ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΔΥΟ ΘΕΟΙ

ΔΥΟ ΘΕΟΙ

«Δύο Θεοί» του Λένου Χρηστίδη
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Γεράσιμος Γεννατάς, Μανώλης Μαυροματάκης, Ντίνη Ρέντη, Γιώργος Μακρής, Αλέξανδρος Τσακίρης

Συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

Σ’ ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, δύο φίλοι, έγκλειστοι σε άσυλο κομπιουτεροπαθών, λίγο πριν το τέλος του κόσμου, αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν το «αντικείμενο του εθισμού» τους, έναν Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, προκειμένου να καταγράψουν την Ιστορία της Ανθρωπότητας...

Ο στόχος του Πάτρικ και του Μιγκέλ αρχικά είναι να γίνουν γνωστά στις επόμενες γενιές –που ίσως κατοικήσουν τον πλανήτη– τα επιτεύγματα ενός κόσμου που θα έχει καταστραφεί. Όσο μεγαλόπνοο κι αν είναι όμως, το σχέδιό τους υποκύπτει τελικά στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Άλλωστε οι δύο φίλοι, στη διάρκεια της αναζήτησης στοιχείων για το φιλόδοξο έργο τους, ανακαλύπτουν ότι η διάσωση των ιστορικών δεδομένων είναι υπόθεση άκρως υποκειμενική. Και άκρως διασκεδαστική βέβαια. Όσο για τα θρησκευτικά δόγματα, οι ορθολογικές εξηγήσεις περισσεύουν τόσο πολύ, ώστε ακόμα και οι ίδιοι μπορούν να εμφανιστούν στην Ιστορία ως Θεοί. Ο κόσμος έχει πιστέψει και χειρότερα…

«Οι Δύο Θεοί είναι η ιστορία δύο φίλων που αποφασίζουν με συνοπτικές διαδικασίες και ελλείψει χρόνου να αποδώσουν στην ανθρωπότητα την αιωνιότητα που της αξίζει. Είναι η ιστορία δύο παιδιών που αποφασίζουν να δώσουν στους φίλους τους την αιωνιότητα που τους αξίζει. Είναι η ιστορία δύο ακούσιων συγκατοίκων που αποφασίζουν να δώσουν στον εαυτό τους την αιωνιότητα που τους αξίζει. Είναι η ιστορία δύο φυλακισμένων που μέσα σε μια στιγμή θα ελευθερωθούν –για πάντα. Είναι η ιστορία δύο άσχετων που μέσα σε μια στιγμή θα γνωρίσουν –τα πάντα. Είναι η ιστορία δύο θνητών που μέσα σε μια στιγμή θα ζήσουν –για πάντα. Είναι η ιστορία του Πάτρικ, του Παράκελσου, του Πασίωνα, του Παρμαντιέ, του Πασκάλ, του πανούργου Πατιζείδη και όλων των ξεχωριστών προσώπων που το όνομά τους αρχίζει από Πι. 
Είναι η ιστορία της Ιστορίας».
Λ.Χ.

Η παράσταση εγκαινίασε τον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.


Συντελεστές της παράστασης 

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Μουσική επιμέλεια και σύνθεση: Μαρία-Χριστίνα Κριθαρά
Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Καψούρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Παπαλέξη
Βοηθός σκηνογράφου: Ελένη Κιούση


Παίζουν οι ηθοποιοί: 

Γεράσιμος Γεννατάς, Μανώλης Μαυροματάκης, Ντίνη Ρέντη, Γιώργος Μακρής, Αλέξανδρος Τσακίρης


Πού και πότε 

Θέατρο Επίκεντρο, Πάτρα
από 19.3.1999 μέχρι 28.3.1999

Θέατρο του Νέου Κόσμου, Κάτω Χώρος 
από 1.4.1999 μέχρι 30.5.1999

Θέατρο του Νέου Κόσμου, Κάτω Χώρος
Από 27.10.1999 μέχρι 9.1.2000 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Κώστας Γεωργουσόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, 03/05/1999

Υποκαθιστώντας τον Γκοντό

(...) Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έστησε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου μια γοητευτική, καλπάζουσα, σφύζουσα από χιούμορ και κίνηση παράσταση. (...)

Με το δεύτερο κιόλας θεατρικό του κείμενο (μεσολάβησαν δύο πεζά) ο Λένος Χρηστίδης καθιερώνεται ως μια νέα, πρωτότυπη, ιδιότυπη, αλλά δόκιμη φωνή στην ελληνική δραματουργία.
Στο πρώτο του έργο «ωραία φάση» είχε επιδείξει την εξαίρετη «ακοή» του και «όρασή» του. Είχε καταγράψει κατ’ αρχάς τη γλώσσα, το ιδιόλεκτο της νεολαίας, είχε, με ακριβοδίκαιη ματιά, καταγράψει συμπεριφορές και είχε, κυρίως, ανατρέψει στερεότυπα της θεατρικής μας κοινωνιολογίας. Είχε δει με τρυφερότητα την παλιά γενιά και ταυτόχρονα είχε αποκαλύψει και τα αδιέξοδα, κυρίως υπαρξιακά, της νέας. Το έργο από ωραία φάση, ήταν και μια ωραία αντίφαση, θα έλεγα μια έξοχη και διαλεκτικότατη ισσοροπία των αντιθέτων.
Στο νέο έργο του  (μια συμπαραγωγή της  Νέας Σκηνής Τέχνης και του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας) με τον τίτλο «Δύο Θεοί» , κατ’ αρχάς αποδεικνύει για τον προσεκτικό θεατή τη βαθιά του μόρφωση, τη θαυμάσια παιδεία του, τον έλεγχό του πάνω στην παγκόσμια ιστορία, τη φιλοσοφία και την ιστορία των ιδεών και των επιστημών. Μόνον ένας βαθύς γνώστης της κουλτούρας μπορεί να κάνει χιούμορ με την κουλτούρα, μπορεί να παίζει με τις ιδέες και να διασκεδάζει με την ιστορία. Αν δεν έχεις σεβασμό για όλα αυτά, η όποια σατιρική ματιά γίνεται χλεύη και κάθε χλεύη για τον πολιτισμό καταντάει, εν τέλει, παιδαριώδης αφέλεια και ανόητος, αν όχι χυδαίος τσαμπουκάς.
Ο Χρηστίδης ξεκινάει από μια ακραία, αλλά πιθανή υπόθεση. Από μια, πάλι, ανατρεπτική για την καθιερωμένη ιδεολογία θέση. Διαβλέπει πως η σύγχρονη αμαχητί παράδοση στη γοητεία των ηλεκτρονικών μέσων, η άνευ όρων απόλαυση και παραδοχή της εικονικής πραγματικότητας είναι αδιέξοδο και θα καταλήξει σε παθολογία. Έτσι οι δύο ήρωές του, αντιήρωές του, δύο νεαρά παιδιά άρρωστα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κάποτε στο μέλλον αντιμετωπίζονται σαν ψυχικά και πνευματικά εξαρτημένα άτομα, χρήζοντα ειδικής θεραπείας σε κέντρα απεξάρτησης. Εγκλωβισμένα σε άσυλο αποτοξινώνονται από τον ηλεκτρονικό ιό.
Έως εδώ το εύρημα είναι έξοχο και αρκούντως φαρσικό. Έχουμε μπρος μας μια μοντέρνα φάρσα. Ο Χρηστίδης όμως προχωρεί τα δύο αυτά παιδιά που έχουν την ιδεοληψία πως τους στερήθηκε ο κόσμος της εικονικής δημιουργίας και ως εκ τούτου νιώθουν ως δύο θεοί-δημιουργοί που τιμωρούνται με αποξένωση από τα «κτίσματά»  τους, βρίσκουν ως θεμελιώδες επιχείρημα επιστροφής στον παράδεισο, απ’ όπου εξέπεσαν, τον επερχόμενο πυρηνικό πόλεμο και τη βέβαιη εξαφάνιση του πολιτισμού, τη διάσωσή του. Έτσι η φάρσα γίνεται αυτομάτως πολιτική και ηθική. Το απαγορευμένο παιχνίδι γίνεται εργαλείο ιστορικής μνήμης. Και έρχεται, ιδιοφυώς τολμώ να πω, νέα ανατροπή.
Η ιστορία και ο πολιτισμός χωρίς να χάσουν την ουσία τους και το κύρος τους γίνονται φάρσα, μια κωμωδία παρεξηγήσεων, προσωπείων και μεταμορφώσεων. Τα επιτεύγματα του πολιτισμού διασώζονται για τις επερχόμενες μετά την καταστροφή γενιές, αλλά προσγράφονται σε τυχαίους, ανώνυμους έως πριν από λίγο, ολιγοφρενείς, ματαιόδοξους ή συμπλεγματικούς ανθρώπους. Μέσα στην κιβωτό εισέρχονται άσχετοι άνθρωποι, που διεκδικούν μια θέση στη συλλογική μνήμη και μια προσωπική δικαίωση μέσα από τα επιτεύγματα άλλων.
Ο Χρηστίδης πετάει, μπερδεύει εποχές, νοθεύει ιδέες, ταυτίζει ετερόκλητα κ.λπ. Οι δύο θεοί, οι χρήστες του πληροφοριακού ναρκωτικού, νοθεύουν τις δόσεις και κληροδοτούν στη μέλλουσα μετά κατακλυσμόν ανθρωπότητα μια νέα φρέσκια, παράλογη, αλλά παίζουσα ιστορία. Σπάνια η αγάπη με το παρόν γίνεται βαθιά και οξυδερκής κριτική ματιά και σπανιότερα έγινε αισθητικό και θεατρικό νόμιμο γεγονός ο ιδιοφυής συνδυασμός του μεταφυσικού τρόμου με τον μηδενισμό και η τρυφερότητα με την ιδεολογική τρομοκρατία.
Ο Χρηστίδης το κατόρθωσε. Έγραψε ένα έργο με καλπάζοντες ρυθμούς, καίριο λόγο, κοφτό, στερημένο από κάθε φιλολογικό ή λογοτεχνικό σύνδρομο, αλλά λόγο δραστικό. Οι δύο «αλήτες» του Χρηστίδη αντί να περιμένουν τον Γκοντό, τον υποκαθιστούν και ξαναφτιάχνουν αυθαίρετα την ιστορία του και αφηγούνται την παραμορφωμένη εικόνα του στην ηλεκτρονική ομοίωσή του.
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έστησε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου μια γοητευτική, καλπάζουσα, σφύζουσα από χιούμορ και κίνηση παράσταση.
Στήριξε το έργο και κατόρθωσε να επουλώσει κάποιες συγγνωστές επαναλήψεις και φλυαρίες του. Η Εύα Νάθενα έφτιαξε ένα φοβικό σκηνικό πρόσφορο, η Στελλάτου κίνησε τους ηθοποιούς με οίστρο και θεατρική, όχι χορευτική, συνέπεια. Η Κριθαρά έγραψε μουσικούς ήχους και θορύβους κατάλληλους.
Ο Γεράσιμος Γεννατάς και ο Μανώλης Μαυρομματάκης έξοχοι ισορρόπησαν μουσικά την αναρχία τους. Η Ντ. Ρέντη έξοχο θήλυ-ρομπότ, ο Γιώργος Μακρής μετρημένος και ο Αλεξ. Τσακίρης λιτός.
Το νεοελληνικό θεατρικό έργο προχωρεί πλησίστιο και ταξιδεύει με καινούργια πανιά.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νίνος Φενέκ Μικελίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24/04/1999

Ελληνικός Αρμαγεδδών. Συνάντηση επί σκηνής

(...) Συνολικά, μια πολύ καλή παράσταση, που συστήνουμε ανεπιφύλακτα και που δείχνει τη συνέπεια και την ευσυνειδησία με την οποία εργάζονται οι περιφερειακοί θίασοι, επισκιάζοντας πολλές από τις παραδοσιακές παραστάσεις των καθιερωμένων σκηνών. (…)
 

Σκεφτήκατε ποτέ τι μπορεί κανείς να κάνει σε περίπτωση ενός ολοκαυτώματος; Πώς να σωθεί ή τουλάχιστον τι ν’ αφήσει σαν κληρονομιά, πίσω του; Ο κινηματογράφος και βασικά ο αμερικανικός, μας έχει αρκετές φορές παρουσιάσει το πρόβλημα, συχνά σε μερικές συγκλονιστικές ταινίες (από τη μαύρη κωμωδία «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, μέχρι την πρόσφατη, ανεξάρτητη τανία, «Η τελευταία νύχτα του κόσμου» του Ντον ΜακΚέλαρ).

Στο θέατρο και μάλιστα το ελληνικό, είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ένα παρόμοιο θέμα. Μ’ ένα μάλιστα πρωτότυπο, αρκετά συναρπαστικό, δυστυχώς ιδιαίτερα επίκαιρο μετά τους πρόσφατους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς, τρόπο. Πρόκειται για τους «Δύο Θεούς» του Λένου Χρηστίδη, που άρχισε αυτές τις μέρες να παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου».

Το έργο αναφέρεται στην ιστορία δύο φίλων, που ενώ η ανθρωπότητα βρίσκεται στα πρόθυρα ενός ολοκαυτώματος, αποφασίζουν να αποδώσουν στην ανθρωπότητα την αιωνιότητα που της αξίζει. Ο Πάτρικ και ο Μιγκέλ, φρικιά των κομπιούτερ, βρίσκονται κλεισμένοι σ’ ένα άσυλο για να αποτοξινωθούν από τους υπολογιστές και τον κυβερνοχώρο. Όταν από τις ειδήσεις της τηλεόρασης αντιλαμβάνονται ότι ένας πυρηνικός πόλεμος πρόκειται σύντομα να γίνει πραγματικότητα, αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν τον κρυμμένο στο δωμάτιό τους υπολογιστή για να μπουν στον κυβερνοχώρο και να καταγράψουν την Ιστορία της ανθρωπότητας για τις επερχόμενες (αν αυτές υπάρξουν) γενιές. Μόνο που η Ιστορία αυτή θα είναι η δική τους Ιστορία, μια παραποιημένη Ιστορία όπως θα την καταγράψουν οι δύο φίλοι, με τους ίδιους να παίζουν τον ρόλο θεών, που επηρεάζουν την πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας. Έτσι, λίγο πριν από το τραγικό ολοκαύτωμα, ο Σωκράτης, ο Σοπέν, ο Παστέρ και άλλες προσωπικότητες της ανθρωπότητας δίνουν τη θέση τους σε τροφίμους, φίλους των Πάτρικ και Μιγκέλ.

Ένα θέμα που θα μπορούσε να γίνει καταθλιπτικό, μετατράπηκε στα χέρια του Λένου Χρηστίδη σε μια μαύρη, σαρκαστική κωμωδία. Μια παράλογη, τρελή ιστορία που αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού, που σίγουρα θα επικροτούσε ο Αλφρέντ Ζαρί. Οι δυο φίλοι, με τις συνεχείς, παράλογες ή μη, πράξεις τους αλλά και τις ασταμάτητες κινήσεις τους δεν αφήνουν περιθώρια για συγκίνηση. Όπως δεν αφήνουν και τα υπόλοιπα, γκροτέσκα πρόσωπα του έργου: ο νευρικός διευθυντής, που στον Ιστορία θέλει να πάρει τη θέση του Τζόνι Βαϊσμίλερ-Ταρζάν, η γυναίκα ρομπότ που μπαινοβγαίνει κουβαλώντας διάφορα «φαγητά» σε χρωματιστά χάπια και ο αγαθιάρης Τζο, εκπρόσωπος των υπόλοιπων τροφίμων (μ’ ένα απολαυστικά ειρωνικό τρόπο μετατρέπεται στο φινάλε σε πλανητάρχη Τζο, μοναδικό υπεύθυνο για το τέλος του κόσμου).

Ο Χρηστίδης χρησιμοποιεί μια γλώσσα άμεση, κοφτή, διανθισμένη με ένα απολαυστικό, σουρεαλιστικό, αγγίζοντας συχνά την ποίηση, χιούμορ, όπου ο Μπόρχες, ο μαρξισμός, ο Φρόϊντ και ο Παράκελσος συμπορεύονται αρμονικά με τους Ρόλινγκ Στόουνς, τους Σεξ Πίστολς και τον Τζίμι Χέντριξ.

Σ’ ένα λευκό δωμάτιο, με ασημένιες στολές και γενικά ένα χώρο που θυμίζει ταινίες όπως το «ΤΗΧ 1138» του Τζορτζ Λούκας (το εμπνευσμένο σκηνικό και τα κουστούμια είναι της Εύας Νάθενα), ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κίνησε με σιγουριά τα πρόσωπά του, τονίζοντας τη μαύρη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα του έργου, καταφέρνοντας να αποσπάσει από τους ηθοποιούς του δυνατές ερμηνείες. Μ’ επικεφαλής τον Γεράσιμο Γεννατά (Πάτρικ) και τον Μανώλη Μαυρομματάκη (Μιγκέλ), που έδωσαν στους δυο μανιακούς του κομπιούτερ ήρωες την τρέλα αλλά και την αποστασιοποίηση που απαιτούν οι ρόλοι τους (η τελευταία σκηνή τους, όπου υποδέχονται την ανθρώπινη τρέλα της απόλυτης καταστροφής με φιλιά, αγκαλιές και σαμπάνια, είναι πράγματι ιδιοφυή, τόσο στη σύλληψη, όσο και στον τρόπο ερμηνείας).

Πολύ καλή η Ντίνη Ρέντη στο ρόλο της γυναίκας-ρομπότ (αξιέπαινη η έμπνευση για τα «ρομποτικά» μάτια της). Ο Αλέξανδρος Τσακίρης έδωσε στον διευθυντή του ασύλου μια δόση τρέλας που κινηματογραφικά θύμιζε κάτι ανάμεσα στο δόκτορα Καλιγκάρι και τον δόκτωρα Μαμπούζε. Ο Γιώργος Μακρής, τέλος, πολύ σωστά τόνισε την κάπως ηλίθια, αποχαυνωμένη πλευρά του χαρακτήρα του Τζο.

Συνολικά, μια πολύ καλή παράσταση, που συστήνουμε ανεπιφύλακτα και που δείχνει τη συνέπεια και την ευσυνειδησία με την οποία εργάζονται οι περιφερειακοί θίασοι, επισκιάζοντας πολλές από τις παραδοσιακές παραστάσεις των καθιερωμένων σκηνών.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σωτηρία Ματζίρη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 12/05/1999

Με τον ανοιξιάτικο αέρα της ελευθερίας

(...) Το χιουμοριστικό άναρχο πνεύμα αυτής της καινοτόμου παράστασης (σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου), δεν αφαιρεί τίποτε από τη σοβαρότητα του θέματος. Μάλλον την επαυξάνει, καθώς η γυμνασιακή πλάκα του αξιολάτρευτου διδύμου (Γεράσιμος Γεννατάς, Μανώλης Μαυροματάκης), μακάρια φλύαρο όπως ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν του Μπέκετ, κρύβει μια λογική και αληθοφάνεια που τρομάζουν. (...)

(...)

Στον Νέο Κόσμο

Από τα νώτα του Παντείου μεταφερόμαστε ένα βήμα κεντρικότερα, στην Καλλιρόης, απέναντι από το παλιό εργοστάσιο Φιξ. Εκεί στη νέα υπόγεια σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου παρακολουθήσαμε ένα από τα πιο παράδοξα και έξυπνα νεοελληνικά έργα εδώ και χρόνια, «Δύο Θεοί» του Λένου Χρηστίδη. Ο άγνωστος συγγραφέας, προφανώς αρκετά διαβασμένος σε ιστορία, λογοτεχνία, θρησκευτικά, χημεία, ξέρει να μοντάρει τις γνώσεις του σε συμπαγές, ενδιαφέρον (αν και μακρύ) και ενοχλητικά επίκαιρο θεατρικό κείμενο.

Δύο νεαροί τρόφιμοι ψυχιατρείου, νομίζουμε στην αρχή, σανατορίου μαθαίνουμε, όπου αποτοξινώνονται από την ντρόγκα των υπολογιστών, καταπιάνονται σε ύφος καρτούν επιστημονικής φαντασίας με το τρομερό θέμα του τέλους του κόσμου. Στο λευκό κελί τους σκοτώνονται να προλάβουν την καταγραφή της ιστορίας της ανθρωπότητας πριν ο πυρηνικός όλεθρος σβήσει κάθε ίχνος της από τον πλανήτη. Κάθε μέρα μια νοσοκόμα-ρομπότ (Ντίνη Ρέντη) σερβίρει υποκατάστατα τροφής σε πολύχρωμα χαπάκια, ενώ έννοιες όπως κυβερνοχώρος, διαδίκτυο, δισκέτες, εναλλάσσονται άτακτα με ονόματα-αναφορές στον πολιτισμό του ανθρώπου: Σωκράτης, Σοπέν, Μπόρχες, Παζολίνι, Στόουνς κ.λπ. Το χιουμοριστικό άναρχο πνεύμα αυτής της καινοτόμου παράστασης (σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου), δεν αφαιρεί τίποτε από τη σοβαρότητα του θέματος. Μάλλον την επαυξάνει, καθώς η γυμνασιακή πλάκα του αξιολάτρευτου διδύμου (Γεράσιμος Γεννατάς, Μανώλης Μαυροματάκης), μακάρια φλύαρο όπως ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκον του Μπέκετ, κρύβει μια λογική και αληθοφάνεια που τρομάζουν.

(...)

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λέανδρος Πολενάκης, Η ΑΥΓΗ, 16/05/1999

Πλατωνική «Πολιτεία» (;) σε «κόμικς» παράφραση

(…) Η «γραφή» της σκηνοθεσίας (Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος) πετυχαίνει να δώσει ανάγλυφες τις γραφιστικές μορφές, βγάζει το έντονο χιούμορ του συγγραφέα, κάτι που ασφαλώς αποτελεί πλεονέκτημα της παράστασης. (…)

Σε μια ενδιαφέρουσα ιδέα στηρίζεται το έργο του Λένου Χρηστίδη «Δύο Θεοί» («Θέατρο του Νέου Κόσμου»). Τοποθετημένο σ’ ένα μέλλον κοντινό ή μακρινό, χωρίς άλλο προσδιορισμό, εκτυλίσσεται στο κελλί μιας ψυχιατρικής μάλλον κλινικής ή κέντρου αποτοξίνωσης, απεξάρτησης.. του ατόμου από τους υπολογιστές. Εκεί δύο τρόφιμοι ενώπιον του τέλους του κόσμου, που προσεγγίζει λόγω μιας πυρηνικής καταστροφής, αποφασίζουν... να διασκεδάσουν ξαναγράφοντας την ιστορία για τους μελλούμενους σ’ ένα PC που έχουν εισάγει λαθραία στο κελλί τους, πλαστογραφώντας τα ονόματα όλων των μεγάλων ανδρών της ιστορίας, αντικαθιστώντας τα... με ονόματα συγκρατουμένων τους (ο φιλόσοφος Σωκράτης π.χ. Εφεξής θα ονομάζεται: Μπάμπης ο κοιλαράς!). Για τους εαυτούς τους διατηρούν το προνόμιο να μείνουν στην ιστορία (να ξαναμπούν θα έλεγα) ως: «Οι δύο θεοί»(έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ορμήθηκε από μιαν ανάγνωση ανατρεπτική του 10ου βιβλίου της πλατωνικής «Πολιτείας», αλλά αυτό το γράφω με επιφύλαξη). Το έργο διαθέτει αναμφίβολα ένα μαύρο χιούμορ, πλην όμως εν τέλει στερείται βάθους. Δε φαίνεται να διαθέτει άλλο στόχο πλην της «πλάκας» που θέλει να κάνει ο συγγραφέας του. «βγάζοντας τη γλώσσα» στη σοβαροφάνεια των καιρών μιας και υπονομεύοντας μια λόγια γραφή που είναι του συρμού και που κάποτε παραπαίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. Επειδή όμως κάπου το πράγμα μέσα στο έργο σοβαρεύει ερήμην ίσως των συγγραφικών προθέσεων, ο συγγραφέας γι’ αυτό παρακαλείται αν θέλει να λάβει υπόψη του τις πιο κάτω παρατηρήσεις' Το έργο βέβαια παραπέμπει στο ύφος και στο στυλ ενός «κόμικς», με πρόσωπα καρικατούρες και χαρακτήρες σκιές. Είναι ένας τρόπος γραφής πλην όμως ακόμη αι το «κόμικ» στην καλή, στην άρτια τουλάχιστον εκδοχή του, αναφέρεται πάντα μεσ’ απ’ τον ιδιότυπο κώδικά του, σε μιαν άλλης τάξης πραγματικότητα κείμενη έξω από τα κλειστά «καρέ» του. Έναν κόσμο φανταστικό ή πραγματικό, αλλά υπάρχοντα πέραν της «κόμικς» λογικής των δυο διαστάσεων μορφών. Δεν εξαντλείται δηλαδή σε μιαν αυτοαναφορικότητα, δεν αναπαριστάν τον εαυτό του ως... «κόμικς» ενός «κόμικς», αλλά... τον υπόλοιπο κόσμο που μεταφέρεται, μεταφράζεται κατά κάποιο τρόπο στη γλώσσα του. Προκειμένου  μάλιστα για μια γραφή θεατρική, εξ ορισμού τριών διαστάσεων, που προϋποθέτει τον σκηνικό χώρο, ο πιο πάνω κανόνας γίνεται απαραβίαστος. Στο έργο του Χρηστίδη όμως ο πραγματικός π.χ. Κόσμος που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας πυρηνικής καταστροφής είναι -θεατρικά εννοείται- κι εκείνος μια «κόμικς» εκδοχή, κατοικούμενος από καρικατούρες μορφών και πρόσωπα-καρτούν. Μια σκιά. Η γραφή του παραπέμπει σε μια πραγματικότητα στερούμενη κύρους πλην εκείνου που εγγράφεται στα καρέ του «κόμικ». Ο κόσμος τους Χρηστίδη αναπαριστά όπως είναι στην καρτουνίστικη γραφή και όχι όπως ενδεχομένως μπορεί να αναπαρασταθεί εντός μιας άλλης γραφής ο πραγματικός κόσμος. Θέλω να πω, πέραν της «κόμικ» εκδοχής του, δεν εκπροσωπείται καθόλου στο έργο. Μοιάζει έτσι να λείπει από το κείμενο μια ολόκληρη θεατρική διάσταση μάλιστα εκείνη που θα το καθιστούσε δραματικά ενεργότερο. Ένας κόσμος-γράφημα ολισθαίνει μέσα στον «εαυτό» του, δείχνεται, αντανακλάται στα κάτοπτρα του εαυτού του, χωρίς να παράγεται δραματικά μέσα από τη σύγκρουση με το είδωλό του. Και χωρίς μ’ αυτό να παράγει δράμα. Το έργο από ένα σημείο και μετά, απαιτούσε έναν άξιο χειρισμό, έναν άξιο μηχανισμό γραφής που θα το αποσπούσε από το γραφιστικό του αποτύπωμα: Οι μορφές του να διαθέτουν απαραιτήτως μνήμη της ιστορίας τους.

Αυτά ως προς το έργο. Η «γραφή» της σκηνοθεσίας (Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος) πετυχαίνει να δώσει ανάγλυφες τις γραφιστικές μορφές, βγάζει το έντονο χιούμορ του συγγραφέα, κάτι που ασφαλώς αποτελεί πλεονέκτημα της παράστασης. Είναι μια έντιμη σκηνοθεσία, δεν επιχειρεί να βιάσει τη φόρμα του έργου, να την αναγκάσει να πει πράγματα πέραν του κειμένου της συγγραφής, όπως είπα πριν «γραφήματος» και «κόμικς». Ίσως μια άλλη σκηνοθεσία θα επιχειρούσε να εκμεταλλευτεί το καρτουνίστικο ύφος, να «γράψει» με έντονους φωτισμούς, γοργότερους ρυθμούς, μια άλλη ιστορία πάνω στην ιστορία του Χρηστίδη. Σε άλλα χέρια ενδεχομένως (Κακλέας) θα είχαμε μια άλλη παράσταση. Ο Θεοδωρόπουλος εδώ αξιοποίησε, πρέπει να πω, τον παράγοντα: ηθοποιός. Το δίδυμο των πρωταγωνιστών είναι έξοχο (Γεράσιμος Γεννατάς, Μανώλης Μαυροματάκης) (...) «τύπους» ομιλούσες καρικατούρες λογίων. Ο «διευθυντής» (Αλέξανδρος Τσακίρης) υπόγεια κωμικός στην άνοδο και την πτώση του. Ο «Τζο» (Γιώργος Μακρής) στέκει ως αμφιταλαντευόμενη φιγούρα μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, η «κυρία Σίγμα» της Ντίνης Ρέντη με κατεκτημένα υποκριτικά μέσα δίνει μια κωμική φιγούρα υπηρέτριας σε εκδοχή παραλόγου. Η επιμέλεια κίνησης της Αγγελικής Στελλάτου στήνει ορθά τις ανθρώπινες κούκλες της, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Εύας Νάθενα παραπέμπουν σωστά σ’ επιστημονική φαντασία. Μου άρεσε η μουσική (επιμέλεια της Μαρτίν Κριθαρά) βοηθός σκηνοθέτη η Μαρία Παπαλέξη, βοηθός σκηνογραφίας η Ελένη Κιούση.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP