Ο ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ ΚΑΙ Η ΜΠΕΛΙΣΑ

Ο ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ ΚΑΙ Η ΜΠΕΛΙΣΑ

«Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Κώστας Γαλανάκης, Σούλα Αθανασιάδου, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ανθή Ανδρεοπούλου, Γιάννης Μπουραζάνας, Κώστας Κορωναίος

Συμπαραγωγή με το ΚΘΒΕ

Γραμμένο το 1928, το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο λυρικό και το γκροτέσκο, στο τραγικό και το κωμικό. Θέμα του ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ένα από τα βασικότερα στοιχεία της δραματουργίας του Λόρκα, που αποτελεί κλειδί για την κατανόηση του συνόλου του έργου του.
Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα ήταν η πρώτη παράσταση που παίχτηκε στον Πάνω Χώρο –μετέπειτα Κεντρική Σκηνή– του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, μετά την τελική του διαμόρφωση.

 

Ο Δον Περλιμπλίν, ένα αγαθό γεροντοπαλίκαρο, πείθεται να παντρευτεί την όμορφη μικρή Μπελίσα. Εκείνη τον απατά. Εκείνος για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται τις αισθησιακές απολαύσεις του κόσμου γύρω του. Αποφασίζει να ξανακερδίσει την άπιστη σύζυγό του προικίζοντάς την με ψυχή. Για να το κατορθώσει αυτό, μεταμφιέζεται σε ένα μυστηριώδη νέο και την πλανεύει. Όταν πια είναι βέβαιος για το πάθος της, ξεψυχάει στην αγκαλιά της χαρίζοντάς της την καρδιά του. Η χάρτινη, άκαρδη Μπελίσα, θα αγαπήσει για πάντα τον νεκρό Περλιμπλίν.

«Το έργο αυτό, με τη ζωντάνια των χαρακτήρων και τη μεγάλη γλωσσική του ευγένεια, θα μπορούσε να είχε μείνει μόνο ένα ευχάριστο σκηνικό παιχνίδι, αν ο Λόρκα, με τη μοναδική του ποιητική ευαισθησία, δεν το μεταμόρφωνε τελικά σε κάτι αποκαλυπτικό και παράξενο, σε μια δική του ερμηνεία της τραγικής αντίφασης ανάμεσα στην πραγματικότητα των αισθήσεων και στις βαθύτερες αναζητήσεις της ανθρώπινης ψυχής». 
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


Συντελεστές της παράστασης 

Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Μουσική: Στάμος Σέμσης
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Ταρκάσης (Θεσσαλονίκη), Τάσος Ράτζος (Αθήνα)
Κούκλες-Διδασκαλία: Εμμανουέλα Καποκάκη
Μακιγιάζ: Άγγελος Μέντης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κάτια Αρφαρά
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Χανιωτάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Κοκκίνη


Παίζουν οι ηθοποιοί: 

Κώστας Γαλανάκης, Σούλα Αθανασιάδου, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ανθή Ανδρεοπούλου, Γιάννης Μπουραζάνας, Κώστας Κορωναίος


Πού και πότε 

Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς, από 25/12/1998 μέχρι 10/1/1999
Θέατρο Νέου Κόσμου (Πάνω Χώρος), από 2/3/1999 μέχρι 30/5/1999 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Μηνάς Χρηστίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 06/03/1999

Τολμηρός Λόρκα, ξεπερασμένος Κρετς

(…) Και ο Θεοδωρόπουλος πέτυχε να κάνει θέατρο γοητευτικό. Γιατί αισθάνθηκε πως όλα τα παραμύθια για να απογειωθούν σε χώρους αντιρεαλιστικούς ξεκινάνε από μια απλή, ρεαλιστική βάση. Ξεκινάνε από τη γη και σιγά σιγά, ανεπαίσθητα αρχίζουν να αιωρούνται, αλλά πάλι φυσικά και απλά. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ο Λόρκα έκτιζε το έργο του… (...)

Διχασμένη και η περασμένη θεατρική εβδομάδα. Από τη μία το ποιητικό παιχνίδισμα του Λόρκα με την τραγική του κωμικότητα και από την άλλη η παλιατσούρα του Κρετς που χωρίς ίχνος χιούμορ ασχολείται με «πολιτικό-κοινωνικά» θέματα ξεπερασμένα εδώ και δεκαετίες.
Εκεί, στο Νέο Κόσμο –πίσω από το κάποτε εργοστάσιο του FIX– ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έφτιαξε όχι απλώς ένα θέατρο, αλλά ένα πολιτιστικό κέντρο, με δύο θέατρα και άλλες χρήσιμες αίθουσες για πολλαπλές χρήσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν μας λείπουν πια οι θεατρικοί χώροι – αντίθετα, ίσως να έχουν γίνει και πάρα πολλοί. Πάντα όμως θα χρειάζονται οι καλόγουστοι και καλοφτιαγμένοι χώροι, αυτοί που αισθάνεσαι ότι έγιναν με μεράκι, με κόπους και με προσοχή ακόμα και στην πιο μικρή λεπτομέρεια. 
Μα πάνω απ’ όλα θα χρειαζόμαστε πάντα την καλή, την πολύ καλή και –κυρίως– την άριστη παράσταση που θα στεγαστεί εκεί. Μόνο τότε το «κτίσμα» αποκτά αληθινή «προσωπικότητα» πέρα από τα υλικά κατασκευής του.
Έτσι το θέατρο αυτό ξεκίνησε πριν από 2 χρόνια από την ταπεινή, ανοικτή, αθηναϊκή αυλή του, με την εντελώς ξεχωριστή παράσταση του «Κοινού Λόγου». Και φέτος, στεγασμένο, αρχίζει τη νέα του ζωή με έργο «ποιητικού θεάτρου», ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ού αιώνα, του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, το «Περλιμπλίν και Μπελίσα».
Η επιλογή του έργου ήταν τολμηρή και επικίνδυνη. Απαιτούσε τέλεια παράσταση. Το είδος αυτό του θεάτρου δεν ανέχεται μετριότητες και αδεξιότητες. Ή πετυχαίνεις να κρατήσεις το θεατή γοητευμένο να παρακολουθεί το «ποιητικό παιχνίδι» του Λόρκα ή αποτυγχάνει πλήρως. Μέσος όρος δεν χωράει.
Και ο Θεοδωρόπουλος πέτυχε να κάνει θέατρο γοητευτικό. Γιατί αισθάνθηκε πως όλα τα παραμύθια για να απογειωθούν σε χώρους αντιρεαλιστικούς ξεκινάνε από μια απλή, ρεαλιστική βάση. Ξεκινάνε από τη γη και σιγά σιγά, ανεπαίσθητα αρχίζουν να αιωρούνται, αλλά πάλι φυσικά και απλά. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ο Λόρκα έκτιζε το έργο του.
Ο Θεοδωρόπουλος είχε στέρεη βάση εκκίνησης την εξαιρετική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Που μιλούσε ελληνικά, χωρίς «ισπανισμούς» και ποιητικές γραφικότητες. Μια μετάφραση που παρά τα 40 χρόνια που πέρασαν, δεν έχει ηλικία και γήρας. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι πριν τις λίγες έστω φορές που παίχτηκε ο «Περλιμπλίν και η Μπελίσα» στην Ελλάδα, παίχτηκε πάντα με τη μετάφραση του Γκάτσου. Ήταν πια ελληνική ποιητική δημιουργία. Είχαμε ελληνικό ποιητικό κείμενο.
Η παράσταση χρειαζόταν όψη κατάλληλη να δεχτεί την ποιητική σύλληψη του Λόρκα και το λόγο του Γκάτσου. Και τη βρήκε στα στέρεα και την ίδια στιγμή «απογειωμένα» σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη και στα έξυπνα, καλόγουστα και ιδιαιτέρως καλοφτιαγμένα κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ. 
Το υποκριτικό πρόβλημα του έχει το έργο αυτό του Λόρκα για την ερμηνεία αλλά και την απόδοση των ρόλων του, λύθηκε εξαίρετα από τους ηθοποιούς της παράστασης. Δεν νομίζω ότι ο Κώστας Γαλανάκης έχει κάνει άλλοτε τόσο προσεγμένη και λεπτομερειακά δουλεμένη υποκριτική δουλειά απ’ αυτή που έκανε τώρα στον Περλιμπλίν. Και μάλιστα σ’ έναν εξαιρετικά επικίνδυνο για ολισθήματα και γραφικότητες ρόλο. Ο Γαλανάκης είχε μέτρο, αποχρώσεις, λεπτότητα και χιούμορ. Θα πρέπει να πήρε μεγάλη βοήθεια από το σκηνοθέτη του, να πήρε ερεθίσματα και κατευθύνσεις, αλλά αν δεν είχε την προσωπική του ικανότητα να αξιοποιήσει τη βοήθεια, δεν θα είχε καταφέρει τίποτα. Θερμό μπράβο για τον ήρωα του Λόρκα που μας έδωσε. Δίπλα του, αιθέριο, παραμυθένιο τζίνι η Μπελίσα που παρουσίασε η Τζίνη Παπαδοπούλου. Την ίδια στιγμή γήινο και παραμυθένιο πλάσμα.
Αληθινή, γνήσια, ακριβής η υπηρέτρια της Σούλας Αθανασιάδου. Ακόμα μια σπουδαία υποκριτική παρουσία της εκλεκτής ηθοποιού.
Η Ανθή Ανδρεοπούλου είχε μια περίεργη –και αποδεκτή – εμφάνιση στη μητέρα της Μπελίσα.
Τέλος, τα δύο Δαιμόνια των Γιάννη Μπουραζάνα και Κώστα Κορωναίου είχαν πράγματι «δαιμονιώδη», αλλά και πλαστική, πολυδουλεμένη, κίνηση. Άλλοι δύο επικίνδυνοι ρόλοι που απέφυγαν τη συνήθη «σχολική γραφικότητα» με τη βοήθεια του σκηνοθέτη και της χορογράφου Αγγελικής Στελλάτου. Μια σπουδαία βραδιά θεάτρου στην καινούργια αίθουσα τους συγκροτήματος εκεί, στο Νέο Κόσμο».

(...) 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σπύρος Παγιατάκης, minima, 01/04/1999

Άλυτα αινίγματα και ένα παραμύθι
Ένα «ερωτικό αλληλούια»

(...) Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνταίριαξε με γνώση και ευαισθησία στη δοσολογία τους όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στο κείμενο. Η σκηνοθεσία του περιπλανήθηκε από το τραγικό στη φαρσοκωμωδία, από τον αισθησιασμό στην τρυφερότητα, από το ονειρικό στο προσγειωμένο, με τη μαεστρία ενός ταλαντούχου ισορροπιστή. Μέσα σ’ ένα πρώτης τάξεως εικαστικό πλαίσιο, το οποίο έδειχνε να ξεκινά από το χώρο του παραμυθιού. (…)

Ο ίδιος ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1899 – 1936) έμοιαζε αναποφάσιστος ως προς το πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το έργο του Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα (ο αυθεντικός τίτλος, Στον κήπο του αγαπά ο Δον Περλιμπλίν την Μπελίσα, είναι ασφαλώς λυρικότερος). Πότε το αναφέρει ως «φάρσα», πότε ως «θεατρικό γκροτέσκο» ή ακόμα και ως «τραγωδία», «πειραματικό», «ελαφρούτσικο μονόπρακτο», «προσχέδιο μεγαλειώδους δράματος» και «ερωτικό αλληλούια». Αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό επέλεξε και ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος για να υποτιτλίσει την παράστασή του.
Η ιστορία του αταίριαστου ζευγαρώματος ενός άδολου πενηντάχρονου μ’ ένα αδίστακτο, αχόρταγο και διαχρονικό σεξουαλικό σύμβολο, παρ’ όλη την ευτράπελη αφετηρία της, εισέρχεται σε πανανθρώπινα βάθη. Το ερώτημα για το πώς αγαπά κανείς, με την καρδιά, με την ψυχή ή την σάρκα (ενδεχομένως και με όλα μαζί), βρίσκει εδώ την πιο ποιητική σκηνική απάντηση. Η τελική δραματουργική «λύση» πρέπει ν’ ανήκει στις πλέον εμπνευσμένες στιγμές του σύγχρονου θεατρικού ρεπερτορίου.
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνταίριαξε με γνώση και ευαισθησία στη δοσολογία τους όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στο κείμενο. Η σκηνοθεσία του περιπλανήθηκε από το τραγικό στη φαρσοκωμωδία, από τον αισθησιασμό στην τρυφερότητα, από το ονειρικό στο προσγειωμένο, με τη μαεστρία ενός ταλαντούχου ισορροπιστή. Μέσα σ’ ένα πρώτης τάξεως εικαστικό πλαίσιο, το οποίο έδειχνε να ξεκινά από το χώρο του παραμυθιού, να περνά από τον Μαγκρίτ και να διασχίζει το σύγχρονο αισθητικό “cult” (σκηνικά: Αντώνης Δαγκλίδης, κοστούμια: Κλερ Μπρέισγουελ, φωτισμοί: Γιώργος Ταρκάσης), με έναν εντυπωσιακό στην εξέλιξη του χαρακτήρα του Περλιμπλίν Κώστα Γαλανάκη, με μια αποκαλυπτική ως μητέρα-προαγωγό Ανθή Ανδρεοπούλου, μια γραφική, πλην ουσιαστικά γήινη, Μαρκόλφα (Σούλα Αθανασιάδου) και με μια τόσο αισθησιακά όμορφη όσο ακριβώς το απαιτεί ο ρόλος τής ελαφρόμυαλης Μπελίσα Τζίνη Παπαδοπούλου, το μονόπρακτο του Λόρκα αποκαλύπτει εδώ ξεκάθαρα την τόσο χαρακτηριστική για ένα διαρκώς πολιτικό-ερωτικά αυτοβασανιζόμενο συγγραφέα γλυκόπικρη ποίηση. Οι Γιάννης Μπουραζάνας και Κώστας Κορωναίος, ως σκανταλιάρικα δαιμόνια (προφανώς διδαγμένοι από τη χορογράφο Αγγελική Στελλάτου), απογείωσαν την παράσταση οδηγώντας την στο χώρο του ονείρου-εφιάλτη. Τέλος, ο μη ρεαλιστικός (λυρικά και διόλου μελίρρυτα μεταφρασμένος από τον Νίκο Γκάτσο) λόγος ακούγεται σε πλήρη αρμονία με μια ευρω-ανατολική μουσική (Στάμος Σέμσης), η οποία ευτυχώς αποφεύγει κάθε είδους έθνικ παγίδα.

Μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές τις θεατρικής περιόδου που οδεύει προς το τέλος της.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Κώστας Γεωργουσόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, 05/04/1999

Έρως, έαρ, χειμών

(…) Το κείμενο του Λόρκα στην έξοχη μετάφραση του Γκάτσου χρειάζεται μεγάλη ευαισθησία απ’ όλους τους συντελεστές για να μην θραυστεί, διότι κρέμεται από μιαν αδιόρατη κλωστή η ισορροπία του. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κατόρθωσε να το ισορροπήσει, ώστε να διασωθεί η λυρική του ουσία, να φανεί ο κοινωνικός ιστός που το συγκρατεί για να μην φαίνεται ως παράδοξο και να αναπηδήσει λιτά και αυτονόητα η τραγική του υφή. (…)

Δεν νομίζω πως διατυπώθηκε ποτέ σπαραχτικότερα αλλά και λιτότερα ο καημός της ερωτικής θυσίας. Ο ηλικιωμένος Περλιμπλίν, ο σοφός, αφοσιωμένος στα βιβλία του, δειλός ερωτικά, ντροπαλός, άπειρος, διπλανός μας, είναι μια συμπερίληψη όλων όσοι αντιμετωπίζουν τον έρωτα με δέος, τρόμο υπαρξιακό, αμηχανία. Νιώθουν για τη γυναίκα έναν απέραντο σεβασμό αλλά ταυτόχρονα και μιαν απώθηση γιατί συγχέουν στη συνείδησή τους τις αλληλοσυγκρουόμενες λαϊκές αφηγήσεις για την αγιότητα της μητέρας και την πανουργία της σάρκας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Λόρκα αφυπνίζει μέσα στην άδολη ψυχούλα του απειρόγαμου Περλιμπλίν τον πόθο και την ελπίδα της ηδονής είναι έξοχος. Με γρήγορες πινελιές, νευρικές αλλά έντονες, ζωγραφίζει τη μετάβαση από την φοβιστική άρνηση στο ενδιαφέρον και από εκεί στην επιθυμίας και τέλος στο πάθος που καλπάζει.
Ο Λόρκα δεν είναι μεταφυσικός ποιητής, ο υπερρεαλισμός του παρέμεινε ενδιαφέρον προβληματισμός ύφους και φόρμας.
     Υποβόσκει όμως παντού η ρεαλιστική ματιά. Η Μπελίσα οδηγείται στην συζυγική παστάδα του Περλιμπλίν από ανάγκη, από ανέχεια. Το μοτίβο αυτό θεατρολογικά είναι παμπάλαιο, κατάγεται από τον Μένανδρο, περνάει στη λόγια κωμωδία, στον Μολιέρο και φτάνει ως την δική μας κρητική κωμωδία (π.χ «Ο Στάθης») και ως τον Χουρμούζη «Λεπρέντης» και τον Βυζάντιο («Σινάνης»).
Έτσι το υπόβαθρο της σχέσης στο έργο του Λόρκα είναι γερά κοινωνικό. Ο Περλιμπλίν θέλει μια σύζυγο για να ανταποκριθεί στο αστικό ήθος και να μπει στον κανόνα του και η Μπελίσα έχει ανάγκη έναν προστάτη να της εξασφαλίσει τα προς το ζην. Μέσα στη συνθήκη αυτή οι υπαρξιακές ανάγκες του καθενός αναπτύσσονται αντίρροπα. Εκείνος ανακαλύπτει τον έρωτα για πρώτη φορά και εκείνη τον αναζητεί στους ομηλίκους της.
Έως εδώ το μοτίβο ακολουθεί τον γνωστό του δρόμο, τον κωμικό. Γίνεται όμως στα χέρια του μεγάλου ποιητή τραγικό ποίημα, όταν ο απελπισμένος γέροντας μεταμφιεζόμενος σε νέο εραστή αποσπά το ενδιαφέρον της μοιχαλίδας, έως την τελευταία τραγική απόληξη που ο εραστής-Περλιμπλίν σκοτώνει το ερωτικό του εμπόδιο σύζυγο-Περλιμπλίν.
Το κείμενο του Λόρκα στην έξοχη μετάφραση του Γκάτσου χρειάζεται μεγάλη ευαισθησία απ’ όλους τους συντελεστές για να μην θραυστεί, διότι κρέμεται από μιαν αδιόρατη κλωστή η ισορροπία του.
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κατόρθωσε να το ισορροπήσει, ώστε να διασωθεί η λυρική του ουσία, να φανεί ο κοινωνικός ιστός που το συγκρατεί για να μην φαίνεται ως παράδοξο και να αναπηδήσει λιτά και αυτονόητα η τραγική του υφή. Έδωσε με ρεαλιστικές πινελιές το περιβάλλον, την οικονόμο προξενήτρα του Περλιμπλίν και τη μητέρα της Μπελίσα. Η Σούλα Αθανασιάδου με αδρές πινελιές και η Ανθή Ανδρεοπούλου με περισσότερο γκροτέσκες κατέγραψαν σκηνικά τα δύο κοινωνικά αίτια που συγκροτούν το υπόβαθρο της τραγωδίας, το αστικό έθος και την ανέχεια.
Με κώδικα ονείρου σκηνοθέτησε τα δύο παγανά, τους δαίμονες της ασέλγειας που στοιχειώνουν τις νύχτες των νέων κοριτσιών και κορυφώνουν τις ασελγείς φαντασιώσεις γερόντων. Ο Μπουραζάνας και ο Κορωναίος έπαιξαν με αρκετή υπερβολή αλλά χωρίς να χαθεί η ισορροπία στις σκηνές τους.
Η Τζένη Παπαδοπούλου, ηθοποιός με σκηνική χάρη και έντονη παρουσίας, με ευοίωνη θητεία στο ποιητικό θέατρο έπαιξε με γνώση την Μπελίσα, με γνώση των παγίδων του ρόλου, αφού πρέπει να συνδυάσει αφέλεια και αισθησιασμό, πειστικότητα και αδυναμία, αιδώ και ακολασία.
Ο Κώστας Γαλανάκης, με κύρος που βασίζεται σε μια θαυμάσια τεχνική, σε μια ελεγχόμενη φαντασία και μια μετρημένη κίνηση έπλασε έναν τραγικό κλόουν Περλιμπλίν, αφελή, αθώο, αμήχανο, φεγγαρίσιο με ακατονόμαστες όμως βαθιά και καλά φυλαγμένες αισθησιακές φαντασιώσεις.
Ο Αντώνης Δαγκλίδης σχεδίασε θαυμάσια σκηνικά, κάτι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Η Μπρέισγουελ σχεδίασε όμορφα κοστούμια και ο Σέμσης έγραψε μια σημαίνουσα ώριμη σκηνική μουσική προέκταση των σκηνικών συμβάντων.
Η Στελλάτου δίδαξε με φειδώ την κίνηση των παγανών και η Καποκάκη συνέδραμε στο συμβολικό επίπεδο μ’ ένα θαυμάσιο ιντερμέδιο με κούκλες.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 04/04/1999

Το γκροτέσκο μιας ασυμβίβαστης αγάπης

(…) Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί την παράστασή του με άξονες τη δομή του «αλληλούια», επομένως τη σκιτσογραφική γελοιογραφία, τον γκροτέσκο σχεδιασμό των χαρακτήρων, την ρομαντική ροζ ιστορία του φυλλαδίου με την τραγική εξέλιξη, το πάντρεμα του ποιητικού και εξωπραγματικού με το ρεαλιστικό. Πολυσχιδής στόχευση, με δηλωμένη προθετικότητα που ακολουθείται σε όλα τα επίπεδα με απόλυτη συνέπεια. (…)

Με καταγωγή από τα ταπεινής λαϊκής λογοτεχνίας «αλληλούια», τις χρωματιστές, δηλαδή, εικονίτσες θρησκευτικής στην αρχή και λαϊκής στη συνέχεια προέλευσης, που αφηγούνται ιστοριούλες, αγαπητές κυρίως στα παιδιά. «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» του Λόρκα μετατρέπεται από τον συγγραφέα σε έναν ποιητικό Ερωτικό, με υποβόσκοντα τα καταγωγικά στοιχεία. Τα «αλληλούια» του Δον Περλιμπλίν ανάγονται ήδη στα 1818 και φέρουν ως κεντρικό μοτίβο την ασχήμια αλλά και τον πλούτο του ήρωα, ο οποίος ερωτευόμενος μια νεαρή κοπέλα, μετά από περιπέτειες, καταλήγει στον θάνατο.
Ο Λόρκα υποτιτλοφορεί το έργο του αρχικώς ως «γκροτέσκο θεατρικό έργο» και στη συνέχεια «ερωτικά αλληλούια». Υποβάλλει έτσι, στον σύγχρονο σκηνοθέτη την καταγωγική αναφορά και τα σκηνικά στοιχεία αναπαράστασης του έργου.
Ο γάμος του πενηντάρη Περλιμπλίν με τη νεαρή του γειτονοπούλα Μπελίσα, κατόπιν της παρότρυνσης της υπηρέτριας του Μαρκόλφα και η στη συνέχεια εξακολούθησιν απιστία της γυναίκας του, εμπεριέχουν ικανά ιλαρά στοιχεία που οδηγούν στο γκροτέσκο. Σ’ αυτά επικάθεται το τραγικό, όταν ο πρώην εκτός πραγματικής ζωής και ανίδεος στα περί έρωτος Περλιμπλίν, συνειδητοποιεί ότι αγαπά, ότι ποθεί την Μπελίσα και θέλει να την κάνει να τον ερωτευτεί κι αυτή, ακόμη κι αν τούτο θα πρέπει να του στοιχίσει την ίδια τη ζωή του.
Ο Περλιμπλίν, ένας «Υπέροχος Κερατάς» (το, με τον ίδιο τίτλο αυτό έργο του Γκρομελένκ, που παραστάθηκε φέτος σε σκηνοθεσία Στ. Τσακίρη, προσφέρεται για μια συγκριτική δραματουργική ανάλυση), εξαπατά με τη συγκαταβατικότητά του, τόσο τη γυναίκα του όσο και το κοινό, καταστρώνοντας το δικό του απονενοημένο διάβημα: Της παρένδυσής  του σε νεαρό που ερωτεύεται τη Μπελίσα, χωρίς ποτέ να γνωρίσει, μέχρι την τελική σκηνή του κήπου, όπου ο Περλιμπλίν της αποκαλύπτεται ως μαχαιρωμένος από τον σύζυγο νεαρός, έχοντας δηλαδή αυτοκτονήσει. Το κέρδος του: Η Μπελίσα, για πρώτη φορά, αγαπά όχι μόνο με το κορμί αλλά και με την ψυχή, μαθαίνει άρα για την υπόλοιπη ζωή της την πραγματική αγάπη.
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί την παράστασή του με άξονες τη δομή του «αλληλούια», επομένως τη σκιτσογραφική γελοιογραφία, τον γκροτέσκο σχεδιασμό των χαρακτήρων, την ρομαντική ροζ ιστορία του φυλλαδίου με την τραγική εξέλιξη, το πάντρεμα του ποιητικού και εξωπραγματικού με το ρεαλιστικό. Πολυσχιδής στόχευση, με δηλωμένη προθετικότητα που ακολουθείται σε όλα τα επίπεδα με απόλυτη συνέπεια.
Οι τέσσερις εικόνες του έργου στήνονται στα εμπνευσμένα σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη που τέμνουν οριζόντια τη σκηνή. Αυτά στη σύλληψη, συμβάλλουν, σε πρώτο επίπεδο, σε μια ροζ ανάγνωση της ιστορίας, παραπέμποντας, ωστόσο, σε μεταφορές και μετωνυμίες όπως το σπίτι – κλουβί μέσα στο οποίο πρωτοεμφανίζεται η Μπελίσα γυμνή. Η Κλαιρ Μπρέισγουελ, μια ενδυματολόγος που φλερτάρει συχνά με τα όρια του κιτς, βρίσκει εδώ εύφορο πεδίο εφαρμογής των αντιλήψεών της, δημιουργώντας ευφάνταστα κοστούμια, όπως αυτό της Μητέρας της Μπελίσα, και σε εκρηκτικούς χρωματισμούς (όπως τα κοστούμια του Περλιμπλίν) που παραπέμπουν εμφανώς σε εικονογραφημένα λαϊκά αναγνώσματα.
Η οπερετική σύντομη εμφάνιση (πάνω σε κούνια) της Ανθής Ανδρεοπούλου στον ρόλο της Μητέρας της Μπελίσα που πείθει την κόρη της να δεχτεί συμφεροντολογικά την πρόταση γάμου του Περλιμπλίν, σημαδεύει όλο το έργο και αναδεικνύει τις πολυδιάστατες δυνατότητες της εξαίρετης ηθοποιού. Ο Κώστας Γαλανάκης διαγράφει τον αμήχανο, μαζεμένο, γελοιοποιούμενο και τελικά ερωτευμένο Περλιμπλίν με μετρημένη κινησιολογία, εσωτερική ένταση, ελεγχόμενους τονισμούς φωνής και συγκινητική ανάδειξη της τραγικής απόληξης του προσώπου. Η Σούλα Αθανασιάδου, γήινη Μαρκόλφα, αντιπροσωπεύει τη ρεαλιστική πλευρά του έργου. Στον ρόλο της Μπελίσα, η Τζίνη Παπαδοπούλου, με κινησιακή ευελιξία, όχι όμως την πρέπουσα πάντοτε ωριμότητα στις φωνητικές της αποχρώσεις.
Δύο στοιχεία θα πρέπει να εξαρθούν ως θετικότατες σκηνοθετικές επιλογές: Πρώτον, η έμφαση στο γυμνό σώμα της Μπελίσα σε αντιπαράθεση προγαμιαίου γυμνού και μετέπειτα ντυμένου ως αναγκαία δομικά και λειτουργικά στοιχεία κατανόησης  της χαρακτηρολογίας και της δράσης. Δεύτερον, η σκηνική ανάδειξη των δύο Δαιμονίων, με τα σχεδόν ολόγυμνα βαμμένα σώματα και την εξαίρετη στην προκλητικότητά της κινησιολογία των Γιάννη Μπουραζάνα και Κώστα Κορωναίου που δίδαξε η Αγγελική Στελλάτου, σε εμβόλιμα, εξωπραγματικά, αμιγώς ποιητικά έως παγανιστικά στοιχεία που ανακόπτουν τη σκηνική δράση και συνδιαλέγονται με τον θεατή, με συνεργό τους φωτισμούς.
Τέλος, το εμβόλιμο κουκλοθέατρο, ως σύντμηση της ιστορίας, παραπέμπει διακειμενικά στα έργα για κουκλοθέατρο του Λόρκα (με ήρωα τον Δον Κριστόμπαλ) αλλά και σε συμφραζόμενες οφειλές προς τον Κραιγκ και το θέατρο των ανδρείκελων.
Η παράσταση ανέβηκε στη δοκιμασμένη ποιητική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, όπως άλλωστε και οι πέντε προηγούμενες σκηνοθετικές αναγνώσεις του έργου.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 09/03/1999

«Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

(…) Μια παράσταση, που υπό την καλομελετημένη και εμπνευσμένη σκηνοθετική «μπαγκέτα» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, αποτελεί χαρά της ακοής – καθώς η λορκική ποίηση μεταγλωττισμένη από τον δικό μας ποιητή Νίκο Γκάτσο εμψυχώνεται από καλούς ηθοποιούς και μελωδείται εξαίσια, τρυφερά, αισθαντικά, παιχνιδιάρικα με τη μουσική και το τραγούδι-νανούρισμα του Στάμου Σέμση. (…)

 

Αυτό το υπέροχο θεατρόμορφο ποίημα για τον έρωτα, για τη ζωή και το θάνατο, εγκαινίασε το ολοκληρωμένο πλέον, πανέμορφα διαμορφωμένο κτίριο του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου». Είναι χαρά να γράφει κανείς για ένα αριστούργημα της παγκόσμιας ερωτικής λογοτεχνίας και του ποιητικού θεάτρου, που ο Λόρκα άντλησε από «αλληλούια», (δηλαδή από λαϊκές ισπανικές φυλλάδες, που περιείχαν ομοιοκατάληκτα οκτασύλλαβα δίστιχα που διηγούνταν λαϊκούς μύθους) για τον έρωτα του ανύπαντρου μεσήλικα Δον Περλιμπλίν για την όμορφη έφηβη Μπελίσα, ανεβασμένο σε μια καινούρια καλαίσθητη αίθουσα και για μια εξαίρετη παράσταση. Μια παράσταση που ποιεί αληθινή σκηνική ποίηση, με την ευγένεια του ήθους της, την ατμοσφαιρικότητα, την ευαισθησία και φαντασία της, με την καθ’ όλα καλοδουλεμένη λεπτομέρειά της, με τη γνώση της γύρω από τα «καταγωγικά» συστατικά του έργου και τη «συγγένειά» του με το κουκλοθέατρο.
Μια παράσταση, που υπό την καλομελετημένη και εμπνευσμένη σκηνοθετική «μπαγκέτα» του Βαγγέλη Θεοδωρακόπουλου [sic], αποτελεί χαρά της ακοής – καθώς η λορκική ποίηση μεταγλωττισμένη από τον δικό μας ποιητή Νίκο Γκάτσο εμψυχώνεται από καλούς ηθοποιούς και μελωδείται εξαίσια, τρυφερά, αισθαντικά, παιχνιδιάρικα με τη μουσική και το τραγούδι – νανούρισμα του Στάμου Σέμση.
Μια παράσταση, χαρά της όρασης – με το αφαιρετικό στο πρώτο πλάνο και «ονειρικό» στο δεύτερο σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη, με τα πανέμορφα «κουκλίστικα» κοστούμια της Κλαιρη Μπρέισγουελ, τις όμορφες, ευκίνητες κούκλες – ομοιώματα του Περλιμπλίν και της Μπελίσα της Εμμανουέλας Καποκάκη, με τις εκφραστικότατες, ευφάνταστες χορογραφίες της Αγγελικής Στελλάτου, ακόμη και με το μακιγιάζ του Άγγελου Μέντη.
Πρόκειται για μια παράσταση, όπου ευτυχεί το λυρικά δραματικό σκηνικό ποίημα του Λόρκα, με τη δουλιά όλων των συντελεστών και τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Ο Κώστας Γαλανάκης με την τρυφερότητα του λόγου και την κουκλίστικη, κλοουνίστικη κίνησή του, με το μελαγχολικό του χαμόγελο, με την υποδόρια δραματικότητά του καταθέτει μια αξέχαστη ερμηνεία του Περλιμπλίν. Η ηθοποιός Τζίνη Παπαδοπούλου, με το καλλίφωνο τραγούδι της, τη θηλυκή της χάρη, με τα ασκημένα εκφραστικά της μέσα είναι μια πολλά υποσχόμενη νέα ηθοποιός. Η Σούλα Αθανασιάδου, με την απλότητα και το μέτρο της, η Ανθή Ανδρεοπούλου με την ειρωνεία που αντανακλά η πληθωρική φιγούρα της και οι Γιάννης Μπουραζάνας και Κώστας Κορωναίος (θαυμάσιοι σαν δαιμόνια), ολοκληρώνουν το ερμηνευτικό παζλ αυτής της καθ’ όλα σημαντικής παράστασης.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Βιργινία Κατσούνα, DIVA, 01/05/1999

«Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» του Λόρκα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

(…) Σε μια παράσταση που ξεχωρίζει για την αισθητική της αρτιότητα –τα όμορφα κοστούμια σχεδίασε η Κλερ Μπρέισγουελ, τα σκηνικά που δημιούργησαν με έξυπνο τρόπο χώρους και ατμόσφαιρες, ο Αντώνης Δαγκλίδης–, την πρωτότυπη μουσική του Σταύρου Σέμση για τα λυρικά μέρη, την έξοχη κίνηση που δίδαξε η Αγγελική Στελλάτου –με αποκορύφωμα τη σκηνή των Δαιμονίων–, την ονειρική ατμόσφαιρα που δημιούργησε το κουκλοθέατρο της Εμμανουέλας Καποκάκη με αναπαραστάσεις σκηνών του έργου και, φυσικά, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετείχαν. (…)

    Κάποιοι κριτικοί λογοτεχνίας το κατέταξαν μαζί με τη «Θαυμαστή Μπαλωματού» στις φάρσες, άλλοι του έδωσαν περισσότερους από έναν χαρακτηρισμούς, ακόμη και ο ίδιος ο Λόρκα ένιωθε αμήχανος μπροστά στην ανάγκη κατηγοριοποίησης του έργου του, γι’ αυτό και συχνά κατέφευγε στον όρο «ερωτικό αλληλούια», είδος που κουβαλά την ιστορία του από τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε ήταν λαϊκό ανάγνωσμα με εύληπτες ιστοριούλες. Τα παθήματα του δον Περλιμπλίν, ενός αδικημένου από τη φύση ήρωα, υπήρξαν, πράγματι, ένα από τα αγαπημένα θέματα των «αλληλούια». Όμως, ο Λόρκα, παρότι δανείστηκε τον όρο, ουδόλως επηρεάστηκε από τις ιστορίες αυτές, παρά μόνο στην ασυμβατότητα του ήρωά του με τον έρωτα.
    Όπως ο κοντός, άσχημος, με καμπούρα και ανασηκωμένη μύτη δον Περλιμπλίν δεν μπορεί να χαρεί τον έρωτα, έτσι και ο γέρος ήρωας του Λόρκα δεν τον έχει γευθεί ποτέ. Στα νιάτα του είχε ακούσει για μια γυναίκα που έπνιξε τον άνδρα της και από τότε η φοβία του τον έκανε να χωθεί στα βιβλία του και να γνωρίσει τον κόσμο μόνο μέσα από αυτά. Την πραγματική γνώση, ωστόσο, αποκτά αφού παντρευτεί –παρακινημένος από την υπηρέτριά του – την κατά πολύ νεότερή του Μπελίσα.
    Από το πρώτο κιόλας βράδυ του γάμου τους, την Μπελίσα επισκέπτονται πέντε νέοι από τις φυλές του κόσμου. Ο έρωτας του ζευγαριού, λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας, είναι ανέφικτος. Δεν μπορεί να πληρωθεί παρά μόνο μέσα από τη μεταμφίεση του γερο – Περλιμπλίν σε όμορφο νεαρό, τον οποίο ερωτεύεται παράφορα η Μπελίσα, και την αυτοκτονία του όμως, για να διατηρηθεί ανέπαφος ο έρωτας αυτός στο χρόνο και να μην προδοθεί ποτέ. Μια μεγάλη θυσία πραγματώνει την αγάπη τους, έστω και για μια στιγμή, τη στιγμή της αποκάλυψης. Το λυρικό στοιχείο δεν λείπει ούτε από αυτό το έργο του Λόρκα ούτε ο προσφιλής του σουρεαλισμός –τα Δαιμόνια που διαλέγονται όση ώρα η Μπελίσα ερωτοτροπεί με τους πέντε νεαρούς, στη δεύτερη εικόνα, και καλύπτουν τις πράξεις της με πέπλα, δεν είναι του κόσμου τούτου. Η μεταμφίεση του Περλιμπλίν και ιδιαίτερα η αποκάλυψή του μπορεί να είναι γκροτέσκα. Και οι τέσσερις ήρωες –ο Περλιμπλίν, η Μπελίσα, η μητέρα της και η υπηρέτρια του Περλιμπλίν, η Μαρκόλφα– φαντάζουν απλές καρικατούρες, δεν έχουν κοινωνική υπόσταση, όπως οι ήρωες του «Ματωμένου Γάμου» και της «Μαριάνα Πινέδα», για παράδειγμα. Αποφορτισμένος από το τραγικό στοιχείο, ο λόγος του Λόρκα εδώ είναι πιο ανάλαφρος και ελεύθερος και ο συνήθης ποιητικός του ρεαλισμός έχει χροιά παραμυθιού. «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» δεν είναι δράμα. Ο ρόλος του Περλιμπλίν όμως έχει και δραματικές προεκτάσεις – το μοναδικό στοιχείο που μας έλειψε από τη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, ο οποίος συνέλαβε θαυμαστά όλα τα παραπάνω.
    Σε μια παράσταση που ξεχωρίζει για την αισθητική της αρτιότητα –τα όμορφα κοστούμια σχεδίασε η Κλερ Μπρέισγουελ, τα σκηνικά που δημιούργησαν με έξυπνο τρόπο χώρους και ατμόσφαιρες, ο Αντώνης Δαγκλίδης–, την πρωτότυπη μουσική του Σταύρου Σέμση για τα λυρικά μέρη, την έξοχη κίνηση που δίδαξε η Αγγελική Στελλάτου –με αποκορύφωμα τη σκηνή των Δαιμονίων–, την ονειρική ατμόσφαιρα που δημιούργησε το κουκλοθέατρο της Εμμανουέλας Καποκάκη με αναπαραστάσεις σκηνών του έργου και, φυσικά, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετείχαν: Κώστας Γαλανάκης (Περλιμπλίν), Τζίνη Παπαδοπούλου (Μπελίσα), Ανθή Ανδρεοπούλου (μητέρα της Μπελίσα), Σούλα Αθανασιάδου (Μαρκόλφα), Γιάννης Μπουραζάνας (Πρώτο Δαιμόνιο), Κώστας Κορωναίος (Δεύτερο Δαιμόνιο). Ο λόγος του Νίκου Γκάτσου από τη μετάφραση του έργου ακούστηκε για ακόμη μία φορά υπέροχος.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP