη βάζει σε ευθεία αναμέτρηση με την αλήθεια του νέου, του επερχόμενου, του διαφορετικού. Το σύμβολο του έργου είναι μια τεράστια έκταση γης, η οποία για χρόνια έθρεψε και φιλοξένησε τις μνήμες μιας πλούσιας οικογένειας. Μιας οικογένειας, που εξ’ορισμού αρνείται να δει την πραγματικότητα, τη δικής της και της κοινωνίας γύρω της που αλλάζει ριζικά.

Τα μέλη επιστρέφουν στο σπίτι τους, στο «Βυσσινόκηπό» τους. Εκεί τους περιμένουν η Ντουνιάσα, ο «αιώνιος φοιτητής» Πέτια, λοιποί υπηρέτες, φίλοι και συγγενείς, αλλά και ο Γιεμολάι Αλεξέιτς…Ο θίασος μας διηγείται επί σκηνής τις ανέμελες στιγμές, τα παιχνίδια και τις χαρές στον «κήπο» του παρελθόντος, το ταξίδι στην Ευρώπη αλλά και την απώλεια ενός μικρού παιδιού. Η αναφορά αυτή γίνεται το βασικό στοιχείο αρχικής αποκάλυψης του τρόπου που οι άνθρωποι αυτοί επιλέγουν να ζουν. Μακριά απ’την αλήθεια, ανάμεσα σε μπαγκάζια, σπατάλες και Ευρώπη. Κυρίως γιατί είναι ευαίσθητοι, αδύναμοι και βαθιά τυφλοί. Τόσο τυφλοί όσο οι βαθιά διεφθαρμένοι άνθρωποι. Δεν είναι κακοί, δεν επιβουλεύονται, δεν λοιδωρούν. Είναι κάτι πέρα και έξω από αυτό. Αυτό προσπαθούν να πουν στους ίδιους αλλά και στους θεατές, η αγαθή και γλυκιά Ντουνιάσα, ο «ανήσυχος» Πέτια και κυρίως, ο Γιεμολάι Αλεξέιτς…Γιος και εγγονός υποτακτικών στον αριστοκρατικό «Βυσσινόκηπο», ο Γιεμολάι κουβαλάει στη βαλίτσα του την είδηση και την αλλαγή της εποχής. Ο «Βυσσινόκηπος» θα πουληθεί, δεν είναι πια αποδοτικός. Η «μητερούλα», Λιούμποβ Αντρέγιεβνα είναι η πρώτη που δεν μπορεί, μαζί με άλλες, να δει και αυτήν την αλήθεια.  Ακολουθούν ο θείος Λιόνια, η χαρωπή Άννα, η μεγάλη και σοβαρή κόρη Βάγια, η ιδιαίτερη Σαρλότα Ιβάνοβνα. Όλοι μαζί απορούν, εξομολογούνται, αγωνιούν αλλά κυρίως αρνούνται και γλεντούν. Όσο μπορούν. Ο Αλεξέιτς τώρα μπορεί και αγοράζει εκείνος το «Βυσσινόκηπο» και η αλήθεια στέκεται πλέον μπροστά τους. Τους δίνεται μία μεγάλη ευκαιρία να αντιδράσουν, να αγωνιστούν να ξανακερδίσουν το κτήμα, να πάρουν τη ίδια τη ζωή τους στα χέρια τους. Αλλά δεν μπορούν. Αστείοι, πέρα από τραγικοί, οι ήρωες του «Βυσσινόκηπου» μπορούν απλά να παραμένουν νωθροί κι αδύναμοι άνθρωποι που μόνο ελπίζουν, έξωθεν, σ’ ένα «καλύτερο και δικαιότερο αύριο»...

Στις ερμηνείες, οι οποίες είναι ενδιαφέρουσες και ιδιαίτερα καλές, διακρίνει κανείς μεγάλο κομμάτι του ρίσκου που αναλαμβάνει η πετυχημένη τελικά, προσέγγιση του έργου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί αυτή του Μάκη Παπαδημητρίου (Γιεμολάι Αλεξέιτς), η οποία αρχικά προβληματίζει, ωστόσο αποδεικνύεται ήσυχα εκκωφαντική, τόσο που καταφέρνει και συγκινεί μέσα από αυτήν της ακριβώς την αντίφαση. Όλοι οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται  στο μακροσκελές σενάριο αγόγγυστα και χωρίς να αδικήσουν καμία από τις ιδιαιτερότητες των ηρώων τους, καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που πρέπει συνολικά: την ατελείωτη, ανέμελη, επίπλαστη γιορτή.

Σκηνοθετικά, όλα λειτουργούν λιτά και αφαιρετικά. Ο Παντελής Δεντάκης χρησιμοποιεί τα απολύτως απαραίτητα χωρίς να μειώνει όμως σε τίποτα τον κλασικό χαρακτήρα του έργου. Συμπληρωματικά σ' αυτή του την προσέγγιση λειτουργούν τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα, τα οποία αποδίδουν μέσα από κάποια στοιχεία υπερβολής ό,τι φαινομενικά λείπει από το σκηνικό, παραμένουν ωστόσο μοντέρνα. Η μουσική και τα φώτα των Κώστα Νικολόπουλου και Σάκη Μπιρμπίλη είναι τουλάχιστον καθοριστικά στην παράσταση αυτή για τις συναισθηματικές φορτίσεις και αποφορτίσεις του θεατή.

Φεύγοντας κανείς από  το «Βυσσινόκηπο» δεν ξεχνά τις ευαισθησίες των ηρώων. Δεν μένει μόνο στους ρόλους και την απόδοσή τους. Δεν αναμασά το θυμό του για την αδικία ανάμεσα σε ευνοημένους και μη και γελά ακόμα με τη μοναδική Σαρλότα Ιβάνοβνα. Η σημασία της παράστασης αυτής βρίσκεται ίσως ένα βήμα πιο πέρα: του δείχνει πώς είναι να παίρνει και να μην παίρνει τη ζωή του στα χέρια του. Και για αρχή, θεατρικά, δικαιώνεται.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Σμυρνής, monopoli.gr, 14/01/2013

Ο «ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ» ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – Ο ΠΡΩΗΝ ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ!

Μια κοινωνία σε μετάβαση, που οι από κάτω (μουζίκοι, δηλαδή δούλοι) παίρνουν τα ηνία και οι από πάνω θα πρέπει να ζήσουν στα συντρίμμια του πλούτου τους που χάνεται, παρουσιάζει ο Άντον Τσέχωφ στον Βυσσινόκηπο, ένα τεράστιο έργο της παγκόσμιας δραματουργίας που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη.

Το έργο που έγραψε ο Τσέχωφ παρουσιάζει μια ιδιοτυπία, που οφείλεται και στην κόντρα του με τον σκηνοθέτη Στανισλάβσκι. Ο Τσέχωφ το είχε σκεφτεί σαν κωμωδία και είχε βάλει μέσα σε αυτό στοιχεία φάρσας. Ωστόσο, εύλογα, κατά την γνώμη μου, ο σκηνοθέτης είδε ότι τα δραματικά (έως και τραγικά στοιχεία) στο έργο αυτό υπερτερούν και το ανέβασε σαν τραγωδία, προκαλώντας την ενόχληση του συγγραφέα. Αυτό το δίλημμα, κωμωδία ή δράμα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και λειτουργεί για πολλούς είτε ως ένας γρίφος ή ως πρόκληση. 

Το έργο μιλάει για την κοινωνική αλλαγή που επέρχεται στην μοναρχική Ρωσία, με την κατάρρευση των αριστοκρατών και για κάποιους προβλέπει την επανάσταση. Θεωρώ ότι δεν προβλέπει αυτό, αλλά την κυριαρχία των αστικών στρωμμάτων σε σχέση με τις παραδοσιακές και ανίκανες να αναλάβουν επιχειρηματικές δραστηριότητες αριστοκρατίες-κάτι δηλαδή που είχε συμβεί ήδη τον προηγούμενο αιώνα στην δυτική Ευρώπη. Όχι μια επανάσταση του προλεταριάτου. Ο Λοπάχιν, που στο τέλος εμφανίζεται ως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, είναι γιος μουζίκων (σκλάβων) αλλά ο ίδιος είναι ένας πολύ πετυχημένος επιχειρηματίας. 

Το έργο περιέχει και στοιχεία από την προσωπική ζωή και τραυματικές μνήμες του Τσέχωφ. Η κοπή του Βυσσινόκηπου έχει από μόνη της ως εικόνα, μια διάσταση τραγικού, ως η καταστροφή ενός όμορφου φυσικού τοπίου, έστω κι αν συμβολίζει την κοινωνική μεταβολή. Η ευαισθησία του συγγραφέα για την κοπή των δέντρων είναι εμφανής τόσο στα λυρικά σημεία του Βυσσινόκηπου, όσο και σε άλλα έργα του. Τα δέντρα στον Τσέχωφ είναι συχνά οι βουβοί, συμβολικοί ήρωες και τα θύματα στις ιστορίες και στα έργα του (τέτοιες αναφορές θυματοποίησης των δέντρων υπάρχουν και στον Θείο Βάνια). Συχνά ο ρώσος δραματουργός θεωρείται ο πρώτος οικολόγος συγγραφέας της Ευρώπης, ίσως ένας οικολόγος προ οικολογικού κινήματος. 

Η παράσταση του Δεντάκη άφησε στην άκρη το οικολογικό περιεχόμενο και εστίασε μόνο στον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα του έργου. Επηρεασμένος από το δίλημμα κωμωδία ή δράμα, έδωσε μια πιο επιφανειακή διάσταση στις καταστάσεις, που αφορούν τους αριστοκράτες, δείχνοντας ανθρώπους χαμένους στην κοσμάρα τους. Ο πιο σοβαρός είναι ο Λοπάχιν, τον οποίο παίζει ο Μάκης Παπαδημητρίου. Αυτός κερδίζει τα πάντα στο φινάλε. Όχι όμως την ευτυχία. Κι αυτός, όπως όλοι στο έργο, είναι σκλάβος του εαυτού του. Ελευθερία δεν πρόκειται να υπάρξει για κανέναν. Ούτε λύτρωση. 

Επίσης, υπάρχουν αρκετά μεταμοντέρνα στοιχεία στην σκηνοθεσία, τόσο στην σκηνογραφία, όσο και στο παίξιμο, που προσπαθούν να φέρουν τις καταστάσεις αυτού του κλασικού έργου πιο κοντά στο σήμερα. Αυτό άλλοτε λειτουργεί περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. 

Ο θίασος της παράστασης αποτελείται από πολύ καλούς ηθοποιούς. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του Μάκη Παπαδημητρίου, που παίζει τον πραγματιστή και κάπως αδίστακτο επιχειρηματία. Επειδή τον παίζει με ευαισθησία και ποιότητα, τον κάνει συμπαθή, ενώ κι ο ίδιος ο ηθοποιός δείχνει να ταυτίζεται με το δρόμα του ήρωα και την ανάγκη του να δείξει ότι κυριαρχεί πάνω σε αυτούς που τον είχαν σκλάβο τους τόσα χρόνια (κάτι που είναι βαθιά ανθρώπινο- έστω κι αν όλη την ώρα παριστάνει τον άνθρωπό τους). Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί δίνουν ποιοτικές ερμηνείες, αποδίδοντας ως επί το πλείστον το πνεύμα ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται γύρω τους. 

Γενικά, ο Βυσσινόκηπος στο θέατρο του Νέου Κόσμου, προσπαθώντας να αναδείξει μια πιο κωμική, κοινωνική και μεταμοντέρνα διάσταση του έργου, ίσως να μην αναδεικνύει όλες τις διαστάσεις αυτού του έτσι κι αλλιώς ανοιχτού σε πολλές αναγνώσεις αριστουργήματος. Σκηνογραφικά και σκηνοθετικά δεν καταπλήσσει, αλλά σίγουρα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική πρόταση με ερμηνείες που είναι από καλές έως εξαιρετικές.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 14/01/2013

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΚΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

Παρά την άνιση υποκριτική ενός νεανικού, δροσερού θιάσου, βρήκα συμπαγή και συνεπή στις προθέσεις της την πρόταση που κατέθεσε σκηνοθετικά ο Παντελής Δεντάκης για το «Βυσσινόκηπο». Η παράσταση, ευφρόσυνη, διαθέτει ροή και διαύγεια, ενώ η απόλυτα σχηματοποιημένη κινησιολογία των ηθοποιών (Αγγελική Στελλάτου), ακόμη και στα χορευτικά, καθιστά τα πρόσωπα ανδρείκελα της κοινωνικής τους αφασίας: μια σε διαρκή κίνηση αδρανής κλοουνερί, έρμαιο των καταστάσεων και των κοινωνικών εξελίξεων. Στην ίδια λογική κινείται και η μουσική του Κώστα Νικολόπουλου. Η σκηνή είναι ουσιαστικά άδεια, με μόνα σκηνικά αντικείμενα κάποιες καρέκλες τοποθετημένες μετωπικά (υποδηλώνοντας την απουσία επικοινωνίας των προσώπων) και ένα πλήθος από βαλίτσες που γεμίζουν τη σκηνή κατά τη άφιξη και την οριστική αναχώρηση της Λιουμπόφ.

Όπως αρμόζει στην ελαφράδα της αναίτιας γιορτής, επικρατεί επί σκηνής άπλετος φωτισμός (Σάκης Μπιρμπίλης), ενώ ιδιάζουσες στιγμές υπο-φωτίζονται: είναι εκείνες όπου η διάχυτα χαρίεσσα ατμόσφαιρα και η ανάλογη υποκριτική σπάζουν για να αναδειχθούν ουσιαστικά αποσπάσματα κειμένου, δηλώνοντας την ύπαρξη δραματικής συνείδησης που αδυνατεί να εκδηλωθεί εντός επικρατούσας ευθυμίας. Ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής με ποιότητα αφηγητή ερμηνεύεται από τον Μάκη Παπαδημητρίου το πρόσωπο του Λοπάχιν, αυτού που ήδη γνωρίζει το ρου της ιστορίας, όντας εργαλείο της. Απωθητική στην ελαφρότητά της η Λιουμπόφ, την οποία χτίζει επιδέξια η Κατερίνα Λυπηρίδου, ακολουθούμενη υποκριτικά από τον Μιχάλη Οικονόμου (Γκάγεφ). Πειστική στις αντιστάσεις της η Βάρια της Σύρμως Κεκέ, που χαρίζει με τον Παπαδημητρίου μια έξοχη διαλογική σκηνή στο τέλος. Εμπνευσμένη η τελική εικόνα του εγκαταλειμμένου γερο-Φιρς (Γιώργος Μελισσάρης) να αποκαλύπτεται πίσω από τη στοίβα με τα πακέτα-εικαστική εγκατάσταση. Παράσταση που αναδεικνύει την ανθρώπινη «κωμωδία» του τσεχοφικού έργου, το καρναβαλικό ύπαρξης και Ιστορίας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP