ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ

ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ

"Εκτός εαυτού" της Μαρίας Γιαγιάννου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Γιανναράκος
Παίζουν: Μαρβίνα Πιτυχούτη, Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Συμπαραγωγή με την ομάδα Αν-Κι

Πώς παίζεται ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς έρωτα και χωρίς εξουσία; Ποιος ακούει τη φωνή σου όταν είσαι κλεισμένος σε ένα άδειο μουσείο;

Ο νυχτοφύλακας και η διευθύντρια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας μπλέκονται σε ένα «παιχνίδι απόδρασης» που καταργεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα φύλα,  ανάμεσα στο νόημα και το χάος, ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, ανάμεσα στη νίκη και την ήττα.

Η νύχτα πέφτει στο μουσείο. Έλα μέσα. Θαύμασε τα βαλσαμωμένα ζώα. Κατασκεύασε αντιπάλους. Φαντασιώσου ότι είσαι δυνατός. Παίξε όσο προλαβαίνεις.

Το Εκτός Εαυτού είναι ένα κωμικό δράμα πέντε πράξεων και διάρκειας 70΄, που αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων-ρόλων που συναντιούνται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για να μπλεχτούν σ’ ένα παιχνίδι που άλλοτε μοιάζει με αισθησιακό σκάκι κι άλλοτε με νευρικό πινγκ-πονγκ. Μια κωμωδία τακτοποιημένη πάνω στο χάος της ύπαρξης.

Η παράσταση παίχτηκε πρώτη φορά τον Μάιο 2013 στο CAMP.


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γιανναράκος
Σκηνική εγκατάσταση: Ιβάν Παπαδόπουλος
Μουσική live: κωστας γ
Κίνηση: Δήμος Αμπράζης
Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Βοηθός σκηνοθέτη: Πένυ Ζήση
Φωτογραφίες: Θοδωρής Σταμπέλος


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Μαρβίνα Πιτυχούτη, Αποστόλης Κουτσιανικούλης


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα

από 23.10.2013 μέχρι 9.1.2014

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Έλενα Σταγκουράκη, ΦΡΕΑΡ, 27/05/2013

«Δίνετε σεξ για να πάρετε έρωτα». Εφικτό; Ίσως. Γιατί όχι; Στον κόσμο της πραγματικότητας, και κατ’ επέκταση του θεάτρου, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Ένα είναι το μόνο βέβαιο: «Το απόλυτο βίτσιο είναι ο έρωτας.»

Το έργο της Γιαγιάννου, με έντονα κωμικό χαρακτήρα, είναι ένα ζωηρό παιχνίδι ρόλων, φύλων κι εναλλαγής τους, μέσα από ψυχολογικές μεταπτώσεις των δύο χαρακτήρων και συνεχείς ανατροπές. Με άρμα τον κυνισμό (εξού και ο “homo cynicus”, η «ανθρωπίδα η κοινή») και την ειρωνεία, η συγγραφέας καταγίνεται μέσα από ένα εγκιβωτισμένο, πολυεπίπεδο παιχνίδι εξουσίας με τη σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, προϊσταμένου-υφισταμένου, γυναίκας-άντρα, της ζωής στο μουσείο και της ζωής ως μουσείο. Ευφυείς διάλογοι και ατάκες αληθινά κωμικές ντύνουν ένα παιχνίδι κατά βάση ερωτικό, ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, αμφότεροι υπάλληλοι ενός μουσείου φυσικής ιστορίας. Η γυναίκα δελεάζει σαν άλλη (ή σαν γνήσια) Εύα τον άντρα σ’ έναν έρωτα αρχικά σαρκικό, στο τέλος όμως βαθύτερο και ουσιαστικό. Όπως προοικονομείται με τον εγκιβωτισμό στην πρώτη σκηνή: «Εκείνη ήξερε τι ήθελε. Να τον δαμάσει, … να τον καβαλήσει, … να τον ξεγελάσει, … να τον χτυπήσει, να τον λατρέψει. Να του φωνάξει ‘Μου ανήκεις’.» Κι όντως καταφέρνει το στόχο της: να τον ανεβάσει τόσο ψηλά, ώστε η πτώση του να είναι αναπότρεπτη.

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Γιανναράκου, ακολουθώντας τη βασική σκηνική συνθήκη που ορίζει η Γιαγιάννου, έδωσε στο έργο σάρκα και οστά κατά τρόπο ενδεχομένως ιδανικό. Οι δύο ηθοποιοί καλύπτουν -πραγματικά κατέχουν- το χώρο, ο οποίος ως μέρος αντί του όλου γίνεται από απλή, σχεδόν γυμνή, αίθουσα, ένα ογκώδες μουσείο με πολυδαίδαλους διαδρόμους, και συνάμα το ήσυχο γραφείο της διευθύντριας. Η διάδραση των ηθοποιών με το κοινό, αντίθετα με τον προβλεπόμενο διαχωρισμό τους απ’ αυτό με σκοινί, καθώς και η αρχική περιήγηση των πρωταγωνιστών στο χώρο με την επακόλουθη παραπομπή σε μια μουσειακή έκθεση, συνιστούν προστιθέμενη αξία.

Οι καλές ερμηνείες των ηθοποιών έρχονται να συμπληρώσουν αρμονικά ένα επιτυχημένο σύνολο. Η Νάνα Παπαδάκη απέδωσε κομψά τόσο τη γοητεία, τη θηλυκότητα, την πανουργία και την ικανότητα ελιγμού της γυναίκας, όσο και τη σοβαρότητα και τη συναίσθηση ισχύος της διευθύντριας. Ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης απέδωσε εξίσου άρτια αφενός την παρόρμηση, την αφέλεια και την αλαζονεία του ανδρικού φύλου, αφετέρου την υποτέλεια και τον καιροσκοπισμό του υφιστάμενου φύλακα.

Τα σκηνικά λιτά, περιορισμένα στο ελάχιστο, κι όμως πλήρη. Γύρω τους οικοδομείται ένας ολόκληρος κόσμος, γεμάτος παρουσίες. Η εγκατάσταση με τα «εκθέματα» από τον Ιβάν Παπαδόπουλο συνηγορεί σαφώς υπέρ της παράστασης, διευκολύνοντας τη διάδραση με το κοινό και την ουσιαστική παραπομπή στο χώρο του μουσείου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η ζωντανή μουσική υπόκρουση του ‘κώστα γ’ αποτελεί ένα καλό υπόβαθρο, δίνοντας σφυγμό στα τεκταινόμενα και δημιουργώντας μια ταιριαστή ατμόσφαιρα.

Ο ανδρικός χαρακτήρας κάποια στιγμή παραπονιέται: «Θέλω επιτέλους να μάθω πού ανήκω». Την ίδια απορία εξέφρασε θεατής της παράστασης ως προς το είδος και την κατάταξη του έργου. Μα τί σημασία έχουν οι ταμπέλες. Το βάρος ίσως θα έπρεπε να δοθεί σε μια άλλη διερώτηση του ίδιου χαρακτήρα: «Πόσα ταριχευμένα πουλιά χρειάζεται να ταξινομήσεις για να βγάλεις φτερά και να πετάξεις;» Κι αυτό είναι το βασικό. Η παράσταση άνοιξε φτερά και πέταξε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Το κείμενο της Μαρίας Γιαγιάννου, Εκτός εαυτού, φιλοξενείται στο δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου, υπό την σκηνοθετική επιμέλεια του Γιώργου Γιανναράκου. Το κείμενο πρόκειται για ένα κωμικό δράμα σε πέντε πράξεις, αρκετά δομημένο στο σύνολο του. Ο ρέων λόγος της συγγραφέως, μεταφέρθηκε επί σκηνής στην ακριβή του διάσταση, διαμορφώνοντας κατά αυτό τον τρόπο έναν παραστασιακό κόσμο εξίσου δομημένο και υποβλητικό όσον αφορά στην ατμόσφαιρα που δημιούργησε.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στην μικρή θεατρική αίθουσα, και μέσω κάποιων προπαραστασιακών σημαινομένων, έγινε μια προσπάθεια να εισαχθούμε γρήγορα στο κλίμα του δραματικού περιβάλλοντος που είχε δημιουργηθεί. Μέσω κάποιων θεατρικών πρακτικών, όπως την πληροφόρηση μας για τα εκθέματα του μουσείου με την χρήση ενημερωτικών φυλλαδίων, αλλά και την πολύ μικρή απόσταση των θεατών από τα ίδια τα εκθέματα, η συνθήκη έγινε εύκολα αντιληπτή, καθώς αντιληπτή έγινε και η σκηνοθετική γραμμή. Το κείμενο της Γιαγιάννου, κατανοητό στο σύνολο του ως προς την συμβολοποίηση του, εκθέτει έντονα έναν προβληματισμό όσον αφορά στον έρωτα, στην δύναμη, στην εξουσία και στον εγκλεισμό, με τρόπο που μπορεί εύκολα να αποκωδικοποιηθεί από τον κάθε αναγνώστη. Κατά αυτόν τον τρόπο η σκηνοθεσία χρησιμοποίησε την ευκόλως εννοούμενη αποκωδικοποίηση του κειμένου και την έφερε επί σκηνής με την ίδια λογική της απαγγελτικής δύναμης, ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί κάποια ρήξη με την κειμενική του φόρμα. Η πλοκή διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τις πέντε πράξεις του κειμένου, ακολουθώντας, θα λέγαμε, μια πεπατημένη αλλά όχι απαραίτητα αρνητική παράδοση στην δραματουργία. Ο φύλακας ενός μουσείου φυσικής ιστορίας και η διευθύντρια του αρχίζουν ένα παιχνίδι ρόλων και παραχώρησης εξουσίας, το οποίο καταλήγει όπως είναι προφανές, σε μία αυξανόμενη ερωτική ένταση. Η παράσταση αρχίζει με τους δύο ηθοποιούς να εκθέτουν μεμονωμένα τον ρόλο-εαυτό τους ούτως ώστε να γίνει πιο κατανοητή η επικείμενη μεταξύ τους διάδραση.

Οι ανταλλαγές ρόλων των δύο δραματικών προσώπων, η αλλαγή φύλου, και η εγκλειστική ατμόσφαιρα που υπήρχε, ήταν κάποια από τα σημεία του κειμένου, τα οποία παραστάθηκαν με αυτοαναφορικές τεχνικές της θεατρικής δράσης. Τα δραματικά πρόσωπα, οι ρόλοι του κειμένου, εξελίσσονταν σταδιακά σε μια συνεχή απόρριψη και υιοθέτηση άλλων ρόλων, δημιουργώντας μια παράσταση μέσα στην ίδια την παράσταση. Η τεχνική αυτή του υποτυπώδους «θεάτρου εν θεάτρω», την δεδομένη ώρα της παρακολούθησης της παράστασης και σε συνδυασμό με την χιουμοριστική διάθεση του κειμένου, λειτούργησε αρκετά ευχάριστα, αλλά χωρίς ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες προοπτικές. Η δύναμη που δόθηκε στον λόγο, υπέτασσε όλα τα υπόλοιπα μέσα σε αυτόν, τόσο που η απαγγελία και η θεατροποίηση της σκηνικής δράσης ήταν σχεδόν ακατόρθωτη, παρόλο τα μικρά διαλείμματα σουρεαλιστικής τοποθέτησης των σωμάτων. Ο εγκλεισμός αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της παράστασης, αφού από την αρχή έγινε ή σκηνική αναφορά στα κλειδιά που θα τους απάλλασσαν από την «φυλακή» των νεκρών ζώων, και θα τους δημιουργούσε την ανάγκη για διαφυγή. Ο εγκιβωτισμός της δράσης και του σκηνικού περιβάλλοντος λειτούργησε πολύ σωστά, στα περισσότερα σημεία του κάνοντας την διαδικασία του παιχνιδιού μεταξύ των προσώπων να φαίνεται αέναη. Βέβαια η εξωσκηνική δράση που υποδήλωσε την ερωτική πράξη θα μπορούσε να εκλείψει, όπως και οι υπόλοιπες εξωσκηνικές δραστηριότητες, αφού δημιούργησαν ένα ρήγμα στην τεταμένη ατμόσφαιρα του αδιεξόδου τους.

Το αδιέξοδο, και η επαναλαμβανόμενη ακολουθία των γεγονότων έγινε αντιληπτή σε μας στην τελευταία σκηνική πράξη, έχοντας πια καταλαγιάσει η κλιμακωτή ένταση, προσφέροντας μας έτσι μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση των καταστάσεων που λάμβαναν χώρα επί σκηνής. Η δήλωση ότι αυτή η κατάσταση, επανέρχεται σε μια συνεχή ακολουθία γεγονότων και δράσεων σε καθημερινή και επαναλαμβανόμενη βάση, έκανε την ουσία του εγκλεισμού να φαίνεται ξεκάθαρα. Το ίδιο το παιχνίδι ήταν η διαφυγή, μια διαφυγή επίπλαστη που δημιούργησε όμως την διάνοιξη με την ακούραστη επανάληψη της πραγματικότητας. Η παράσταση είχε αρκετά καλές σκηνοθετικές προθέσεις που όμως παραστασιοποιήθηκαν με μια παγιωμένη θεατρική μέθοδο, η εγκατάλειψη της σωματικής δουλειάς, ειδικά στην παρούσα κειμενική συνθήκη της έλξης των σωμάτων και της ερωτικής έντασης, ήταν μια επιλογή που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.

Οι ηθοποιοί, Μαρβίνα Πιτυχούτη και Αποστόλης Κουτσιανικούλης, ανταποκρίθηκαν πολύ καλά στην δοσμένη σκηνοθετική πρόθεση, αποτέλεσαν μια ευχάριστη έκπληξη αφού παρά την απαγγελτική συνθήκη, η σωματική τους εκφραστικότητα υπήρχε, ίσως σε ένα πρωτογενές επίπεδο, ή στην αυθόρμητη μορφή του άλλα ήταν εκεί. Δεν είχαν μεγάλες αποκλείσεις από τον ορίζοντα αναμονής μας, αλλά ούτως ή άλλως το στοιχείο της έκπληξης είχε αφαιρεθεί από την ίδια την δράση του κειμένου. Η μουσική  του Κώστα Γ, ο οποίος έπαιζε  live επί σκηνής, ήταν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνοθετική τεχνική, αφού η εμφάνιση του πομπού, δηλαδή της πηγής του ήχου και της μουσικής ναι μεν ακολουθούσε όπου χρειαζόταν την σκηνική δράση, αλλά δεν δημιουργούσε κάποια υποβαλλόμενη ψευδαισθητική ατμόσφαιρα.  Ο σκηνικός διάκοσμος, λιτός και προσεγμένος σε όλη του την έκταση, έκανε τους ηθοποιούς να χρησιμοποιούν πολύ λειτουργικά τον χώρο κατακλύζοντας  τον με την παρουσία τους, ενώ όταν χρειάστηκε και σε συνεργασία με τον φωτισμό έκανε όντως μια σχεδόν άδεια σκηνή να παίρνει την μορφή μουσείου με ογκώδη εκθέματα.

Η ζωή στο μουσείο, θα μπορούσε να έχει πολλά αντικρίσματα τόσο σε καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την δύναμη και την εξουσία στον έρωτα, άλλα κυρίως στην κοινωνική πραγματικότητα της αδιέξοδης κατάστασης, των απονεκρωμένων αξιών που επιβιώνουν σαν μνημεία του παρελθόντος, και των πλαστών διεξόδων που ο καθένας μας χρειάζεται. Η σκηνική του αναπαράσταση όμως στάθηκε ιδιαιτέρως στην μονόπλευρη οπτική ενός κειμένου που είχε την προοπτική διυλισμένο μέσα από την εμπνευσμένη σκηνοθετική ματιά, να υποδείξει καταστάσεις, να κινητοποιήσει την σκέψη και να δημιουργήσει έναν δραματικό κόσμο που δεν δίνει άλλοθι στις εξουσίες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP