ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

"Κοινός Λόγος" της Έλλης Παπαδημητρίου
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου

Ο Κοινός Λόγος είναι ένα θεατρικό οδοιπορικό στην πολυτάραχη ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα. Μια παράσταση βασισμένη σε γυναικείες αφηγήσεις που μας μεταφέρουν από τον Πόντο στη Σμύρνη του 1922 κι από κει στην Ελλάδα της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου.

Το Θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσίασε το καλοκαίρι του 2013 τον Κοινό Λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου, ένα θεατρικό οδοιπορικό στην πολυτάραχη ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα. Η παράσταση παίχτηκε 19 & 20 Ιουνίου στο Φεστιβάλ Αθηνών και συνέχισε σε επιλεγμένα φεστιβάλ ανά την Ελλάδα.

Ο Κοινός Λόγος είναι αφηγήσεις ανωνύμων, καταγραμμένες από την Έλλη Παπαδημητρίου. Η παράσταση βασίζεται σε γυναικείες αφηγήσεις,  που μας μεταφέρουν από τον Πόντο στη Σμύρνη του 1922 κι από κει στην Ελλάδα της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Ο γυναικείος Λόγος, η μουσική και τα τραγούδια ζωντανεύουν ατομικές και συλλογικές μνήμες, φωτίζοντας διαφορετικά όχι μόνο την ιστορία αλλά και τα σύγχρονα πάθη μας.

Η παράσταση αυτή, που πρωτοπαίχτηκε το 1997 σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και αγκαλιάστηκε από το κοινό και από το σύνολο των κριτικών, παρουσιάζεται φέτος ξανακοιταγμένη και με τη βοήθεια ενός θιάσου από γυναίκες ηθοποιούς που κοσμούν το ελληνικό θέατρο.

Σημείωμα σκηνοθέτη

TO ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΜΝΗΜΕΙΟ

 

Τον Κοινό Λόγο τον ανακάλυψα το 1974, σπουδαστής στη δραματική σχολή, ένα φεγγάρι που εργαζόμουν, παράλληλα με τις σπουδές μου, στις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Εκεί, στο μικρό χώρο της Νανάς Καλλιανέση, γνώρισα την Κοραλία κι είχα την τύχη να συναντήσω μυθικά πρόσωπα των γραμμάτων μας που οι περισσότεροι έχουν φύγει, κι ανάμεσά τους την Έλλη Παπαδημητρίου. Με την Έλλη γίναμε φίλοι, ήτανε, ας πούμε, ο μέντοράς μου. Στο στρατό με συντροφεύανε τακτικότατα γράμματά της. Από εκεί, από τις Σάππες Κομοτηνής, της έγραφα γοητευμένος για τις θεατρικές αρετές του Κοινού Λόγου, που τον κουβαλούσα παραμάσχαλα. Μου έλεγε πως θα ήθελε να το κάνω κάποτε παράσταση, αν και είμαι σίγουρος ότι θα προτιμούσε να κάνω την Ανατολή, το δικό της θεατρικό έργο.

Η πρώτη φορά που καταπιάστηκα θεατρικά με τον Κοινό Λόγο ήταν το 1988, όταν έκανα θέατρο με τη θεατρική ομάδα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Ούλοφ Πάλμε, στα Ιλίσια. Εκεί κοντά ήταν το σπίτι που γεννήθηκα κι από την άλλη πλευρά η Καισαριανή, όπου έμεναν πολλοί συγγενείς της μητέρας μου, με τα προσφυγικά σπίτια, με ζωντανό το συνοικισμό των κομμουνιστών, το σκοπευτήριο, και ανάμεσα οι πρόποδες του Υμηττού, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, το γήπεδο του Ιλισιακού, αλάνες για τα παιχνίδια και τους πρώτους έρωτες.

Στην αυλή του σπιτιού μας τ’ απογεύματα άκουγα τις κουβέντες και τις αφηγήσεις των γυναικών, κάποια βράδια γίνονταν αυτοσχέδια γλέντια με τραγούδι και χορό –εκεί έμαθα να χορεύω απτάλικο– τις Κυριακές τα μεσημέρια μελαγχολούσα ακούγοντας ραδιόφωνο με σήμα τη «Συννεφιασμένη Κυριακή»...

Στην πρώτη αυτή απόπειρα θεατρικής παρουσίασης του Κοινού Λόγου, με τίτλο Άσκηση Αφήγησης, οι αφηγητές, αγόρια και κορίτσια, κάθονταν σε μια σειρά καρέκλες καφενείου, μπροστά σ’ ένα τελάρο ζωγραφισμένο από τον Μάρκο Καμπάνη, όπου φαινόταν η κορυφογραμμή του Υμηττού. Η προσπάθειά μας τότε ήταν, όχι να μιμηθούμε τα πρόσωπα που αφηγούνται, αλλά ν’ ανακαλύψουμε τους ρυθμούς και τα χρώματα μιας γλώσσας γνήσιας και άμεσης όσο και τα γεγονότα της ζωής που μεταφέρει.

Εννέα χρόνια αργότερα, το 1997, ήρθε η ώρα να καταπιαστώ πολύ πιο οργανωμένα με τον Κοινό Λόγο, στην αυλή της ζυθαποθήκης του ΦΙΞ όπου στη συνέχεια διαμορφώθηκε το Θέατρο του Νέου Κόσμου, με ένα γυναικείο θίασο που τον έχω στην καρδιά μου: Ανθή Ανδρεοπούλου, Όλγα Δαμάνη, Μαρία Κατσανδρή, Τζίνη Παπαδοπούλου και με κορυφαία τη Σούλα Αθανασιάδου. Αναπόφευκτα κι αυτή τη φορά το ζητούμενο ήταν η έρευνα του αφηγηματικού λόγου στο θέατρο: αναζητούσαμε τα κατάλληλα θεατρικά μέσα για να ζωντανέψουμε αυτό το Λόγο, που όσο κι αν είναι κοινός διέπεται από καλλιτεχνικούς κανόνες καλά κρυμμένους, γι’ αυτό και πιο αυστηρούς. Στην ουσία θέλαμε να βρούμε το θεατρικό αντίστοιχο αυτών των κανόνων.

Η παράσταση αυτή επαναλήφθηκε το 2004, με δύο αντικαταστάσεις: η Γιώτα Φέστα και η Εύα Νέδου ήρθαν στη θέση της Όλγας Δαμάνη και της Τζίνης Παπαδοπούλου.

Τώρα, είκοσι χρόνια από το θάνατο της Έλλης και δεκαέξι από εκείνη την παράσταση που καθόρισε το στίγμα του θεάτρου μας, επανέρχομαι άλλη μια φορά στον Κοινό Λόγο. Με σκηνικό ένα μνημείο, όχι σαν κι αυτά που φτιάχνουν σε δημόσιους χώρους οι εξουσίες, αλλά ένα δικό μας μνημείο, από αυτά που φτιάχνονται με την καρδιά, με το αίμα και με το δάκρυ. Δεκαέξι χρόνια δεν είναι λίγα: ούτε εγώ είμαι πια ο ίδιος, ούτε η εποχή μας (αυτή κι αν άλλαξε), ούτε η ματιά μας στην ιστορία, ούτε το ελληνικό θέατρο. Έτσι, ξανακοιτάζοντας αυτό το πολύτιμο υλικό, αντικαταστήσαμε κάποιες αφηγήσεις με άλλες, που ξαφνικά είχαν αποκτήσει καινούριο νόημα στη σημερινή συγκυρία, το ίδιο έγινε και με τις μουσικές. Το βασικό όμως στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή παράσταση είναι ο θίασος, που με εξαίρεση τη Μαρία Κατσανδρή είναι καινούριος, και όπως είναι φυσικό κάθε ηθοποιός με την προσωπικότητά του ανασύρει άλλους θησαυρούς από τα κοιτάσματα αυτού του Λόγου. Που έρχεται από τον Όμηρο, επικοινωνεί υπόγεια με τους Τραγικούς, και θα συνεχίσει να αρδεύει γλώσσα και συναίσθημα όσο υπάρχουν άνθρωποι στη γωνιά αυτή της γης που μας έλαχε.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Έγραψαν για τον Κοινό Λόγο (στην πρώτη του παρουσίαση)

Ο γυναικείος λόγος, αληθινός, σπαρακτικός, τραγικός, λυτρωτικός, ανθρώπινος, ερωτικός (…). Εκεί, στο Νέο Κόσμο, κάθε βράδυ ένα θαύμα γεννιέται, και το χειροκρότημα μπλέκεται με τα δάκρυα.

ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

 

Πέντε γυναίκες ηθοποιοί διακονούν τον κοινό συνταρακτικό λόγο, αφηγούμενες τη συνεχή επί πενήντα χρόνια Μεγάλη Εβδομάδα αυτού του λαού. (...) Γιατί οι γυναίκες αφηγούνται πάντα καλύτερα τα οικεία κακά και εξάλλου η ελληνίδα γυναίκα, μάνα, σύζυγος, αδελφή, ερωμένη, φορτώθηκε το βάρος του πένθους που σκόρπισαν άντρες κυρίως στο διάβα τους.

ΤΑ ΝΕΑ

 

Το οικείο, κοινό μας δράμα εκτυλίσσεται αλαφροΐσκιωτα και παπαδιαμαντικά. Με μια μόλις αύρα υπόκρισης να φυσά πάνω από τους ρόλους, ίσα για να φουσκώνουν τα πανιά τους.

Η ΑΥΓΗ

 

Αντίδωρο μνήμης: Λόγος καίριος και ουσιαστικός. Λόγος πέντε άγνωστων γυναικών –από τη Μικρά Ασία, την Κατοχή και τον Εμφύλιο– που δημιουργεί ένα γλυκομάτωμα στην καρδιά του θεατή. Τον κάνει να συλλογάται τα όσα πέρασαν (ξεριζωμούς, πείνα, θανάτους αγαπημένων προσώπων) αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι με τόσο κουράγιο κι αξιοπρέπεια.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Σκηνικά-Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης

Επιλογή & διδασκαλία τραγουδιών: Κώστας Βόμβολος

Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου

Βίντεο: Νίκος Μανδαράκας

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Σφενδυλάκη

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Αμαλία Θεοδωροπούλου


Παίζουν οι ηθοποιοί

Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου

 


Πού και πότε

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ, Τετάρτη-Πέμπτη, 19-20/6/2013, Πειραιώς 260.

 

ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

- Πέμπτη 27/6, 21:00, Βύρωνας, Θέατρο Βράχων

- Παρασκευή 28/6, 21:15, Μαρκόπουλο, Θέατρο Σάρας

- Σάββατο 29/6, 21:00, Νέα Μάκρη, Πολιτιστικό & Αθλητικό Πάρκο

- Δευτέρα 1/7, 21:15, Πειραιάς, Βεάκειο Θέατρο

- Τρίτη 2/7, 21:30, Πετρούπολη, Θέατρο Πέτρας (Πήτερ Μπρουκ) 

- Τετάρτη 3/7, 21:00, Ηλιούπολη, Δημοτικό Θέατρο Άλσους 

- Πέμπτη 4/7 & Παρασκευή 5/7, 21:00, Χαλάνδρι, Ευριπίδειο Θέατρο Ρεματιάς 

- Σάββατο 6/7, 21:00, Αθήνα, Αττικό Άλσος 

- Δευτέρα 8/7, 21:30, Δελφοί, Θέατρο ΦΡΥΝΙΧΟΣ 

- Τρίτη 9/7, 21:30, Υπάτη Φθιώτιδας, Τόπος Τεχνών Χώρα 

- Τετάρτη 10/7, 21:00, Βόλος, Πολυχώρος Εκπαίδευσης & Ψυχαγωγίας ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ 

- Πέμπτη 11/7, 21:30, Λάρισα, Κηποθέατρο Αλκαζάρ 

- Παρασκευή 12/7, 21:30, Δίον, Αρχαίο Θέατρο Δίου 

- Σάββατο 13/7, 21:30, Κοζάνη, Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο 

- Δευτέρα 15/7, 21:15, Τρίκαλα, Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο (Φρούριο) 

- Τρίτη 16/7, Τετάρτη 17/7, Πέμπτη 18/7, Παρασκευή 19/7, 21:15, Θεσσαλονίκη, Δημοτικό Θέατρο Κήπου

-  Κυριακή 21/7, 21:15, Σέρρες, Ανοιχτό Αμφιθέατρο Τ.Ε.Ι. 

- Δευτέρα 22/7, 21:00, Ξάνθη, Θερινό Δημοτικό Αμφιθέατρο 

- Τρίτη 23/7, 21:30, Κομοτηνή, Θερινό Δημοτικό Θέατρο 

- Τετάρτη 24/7, 21:00, Αλεξανδρούπολη, Κηποθέατρο Δήμου Αλεξανδρούπολης 

- Πέμπτη 25/7 & Παρασκευή 26/7, 21:30, Καβάλα, Κάστρο

- Σάββατο 27/7, 21:30, Θάσος, 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιμένα 

- Τετάρτη 31/7, 21:30, Σίβηρη, Αμφιθέατρο Σίβηρης 

- Πέμπτη 1/8, 21:00, Βέροια, Θέατρο Άλσους "Μελίνα Μερκούρη" (εξ αναβολής της παράστασης που ήταν αρχικά προγραμματισμένη για 30/7 και αναβλήθηκε λόγω βροχής) 

- Παρασκευή 2/8, 21:30, Ιωάννινα, Υπαίθριο Θέατρο Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών 

- Σάββατο 3/8 & Κυριακή 4/8, 21:00, Κέρκυρα, Θέατρο Μον Ρεπό "Ρένα Βλαχοπούλου"

- Δευτέρα 5/8, 21:00, Πρέβεζα, Δημοτικό Κηποθέατρο "Γιάννης Ρίτσος" 

- Τετάρτη 7/8, 21:30, Αρχαία Ήλιδα, Θέατρο Αρχαίας Ήλιδας 

- Κυριακή 11/8, 21:00, Αργοστόλι, Αύλειος Χώρος ΞΕΝΙΑ 

- Δευτέρα 12/8, 21:00, Ληξούρι, Κηποθέατρο Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης 

- Τρίτη 13/8, 21:30, Ζάκυνθος, Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο 

- Τρίτη 27/8, 21:30, Πάτρα, Ρωμαϊκό Ωδείο 

- Τετάρτη 28/8, 21:30, Νεμέα, Θέατρο Αρχαίων Κλεωνών, Φεστιβάλ Green Theatre

- Πέμπτη 29/8, 21:00, Τρίπολη, Θέατρο Άλσους Αγίου Γεωργίου 

- Παρασκευή 30/8, 21:30, Καλαμάτα, Αμφιθέατρο Κάστρου 

- Δευτέρα 2/9, 21:00, Αιγάλεω, Θέατρο "Αλέξης Μινωτής" 

- Τετάρτη 4/9, 21:00, ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ

- Παρασκευή 6/9, 21:15, Παπάγου, Κηποθέατρο

- Δευτέρα 9/9, 21:00, Νίκαια, Δημοτικό Κηποθέατρο 

- Πέμπτη 12/9, 20:30, Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο

- Παρασκευή 13/9, 21:00, Κορυδαλλός, Δημοτικό Θέατρο "Θανάσης Βέγγος"

- Σάββατο 14/9, 21:00, Νέα Σμύρνη, Θέατρο Άλσους 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Σοφία Αδαμίδου, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 23/06/2013

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο της αγωνίστριας Ελλης Παπαδημητρίου, το θέατρο του «Νέου Κόσμου» ξανανεβάζει τον «Κοινό λόγο».

«Η δύναμή μου κόβεται και δεν μπορώ να συλλοϊστώ τα όσα περάσαμε, πε πως είμαι και γω μες το χώμα άμα τα συλλοϊστώ... ». «Αχ, πού να σας θυμηθώ; πού να σας μνημονέψω;» «Στην Ελεψίνα πιάστηκε, μη με ρωτάτε το πώς. Κείτομαι στο στρώμα. Και στο Γουδί τον εκτελέσανε, 1944, χρόνος σημαδεμένος με σταυρό. Ο άλλος μου κατέβηκε τον ίδιο χρόνο απ' το βουνό. Υστερα γυρίσανε τα πράγματα. Μας κυνηγούνε. Τώρα οι δεξιοί. Απ' του βελονιού τη μύτη μας περνούνε. Μας ξεφτιλίζουνε. Πάνε 19 χρόνια που τον έχουνε στη φυλακή... Μα να 'τανε και μόνο εμένα, είμαστε πολλές, οι πέτρες ραγίζουνε άμα μαζευτούμε και καρτερούμε στην πόρτα της φυλακής». Περιστατικά μεγάλα και μικρά με κοινό εφόδιο το λόγο των κοινών ανθρώπων, όπως τα κατέγραψε αυτούσια από διηγήσεις απλών ανθρώπων η αξέχαστη κομμουνίστρια και αγωνίστρια της ΕΑΜικής Αντίστασης, Ελλη Παπαδημητρίου, δίνοντας τον τίτλο «Κοινός λόγος». Ένας «λόγος» που επισημαίνει μια «κοινή» πραγματικότητα. Κι εδώ η πραγματικότητα είναι πόλεμοι, πείνες, προσφυγιές, καταδρομές. Κύρια συνάρτηση το κοινό πάθος των ανθρώπων, που με το κεφάλι ψηλά, την αξιοπρέπεια στο μέτωπο, αξίωναν ειρήνη, ελευθερία. Το Θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα τον «Κοινό λόγο» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, ενώ στις 27 Ιουνίου θα τον παρουσιάσει στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα και στις 2 Ιουλίου στο Θέατρο Πέτρας στην Πετρούπολη. Στη συνέχεια σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ και θέατρα της Ελλάδας. Ο Κοινός Λόγος είναι μια παράσταση καθοριστική για τη φυσιογνωμία του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Πρωτοπαρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1997 στην αυλή της ζυθαποθήκης του ΦΙΞ, με φυσικό σκηνικό τα χαλάσματα ενός αθηναϊκού σπιτιού, εγκαινιάζοντας το θεατρικό χώρο του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Το νέο ανέβασμα με ανανεωμένη ματιά παρουσιάζεται σε σκηνικά - κοστούμια Αντώνη Δαγκλίδη, επιλογή & διδασκαλία τραγουδιών Κώστα Βόμβολου, επιμέλεια κίνησης Αγγελικής Στελλάτου και φωτισμούς Σάκη Μπιρμπίλη. Παίζουν Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου και Τάνια Παλαιολόγου. Είκοσι χρόνια από το θάνατο της Έλλης Παπαδημητρίου και δεκαέξι από την πρώτη παράσταση, ο σκηνοθέτης επανέρχεται άλλη μια φορά στον Κοινό Λόγο, «Με σκηνικό ένα μνημείο» -όπως λέει- «όχι σαν κι αυτά που φτιάχνουν σε δημόσιους χώρους οι εξουσίες, αλλά ένα δικό μας μνημείο, από αυτά που φτιάχνονται με την καρδιά, με το αίμα και με το δάκρυ. Δεκαέξι χρόνια δεν είναι λίγα: ούτε εγώ είμαι πια ο ίδιος, ούτε η εποχή μας (αυτή κι αν άλλαξε), ούτε η ματιά μας στην ιστορία, ούτε το ελληνικό θέατρο. Έτσι, ξανακοιτάζοντας αυτό το πολύτιμο υλικό, αντικαταστήσαμε κάποιες αφηγήσεις με άλλες, που ξαφνικά είχαν αποκτήσει καινούριο νόημα στη σημερινή συγκυρία, το ίδιο έγινε και με τις μουσικές. Το βασικό όμως στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή παράσταση είναι ο θίασος, που με εξαίρεση την Μαρία Κατσανδρή είναι καινούριος, και όπως είναι φυσικό κάθε ηθοποιός με την προσωπικότητά του ανασύρει άλλους θησαυρούς από τα κοιτάσματα αυτού του Λόγου. Που έρχεται από τον Ομηρο, επικοινωνεί υπόγεια με τους Τραγικούς, και θα συνεχίσει να αρδεύει γλώσσα και συναίσθημα όσο υπάρχουν άνθρωποι στη γωνιά αυτή της γης». Το βιβλίο «Κοινός λόγος» αποτελείται από τέσσερις τόμους και περιλαμβάνει ογδόντα μία μαρτυρίες ανωνύμων, από τους οποίους σαράντα είναι γυναίκες. (Εκδόσεις «Κέδρος» 1975 - '79 εξαντλημένο. Το 1984 ξανακυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος από τις εκδόσεις «Ερμής»). Η μελέτη και η διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ήταν στόχος ζωής για τη συγγραφέα. Σε μια εποχή που το παρελθόν παραμερίζεται και ξεχνιέται ηθελημένα, ενώ το παρόν θεωρείται το άπαν, οι μνήμες γυναικών που διέσωσε είναι πολύτιμες - και συνταρακτικές στην απλότητα και την οδύνη τους. Οι αφηγήσεις αυτές έχουν ως κοινό εφόδιο το λόγο των κοινών ανθρώπων, που συναρμολογεί σωστά την εποχή τους, το πάθος και το κλίμα της, ζωντανεύοντας ατομικές και συλλογικές μνήμες που φωτίζουν διαφορετικά όχι μόνο την ιστορία αλλά και τα σύγχρονα πάθη μας. «Η προσπάθεια να υποτιμηθεί το πνευματικό απόθεμα που φύλαξε και αύξησε ο ανώνυμος λαός» -σημειώνει στον πρώτο τόμο του βιβλίου η Έλλη Παπαδημητρίου- «μάλιστα στο χώρο των πολιτικά ώριμων ανθρώπων, είναι τραγέλαφος, για γέλια και για κλάματα. Εγώ πιστεύω πως με γνώσεις έστω λίγες μα σωστές της Ιστορίας μας είναι νίκη λαμπρή, νίκη απ' τις λίγες όπως σώθηκε το νεοελληνικό αυτό απόθεμα, η γλώσσα μας, η παραγωγή της, η άρτια ομιλία κι η διάθεση να μιλούμε, να ιστορούμε, ο ήχος της που γνωρίζεται, τα τραγούδια μας που πληθαίνουν πολλά όμορφα, πιο πολλά κάπως νερωμένα. Ε, ας είναι κι έτσι, δε σωπάσαμε. Ποιες οι αιτίες που μια νίκη τέτοια δε σημειώνεται, δεν εορτάζεται; Πρώτα η ξενομανία, η βλαμμένη αίσθηση, η όραση που στην εποχή μας παράγινε, καταντά φυλετική διάκριση ανάποδη εναντίον σε καθετί δικό μας. Δεύτερο η αμάθεια κι η διαστραμμένη μάθηση -μόλις καταπιαστούν με γράμματα οι νεοέλληνες απ' το δημοτικό μέχρι ανώτατη παιδεία τους γδέρνουν, τους πετσοκόβουνε το μυαλό δάσκαλοι, εξουσίες, οι φτασμένοι και μισοφτασμένοι πρόχειροι αναμορφωτές και ανεύθυνοι πρωτοπόροι. Όχι πλύση εγκεφάλου μα σωστή καταπίεση, κατάψυξη. Τρίτο διαστραμμένη, αριβιστική, κρυφή μα και φανερή αυταπάτη ότι, αν αχρηστέψομε θανατώνοντας τα δικά μας, εξασφαλίζομε ανάπτυξη -μελετώντας, ας πούμε, μιαν υδροηλεκτρική εγκατάσταση για την ανάπτυξη μιας περιοχής, πρώτα πρώτα φράζομε, αχρηστεύουμε τις πηγές του νερού, όπου βρίσκονται. Τέταρτη συμφορά η συνηθισμένη, πολύ ευπρόσδεκτη για την αστική τάξη θεωρία ότι τάχα το συναισθηματικό συστατικό, ζωντανό ή απόθεμα, δεν έχει θέση στην επιστημονική αναζήτηση και την τεχνική πρόοδο. Τέτοιος περιορισμός και ανταγωνισμός διαλεκτικός βάζει μόνο περιορισμούς αντιδιαλεκτικούς που διχάζουν τον άνθρωπο, δημιουργεί αντιδικίες ανάμεσα επιστήμη - ποίηση, ευαισθησία και λογική. Οπως ανάμεσα καινούρια και παλιά, επιθυμητά κι αποχτημένα -κομμάτιασμα, διαίρεση, ανταγωνισμός, διάλυση, κύρια γνωρίσματα της δυτικής, αστικής κοινωνίας και του «πολιτισμού» της». Συνταρακτικά επίκαιρα «Οι αφηγήσεις του "Κοινού λόγου" -λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος- διαθέτουν σπάνιες αρετές. Πρώτα απ' όλα γνησιότητα και άκρα οικονομία στην έκφραση και στη συγκίνηση. Δεν υπάρχει τίποτε περιττό ή κούφιο. Ο αφηγητής περιγράφει τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, τοποθετώντας τον εαυτό του στο κέντρο, μα και σε απόσταση από αυτά. Χάρη στην απόσταση, που κάποιες στιγμές μάς παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία, η ουσία και η συγκίνηση της ζωής μεταδίδονται με απόλυτη αμεσότητα. Και τα μικρά ή μεγάλα περιστατικά, που αφηγείται ο καθένας, συναρμολογούν, το ένα πλάι στο άλλο, μια ολόκληρη εποχή, το πάθος και το κλίμα της. Τα χαρακτηριστικά αυτά, πολύτιμα για κάθε τέχνη και ιδιαίτερα για το θέατρο, θελήσαμε να αναδείξουμε στην παράστασή μας, με την πεποίθηση πως στις μέρες μας η υγεία του συλλογικού αισθήματος που αποπνέει ο "Κοινός λόγος" λειτουργεί λυτρωτικά τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό». ... «Η αντίσταση του λαού» -σημειώνει επίσης στον πρώτο τόμο του βιβλίου η Ελλη Παπαδημητρίου- «η πιο φυσική, αυτόχθονη άνθηση, ένστιχτο σωστό για επιβίωση, σοφία για διάρκεια όση χρειάζεται στο σύνολο, μελλοντικά όχι ατομική, της στιγμής. Ιστορία: Μαζεύει, ερμηνεύει, παρερμηνεύει, ταξινομεί τα έτοιμα, επιστήμη. Ποίηση: Γεννά, παράγει, κάνει, ξεκάνει, μοιράζει τ' ανύπαρκτα, το χώμα λίγο, το νερό λίγο, ιστορία πολλή. Θα το πει κανείς σοφός ή απλός: Ας μας λείψει το πετρέλαιο, ας μη στερέψουνε οι βρύσες». Με αξιοπρέπεια και αισιοδοξία «Δε γίνεται να μην πατάμε στη μνήμη μας, να μην πατάμε στο παρελθόν μας. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τη μνήμη.» Δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποιες ανθρώπινες αξίες, που μας διδάσκουν εκείνοι οι άνθρωποι που περάσανε πάρα πολλά, γιατί αγαπήσανε αυτό τον τόπο και αγωνίστηκαν για τα ιδανικά τους. Τα κείμενα αυτά έχουν μεγάλη σχέση με την αντίσταση, τον εμφύλιο, τα μετεμφυλιακά χρόνια. Υπάρχουν κάποια πράγματα που μας χαρακτηρίζουν σα λαό και φαίνονται μέσα από αυτά τα κείμενα. Είναι η αξιοπρέπεια και η αισιοδοξία. Οσο για την επικαιρότητα του "Κοινού λόγου" σήμερα, είναι σχεδόν αυταπόδεικτη» -λέει ο Β. Θεοδωρόπουλος- «όχι μόνο σε σχέση με την ελληνική οικονομία που μας έχει κάνει φτωχότερους. Αλλά σε σχέση με την προσφυγιά, τη μετανάστευση και τη δυσκολία να παραμείνει κανείς αξιοπρεπής σε δύσκολες συνθήκες. Ο ανθρώπινος πόνος και ο αγώνας για επιβίωση δεν αφήνουν τον Κοινό Λόγο να παλιώσει». Και καταλήγει η Ελλη Παπαδημητρίου «Η κρυφή και φανερή δυσπιστία δεν έχει θέση, δε χωρεί, ανόητος, πλαστός ανταγωνισμός - πόλεμος, όπως οι ανταγωνισμοί και πόλεμοι από χώρα σε χώρα, από θρησκεία σε θρησκεία, που καταντούνε θανάσιμοι, ας είναι πλαστοί στην αρχή. Κι η τεχνοκρατία σήμερα: η επιστήμη στην υπηρεσία της πλουτοκρατίας, που αγνοεί και καταλεί την κοινή αξία του κοινού ανθρώπου, είναι πια κίνδυνος θανάσιμος, προς τα κει χρειάζεται δυσπιστία».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σπύρος Κακουριώτης, Η ΑΥΓΗ, 23/06/2013

Με ένα μνημείο ελληνικού λόγου, ένα "δικό μας μνημείο", όπως το χαρακτηρίζει, ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος επιστρέφει φέτος το καλοκαίρι στον Κοινό λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου, την ιστορική παράσταση με την οποία εγκαινιάστηκε η καλλιτεχνική πορεία του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Με μια νέα ματιά, διαφορετική επιλογή κειμένων και πέντε εξαιρετικές γυναίκες ηθοποιούς να αποτελούν τον χορό αυτής της σύγχρονης νεοελληνικής τραγωδίας. Με την ευκαιρία της πρεμιέρας στο Φεστιβάλ Αθηνών, μιλήσαμε με την "κορυφαία" του χορού, την ηθοποιό, σκηνοθέτη και ενεργό πολίτη Λυδία Κονιόρδου.

* Οι μαρτυρίες που συγκροτούν τον Κοινό λόγο αφορούν εμπειρίες ανθρώπων πριν από 90 χρόνια. Πώς πιστεύετε ότι μπορούν να προσληφθούν από το σημερινό κοινό, που διαμορφώθηκε μέσα σε τελείως διαφορετικές συνθήκες;

Σε όλους τους πολιτισμούς, αιώνες τώρα, οι κοινωνίες λένε τις ιστορίες τους στις επόμενες γενιές. Το παιδί ακούει τη γιαγιά να λέει τα παραμύθια, που δεν είναι παρά συμπύκνωση των βιωμάτων των ανθρώπων με έναν τρόπο συμβολικό. Έτσι, η εμπειρία και η σοφία της μιας γενιάς μεταφέρεται στην επόμενη. Μαθαίνει κανείς από το παρελθόν για να γράψει το μέλλον του, με την ελπίδα ότι δεν θα κάνει τα ίδια λάθη. Είναι μια λειτουργία που προσφέρει στις κοινωνίες την αίσθηση της συνέχειας. Στα χέρια ενός ποιητή όπως ο Όμηρος, αυτές οι αφηγήσεις μετατρέπονται σε υψηλή ποίηση, αποτελώντας την πρώτη ύλη του έπους.

Οι σημερινές κοινωνίες της ατομικότητας έχουν απομακρυνθεί από τις κοινές ιστορίες. Δεν έχουμε συλλογικούς μύθους, δεν έχουμε θέση για "κοινό λόγο". Όμως στην πραγματικότητα οι άνθρωποι διψούν για τέτοιες ιστορίες: δέστε πόσο πολύ ασχολούμαστε με τον Όμηρο. Είναι το αντίδοτο στην απομόνωση και τον ατομικισμό. Γι' αυτό είναι σημαντική αυτή η παράσταση, γιατί μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας είναι κοινή και οι κοινές ιστορίες έχουν να παίξουν έναν θεραπευτικό, παρηγορητικό ρόλο.

* Γνωρίζουμε πως όταν οι πρόσφυγες του '22 έφτασαν στην Ελλάδα δεν βρήκαν και την καλύτερη υποδοχή. Ο λόγος τους ήταν "κοινός" στο πλαίσιο της προσφυγικής κοινότητας. Τι τον κάνει, με το πέρασμα του χρόνου, πραγματικά "κοινό", τέτοιον που να αφορά όλους μας;

Πράγματι, οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι αντιμετωπίστηκαν σχεδόν με εχθρότητα όταν έφτασαν εδώ, μολονότι είχαν την ίδια γλώσσα και την ίδια θρησκεία. Αυτό είναι καλό να το θυμόμαστε (γιατί έχουμε επιλεκτική μνήμη) σήμερα που έρχονται οι ξένοι πρόσφυγες, στην ίδια μοίρα με τους δικούς μας τότε.

Αυτά που έχουμε ζήσει στον τόπο μας είναι τόσο τραυματικά που όταν τα θυμόμαστε μας κάνουν να νιώθουμε πως όσα ζούμε σήμερα δεν είναι τίποτα μπροστά τους. Κι αυτό μας δίνει το κουράγιο να τα αντιμετωπίσουμε, αν δείξουμε αλληλεγγύη και στηρίξουμε η μία κοινωνική ομάδα την άλλη και τους ανθρώπους που περνάνε πιο δύσκολα από μας. Κι αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει, κάτι που σημαίνει ότι η κοινωνία μας, ευτυχώς, έχει αντανακλαστικά.

* Η Έλλη Παπαδημητρίου στον Κοινό λόγο καταγράφει μαρτυρίες τόσο ανδρών όσο και γυναικών. Τι σημαίνει για σας η επικέντρωση αποκλειστικά στον γυναικείο λόγο;

Όσο οι άντρες παίζουν με τα πιστολάκια τους η γυναίκα τρέφει, φυτεύει, δίνει ζωή... καταφάσκει διαρκώς στη ζωή. Αυτή πρώτη θα στέρξει στην καταστροφή, για να αρχίσει τη ζωή πάλι από την αρχή. Είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, που τραβάει προς την επόμενη μέρα. Επίσης η γυναίκα κρατά τη μνήμη ζωντανή, όμως επειδή συνδέεται με τη ζωή, τη θεραπεύει από το μίσος, επουλώνει τις πληγές και έτσι, ακόμη κι η πιο τραυματική μνήμη, μεταμορφώνεται σε ποίηση. Αυτήν την ποιότητα έχουν τούτες οι γυναικείες αφηγήσεις: λένε τα πιο ακραία πράγματα με τρόπο που δεν είναι εμπαθής. Αντίθετα, αποδίδουν δικαιοσύνη και στην άλλη πλευρά: ήταν κι εκείνοι πρόσφυγες, είχαν εκτοπιστεί, βοηθούσαν οι μεν τους δε. Αυτή η αναγνώριση επουλώνει τις πληγές.

* Ακούγοντας τον λόγο αυτών των γυναικών, που είναι βαθιά λαϊκός, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως θα μπορούσε να έρχεται από διάφορα στρώματα του πολιτισμού μας μας, ακόμα και της αρχαίας τραγωδίας...

Απολύτως. Ο Αισχύλος έλεγε πως τρέφεται από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του Ομήρου. Το αρχαίο δράμα τροφοδοτείται από το έπος και τις αφηγήσεις των οποίων αποτελεί τη συμπύκνωση. Μέσα στα έπη προβάλλονται και οι ατομικές εμπειρίες, γι' αυτό και οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σ' αυτά. Η πηγή λοιπόν είναι κοινή. Στον Κοινό λόγο υπάρχει ένα κομμάτι που νομίζεις ότι είναι Αντιγόνη, μιλά για μια γυναίκα που προσπαθεί να θάψει τον γιο της, πηγαίνουν οι αντίπαλοι και τον ξεθάβουν κι εκείνη τον ξαναθάβει... Αυτή βέβαια είναι μια μαρτυρία από τον Εμφύλιο, γιατί πρέπει να τονίσουμε ότι στον Κοινό λόγο δεν χρησιμοποιούμε μόνο ιστορίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον διωγμό των Ποντίων, αλλά και από την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

* Ειπώθηκε ότι η καινούργια προσέγγιση του έργου γίνεται με μια διάθεση να αποφευχθεί ο τραγικός τόνος. Όμως "η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί"...

Ο χρόνος επουλώνει τις πληγές. Οι μαρτυρίες είναι καταγραμμένες αρκετό χρόνο μετά τα γεγονότα κι εμείς τις αφηγούμαστε πολύ χρόνο αργότερα, αλλά και πολύ χρόνο μετά την πρώτη παράσταση. Γι' αυτό ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ξανακοίταξε την παράσταση, γιατί κι εμείς οι ίδιοι βλέπουμε πια αυτές τις αφηγήσεις με άλλη ματιά, με άλλη γνώση... Όσο απομακρυνόμαστε τόσο επικοινωνούμε με το "μεδούλι" των αφηγήσεων και όχι με το στοιχείο του θυμού, που βρίσκεται πιο κοντά στη βιωμένη τότε εμπειρία.

* Αν σκεφτεί κανείς τους πρόσφυγες και μετανάστες που φτάνουν στη χώρα μας σήμερα, θα μπορούσε να φανταστεί πως ο δικός τους "κοινός λόγος", στη δική τους γλώσσα, θα συγκροτούσε ένα παρόμοιο κείμενο...

Οποιοσδήποτε έρχεται να ξεβολέψει μια ισορροπία, αντιμετωπίζεται με χλευασμό και καχυποψία. Αυτό το "κουσούρι", που μάλλον δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, ώστε να προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτός που έρχεται απέξω και είναι σε μειονεκτική θέση μάς δείχνει κάτι που κι εμείς μπορεί να υποστούμε αύριο. Δεν είναι λοιπόν ξένος, είναι μια άλλη όψη του ίδιου μας του εαυτού. Το να δείξουμε λοιπόν αλληλεγγύη δεν είναι παρά μια πράξη κοινού νου, γιατί ό,τι δίνεις, αυτό και θα πάρεις. Όταν σπέρνεις ένα σπόρο, παίρνεις το πολλαπλάσιο. Αν είναι σπόρος αλληλεγγύης και συμπόνιας, θα μας επιστραφεί στο δεκαπλάσιο. Αν είναι σπόρος μίσους και ξενοφοβίας, αυτό θα πάρουμε πίσω... Πώς μπορούμε να απαιτούμε αλληλεγγύη από την Ευρώπη όταν δεν δείχνουμε αλληλεγγύη σε αυτούς που υποφέρουν περισσότερο από εμάς;

Βέβαια, πέρα από αυτή τη στάση, που προϋποθέτει μια πνευματική μετατόπιση, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την εγκληματική αμέλεια των πολιτικών μας όταν παίρνονταν οι αποφάσεις που οδήγησαν σε αυτήν την παράλογη κατάσταση, ανθρώπων που παραμένουν εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, ενώ θέλουν να πάνε σε άλλες χώρες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώτα Συκκά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/06/2013

Ο «Κοινός λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου είναι το γουρλίδικο έργο του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μαζί του ταυτίστηκε πριν από 15 χρόνια με το ξεκίνημα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και η μετέπειτα πορεία του. Τότε παρουσιάστηκε στα χαλάσματα του οικοπέδου όπου σήμερα βλέπουμε το θέατρο. Τώρα, το οδοιπορικό που χρονικά καλύπτει την περίοδο από τη μαζική εξόντωση των Ποντίων και τη Μικρασιατική Καταστροφή ώς την Κατοχή και τον Εμφύλιο και βασίζεται σε αφηγήσεις ανώνυμων γυναικών, κάνει ένα ταξίδι σε όλη την Ελλάδα.

Ο τοίχος-μνημείο 7χ3 μ. με τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των ανδρών και των γυναικών, είναι από τα καινούργια στοιχεία της παράστασης, η νέα διανομή, το μετωπικό παίξιμο των ηθοποιών (Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου), μαζί και οι αφηγήσεις για τον Πόντο. Μουσική, τραγούδια, μνήμες και αισθήματα από έναν κόσμο που θυσιάστηκε στους εθνικισμούς του 20ού αιώνα.

Η σχέση του Β. Θεοδωρόπουλου με τη συλλογή μαρτυριών της Ελλης Παπαδημητρίου ξεκίνησε όταν σπούδαζε στη δραματική σχολή και παράλληλα δούλευε στις εκδόσεις «Κέδρος». «Ένας μικρός χώρος, σε μια στοά της Πανεπιστημίου και Χαριλάου Τρικούπη όπου κάθε μέρα εκτός από τη Νανά Καλλιανέση συναντούσες τον Στρατή Τσίρκα, τον Κώστα Βάρναλη, τον Γιάννη Ρίτσο. Εκεί γνώρισα την Έλλη Παπαδημητρίου. Αυστηρή γυναίκα, κοντά της ανακάλυπτες με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τι σημαίνει Ελλάδα, πέρα από γραφικότητες και φολκλόρ. Είχε θητεύσει στον Φώτη Κόντογλου και τον Γιάννη Τσαρούχη και με τίμησε με τη φιλία της και στην περίοδο του Στρατού μέσα από μια σειρά γραμμάτων. Εκείνη την περίοδο, που ακόμη δεν μου περνούσε από το μυαλό να γίνω σκηνοθέτης, της έλεγα ότι αυτά τα κείμενα είχαν ενδιαφέρον να γίνουν παράσταση».

Από το 1988

Η πρώτη απόπειρα να τα ανεβάσει ήταν το 1988 στη Φοιτητική Εστία του Πανεπιστημίου Αθηνών ως υπεύθυνος του θεατρικού τμήματος. Η επόμενη ήταν στα χαλάσματα του σημερινού θεάτρου του το 1997, ενώ το 2004 η παράσταση ταξίδεψε στην Κύπρο και την Τουρκία. «Έκτοτε άλλαξαν πολλά στο θέατρο. Πολλές ομάδες εμφανίστηκαν, πολλά προχώρησαν πάνω στην αφήγηση με μια ματιά διαφορετική, επηρεασμένη απ’ όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η όψη της παράστασης είναι διαφορετική. Δεν είναι μονόλογοι αλλά αφηγήσεις γυναικών. Πάντα θαύμαζα τη δύναμή τους. Αφηγήσεις που ξεπερνούν το προσωπικό το οποίο γίνεται κοινό κι εκείνο με τη σειρά του μνημείο».

Το κοινό σε όλες αυτές τις γυναίκες είναι το κύτταρό τους, λέει η Λυδία Κονιόρδου: «η φύση τους είναι να τρέφει τη ζωή». «Ο λόγος τους έχει σημασία όχι για να γυρίζουμε πίσω αλλά για να ζήσουμε το αύριο μαθαίνοντας από το παρελθόν, ανοίγοντας την ανθρωπιά μας ο ένας στον άλλον. Οι γυναίκες αυτές αφηγούνται ακραίες τραυματικές καταστάσεις πολύ πιο έντονες απ’ αυτές που ζούμε τώρα, αλλά με τρυφεράδα, χωρίς εμπάθεια και μίσος. Να πώς φιλτράρεται το ουσιαστικό ύστερα από χρόνια και κρατιέται αυτό που είναι πολύτιμο: η μνήμη και η επίγνωση της δύναμης που έχει ο άνθρωπος να επιβιώνει και να τραβάει μπρος».

Δεν είναι εύκολο να παίζεις καταστάσεις που έχουν βιώσει και οι δικοί σου άνθρωποι.«Όλοι έχουμε αφηγήσεις από τους γονείς. Οι δικοί μου ήταν πρόσφυγες. Ο πατέρας από τη Μικρά Ασία, η μητέρα από τη Ρωσία. Πρόσφατα βρήκα το σπίτι της γιαγιάς μου στην Αγία Πετρούπολη. Ήξερα μόνο τον αριθμό και τον δρόμο από μια παλιά κάρτα που τής έστειλαν οι γονείς της, οι οποίοι πέθαναν στον λοιμό του Λένινγκραντ. Στην οικογένεια υπήρχε ένα κενό για το σπίτι των προπάππων μας. Ήταν μια ντάτσα σαν αυτές του «Βυσσινόκηπου» από την οποία βρήκα μόνο ισοπεδωμένα τούβλα και το κουτί της αλληλογραφίας. Παλιά όλα αυτά ήταν ένα συναισθηματικό τοπίο διαφορετικό. Σήμερα με τη σελίδα που έχουμε ανοίξει, όχι μόνο ως Έλληνες αλλά ως παγκόσμιος πολιτισμός, κείμενα όπως αυτά της Έλλης Παπαδημητρίου με γεμίζουν αισιοδοξία. Αισιοδοξία για το δώρο της ζωής. Κάθε δευτερόλεπτο είναι φωτεινό και σημαντικό αρκεί να το γεμίζουμε με ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη».

Η Ελένη Κοκκίδου στέκεται στην απλότητα, την αξιοπρέπεια και τη γλαφυρότητα του λόγου τους. «Γυναίκες που γνώριζαν διαφόρων μορφών απώλειες, ακούγοντας τες συνειδητοποιείς το σημερινό μας πρόβλημα. Αυτά τα κείμενα μάς αφυπνίζουν και μάς δείχνουν το παρελθόν που μας προσδιορίζει. Αυτό που με έχει αναστατώσει περισσότερο σ’ αυτά, είναι η ευκολία του ανθρώπου να φύγει από τον πολιτισμό και να γίνει ένα τέρας που θα σκοτώνει ο ένας τον άλλον».

Πρόσφυγες

Από την Κομοτηνή με παππούδες πρόσφυγες που τα κατάφεραν στη φτώχεια και τις περιπέτειες, η Ελένη Ουζουνίδου έχει ένα επιπλέον λόγο να συγκινείται όταν παίζει. Στις φωτογραφίες του σκηνικού του Αντώνη Δαγκλίδη, βλέπει και τη δική της γιαγιά, την Παρασκευούλα. «Τη θυμάμαι να μιλάει για τις δυσκολίες που πέρασε δουλεύοντας στα καπνά, προκειμένου να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Όλοι εκείνοι είναι παράδειγμα για όλους μας». Πώς κρατιέται ο ηθοποιός έξω απ’ αυτά τα συναισθήματα; «Ισορροπώντας στην κόψη του ξυραφιού. Δεν μπορείς να μείνεις αδιάφορος όταν υπάρχει η κυτταρική μνήμη, όταν έχει βιώσει τέτοιες καταστάσεις ο παππούς ή η γιαγιά σου. Τα ίδια τα κείμενα δεν επιτρέπουν μελό αντιμετώπιση, αλλά με τον τρόπο τους επιβάλλουν αντικειμενικότητα. Η συγκίνηση των γυναικών είναι άλλου είδους, πέρα από τον πόνο, είναι η υπερηφάνεια. Αντιμετώπισαν την απόλυτη φρίκη. Είδαν τους άντρες τους και τα παιδιά τους να χάνονται κι όμως άντεξαν, επιβίωσαν κατάφεραν να φτάσουν σε μια Ελλάδα που δεν τους ήθελε. Τους Πόντιους τους φώναξαν τουρκόσπορους. Ίδια ήταν η φρίκη στην Κατοχή, στον Εμφύλιο».

Η μικρότερη απ’ όλες η Τάνια Παλαιολόγου, αγαπημένη από τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αλλά και τα θεατρικά της βήματα αυτά τα 16 χρόνια, συγκινείται ακούγοντας τα κείμενα στη σκηνή. «Μου αρέσει ότι δεν έχουν καμία λογοτεχνική ωραιοποίηση και ότι προέρχονται από ανθρώπους που τα έζησαν. Είναι συγκλονιστικό το φως που κρύβουν. Βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για τη Σμύρνη μού έκανε εντύπωση ότι οι άνθρωποι εκείνοι κοσμοπολίτες καθώς ήταν, αγνοούσαν ότι καίγονταν τα διπλανά χωριά. Μήπως και εμείς δεν ζούσαμε στη δίνη του καπιταλισμού, της κατανάλωσης χωρίς να προσέχουμε πώς τεμάχιζαν χώρες και λαούς. Αυτές οι αφηγήσεις πάνω απ’ όλα έχουν μια αισιοδοξία-στήριγμα. Νιώθω ότι και στα χειρότερα θα τα καταφέρουμε».

Τα βιώματα μένουν

Η μόνη ηθοποιός που συμμετείχε και στα προηγούμενα ανεβάσματα του «Κοινού λόγου» είναι η Μαρία Κατσανδρή. «Συγκινούμαι με τη δύναμη και την αξιοπρέπεια αυτών των γυναικών. Χαρακτηριστικά που ελπίζω ότι δεν έχουν χαθούν από τη φυλή». Δεν ξεχωρίζει κάποια απ’ αυτές γιατί στα μάτια της αντιπροσωπεύουν τις γυναίκες όλου του κόσμου. «Μάς θυμίζουν ότι οι Έλληνες έζησαν μεγάλη προσφυγιά, όπως ότι διώχτηκαν από τους ίδιους τους Έλληνες». Κάποια σημάδια έχει κι εκείνη. «Η προγιαγιά μου ήταν Μικρασιάτισσα, ο πατέρας μου μετανάστης στην Αμερική, εγώ γεννήθηκα στο Σικάγο. Δεν έζησα πολύ εκεί, μόνο μνήμες έχω. Ο πατέρας έφυγε 16 χρονών και έμεινε 50 χρόνια. Θυμάμαι τις διηγήσεις του για το νησί Έλις στ’ ανοιχτά του Μανχάταν όπου έστελναν όσους έφταναν στην Αμερική. Ήταν σαν στρατόπεδο. Μας έλεγε πως δεν θυμόταν τη δική του παιδική αγωνία, αλλά τον φόβο των μεγαλύτερων. Αυτό που κάνει τόσο σύγχρονο τον «Κοινό λόγο» είναι η ξενοφοβία που ζούμε. Λέγαμε ότι δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά γίναμε με το παραπάνω. Δυστυχώς ξεχνάμε, όμως τα βιώματα μένουν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι μικρή με φώναζαν αμερικανάκι. Ζούμε πάλι τα ίδια, με έναν τρόπο».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Κορνήλιος Ρουσάκης, ΣΚΗΝΟΒΑΣΙΕΣ,

Στα ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος...

Κοινός λόγος της Έλλης Παπαδημητρίου, σε σκηνοθεσίαΒαγγέλη Θεοδωρόπουλου, σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.

Στον Κοινό λόγο επανέρχεται έπειτα από 16 χρόνια το Θέατρο του Νέου Κόσμου και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Πρόκειται για μια σταχυολόγηση αφηγήσεων γυναικών που κουβαλούν το βάρος των ιστορικότερων στιγμών του ελληνισμού. Α' Παγκόσμιος πόλεμος, Μικρασιατική καταστροφή, Ποντιακός ξεριζωμός, Β' Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή και Εμφύλιος είναι οι περίοδοι-σταθμοί που καλύπτουν τα κείμενα-μαρτυρίες που με ιδιαίτερη φροντίδα έχει συγκεντρώσει η Έλλη Παπαδημητρίου (κυκλοφορούν σε τρίτομη συλλογή από τις εκδόσεις Ερμής) και που αποτελούν το δραματουργικό υλικό της παράστασης.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος δημιούργησε μια παράσταση "χειροποίητη", λιτή, που δίνει το προβάδισμα στον λόγο και στη δυναμική της αφήγησης. Εύστοχα αποφεύγει την εύκολη οδό της "εκβιασμένης" συγκίνησης και κινείται στον δρόμο της, κατά μέτωπο στον θεατή, πρωτοπρόσωπης αφήγησης των γεγονότων. Το τελικό σκηνικό αποτέλεσμα είναι απαλλαγμένο από οποιαδήποτε διάθεση σκηνοθετικού παρεμβατισμού. Ο λόγος, η τρεμάμενη φωνή, η καλά φυλαγμένη αξιοπρέπεια, ο πόνος της προσφυγιάς, η γυναικεία δύναμη, γεμίζουν τη θεατρική σκηνή. Η φρίκη του θανάτου και του οριστικού αποχωρισμού συνδυάζεται εξαιρετικά με τον αυτοσαρκασμό και τον γλυκό ήχο των ντοπιολαλιών, τα τραγούδια και τα χορευτικά τσαλίμια.  Ένα διαρκές σκηνικό "παιχνίδι" που βασίζεται στην εναλλαγή φόρτισης και αποφόρτισης, διαποτισμένο από νότες αισιοδοξίας απαραίτητες για την συνέχιση της Ιστορίας, την πορεία προς το αύριο.

Σημαντική στιγμή αποδεικνύεται η επί σκηνής συνύπαρξη των πέντε ερμηνευτριών. Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου: ένα εξαιρετικό σύνολο που μεταφέρει τη γενναιότητα, τη ψυχική δύναμη, την αξιοπρέπεια, -έννοιες που στην εποχή μας τείνουν σταδιακά να εκλείψουν- με τρόπο που προκαλεί αλλεπάλληλα ρίγη συγκίνησης, ακροβατώντας ανάμεσα στο ατόφιο, λαϊκό υπαρκτό πρόσωπο και στη στέρεη θεατρική φιγούρα. Κουβαλώ για μέρες στη μνήμη μου τη σπουδαία εξιστόρηση της Πόντιας γυναίκας από την Ελένη Ουζουνίδου και τον μεστό τρόπο με τον οποίο γεμίζει τη σκηνή η -μικρή το δέμας- Μαρία Κατσανδρή, όταν χορεύει ένα ζεϊμπέκικο, ζωντανεύοντας μέσα από το σώμα της, τον νεκρό γιο της.

Ενισχυτικές στη σκηνική αρτιότητα και οι μουσικές επιλογές του Κώστα Βόμβολου. Τραγούδια από τις χαμένες πατρίδες, ενδεικτικά των εποχών που διατρέχει η παράσταση (παραδοσιακά νανουρίσματα της Σμύρνης και τραγούδια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως το Πασούμι της Ρίτας Αμπατζή, του 1935), ερμηνευμένα πολυφωνικά από τις ηθοποιούς, με τη συνοδεία ακορντεόν.

Το σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη, μια έξοχη εικαστική εγκατάσταση που αναζωπυρώνει τις μνήμες, αποτελούμενη από δεκάδες παρατεταγμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες νεκρών που δημιουργούν έναν τοίχο, ενιαίο κάδρο, τη συλλογική μνήμη.

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για μια δυνατή στιγμή, μια ολοκληρωμένη αποτύπωση του βάρους της προσφυγιάς στη ψυχή και στο σώμα: του να είσαι στα ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λαμπριάνα Κυριακού, aVecNews.gr, 02/07/2013

Με το πρώτο ανέβασμα στη σκηνή, οι πρωταγωνίστριες  μας καθήλωσαν. Ήταν ο λόγος τους, μέσα από τις μαρτυρίες, ήταν το ύφος τους μέσα από τις ερμηνείες. Έχουν περάσει μέρες και συνειδητοποιώ  ότι η σκέψη παρέμεινε εκεί κολλημένη στο θέατρο Βράχων και στην παράσταση «Κοινός Λόγος».

Τέτοιες παραστάσεις , δεν μπορούν να δεχθούν κριτική, γιατί  και ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, άγγιξε τον αυτό κάθε αυτό ορισμό του πολιτισμού, αφοπλίζοντας κάπως την Τέχνη. Έδωσε μέσα απ όλες τις μαρτυρίες, τα στοιχεία τα οποία δημιουργεί ένας ξεριζωμός - ένας πόλεμος. Όπως για παράδειγμα ρατσισμός. Ήταν το πρώτο χαρακτηριστικό -  η πρώτη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες, στο νέο τόπο που πήγαιναν.

Πέντε γυναίκες, αφηγούνται,  έως  πολύ μαρτυρούν λεπτομερώς στιγμές που στα βιβλία της Ιστορίας μας, αγνοούν να προσθέσουν.  Είναι τα αποστάγματα της ιστορίας, που αν τονίζονταν περισσότερο, θα λογαριάζαμε περισσότερο τη ζωή που ζούμε τώρα, γιατί από  τα μάτια των προγόνων  μας, πέρασαν οι πιο φρικιαστικές εικόνες του πεπρωμένου μας. Από τη Μικρασιάτικη καταστροφή στην Κατοχή. Από τις σφαγές στην πείνα, από τη ζωή στο θάνατο.   Αυτό που τις κρατάει όρθιες όμως,  είναι ως βασικό στοιχείο η ΜΝΗΜΗ, αλλά και το γεγονός ότι πέραν τα όσα είχαν περάσει, απάλυναν το πόνο με τραγούδι και δεν έχαναν το χιούμορ τους.

Στις 15 Ιουνίου του 2004, βρισκόμουνα στην Κύπρο και είχα  την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΟ. Να τονίσω ότι είχε κάνει πρεμιέρα στο νησί. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η τότες παράσταση με τη σημερινή δεν μπορεί να συγκριθεί.  Ο Θεοδωρόπουλος, έδωσε συνέχεια στον ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΟ και όχι Επανάληψη.

Δεν υπάρχει καλή και καλύτερη. Σαφώς, οι μαρτυρίες είναι διαφορετικές,  αλλά ο λόγος είναι κοινός. Ίσως να είναι  η ωριμότητα, ίσως οι σημερινές συγκυρίες…  μέσα από αυτό τον ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΟ,  συνειδητοποίησα ότι μεμψιμοιρούμε πολύ οι   Έλληνες και δεν έχουμε μνήμη.  Αυτοί οι άνθρωποι είχαν πρώτα απ  όλα  πολιτισμό, τον οποίο μετέφεραν  μαζί τους, σε κάθε γη που πατούσαν και το χειρότερο; Το πεπρωμένο τους όρισε να δουν τα μάτια τους φρικτές σκηνές και να βιώσουν καταστάσεις που δεν χωράει το μυαλό του ανθρώπου.  Στιγμές που δεν έχουμε βιώσει μέχρι τώρα. Εμείς στο τώρα, Χάσαμε τα πάμπολλα, μας έμειναν τα πολλά και βάλαμε στον κρόταφο το όπλο γιατί δεν αντέχουμε.

Εν τούτοις υπήρξαν πολύ χειρότερα… Η φράση της Ελένης Κοκκίδου «μείναμε με τις ψυχές μας» και η αντίστοιχη της Λυδίας Κονιόρδου «μείναμε μόνο με τα σώματα μας», η στιγμή που Μαρία Κατσανδρή, σηκώθηκε και με χέρια ανοιχτά  και σε αργό ρυθμό, χόρεψε το χορό της αξιοπρέπειας, το χορό της λεβεντιάς των παιδιών της,  αλλά και το παγωμένο ύφος της Ελένης Ουζουνίδου -   Όλες  αυτές οι στιγμές, λοιπόν    ήταν το καρφάκια που σμίλευαν τη συνείδηση του θεατή.

Ωστόσο, ξεχώρισα  την ερμηνεία της Ελένης  Κοκκίδου, γιατί την ώρα που ερμήνευε  έβλεπες στη λάμψη των ματιών της,  τις εικόνες που έβγαζε ο λόγος της, όταν έλεγε «η δύναμη μου κόβεται και δεν μπορώ να συλλοιστώ τα όσα περάσαμε, πε πως είμαι κι εγώ μες το χώμα άμα τα συλλοιστώ.»

Δεν κρυβόταν πίσω από την ερμηνεία της, ήταν η γυναίκα που μια γελούσε και μια έκλαιγε με την ίδια ευελιξία. Είχε την αμεσότητα που χρειάζεται για να μπει στις καρδιές του κοινού και να συγκινήσει.

Η Λυδία Κονιόρδου μου άρεσε, αλλά δεν ξέρω τι ήταν αυτό που την έκανε να αποτραβηχτεί από το τραγικό που ξέρει να κάνει τόσο καλά. Την έχω δει σε συνταραχτικούς ρόλους και τώρα ήθελα απλά να με κάνει να ανατριχιάσω.

Τα σκηνικά του Δημήτρη Δαγκλίδη, ήταν πραγματικά ένα μουσείο. Με πραγματικές προσωπογραφίες ανθρώπων που έζησαν την τότε εποχή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα τους όλα τα στοιχεία που ο σκηνοθέτης ήθελε να τονίσει. Κάθε φωτογραφία έδειχνε τον αέρα της εποχής της. Τα σκηνικά είναι η πρώτη επαφή με το έργο και εκεί πόσο ταίριαξε την τραγικότητα των μαρτυριών με τις εικόνες. 

Υγ:
Είναι από τις καλύτερες καλοκαιρινές παραστάσεις, που πρέπει όλοι να δούμε , όση ανάγκη γέλιου και να έχουμε, άλλη τόση ανάγκη συλλογισμού μας χρειάζεται.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ζωή Βερβεροπούλου, EgnatiaPost.gr, 23/07/2013

«Μείναμε μόνο με τις ψυχές». Έξοχη φράση, που θα μπορούσε να είναι λογοτεχνία, δεν είναι όμως. Είναι η αυθεντική κουβέντα μιας ξεριζωμένης Μικρασιάτισσας, που περιγράφει την έσχατη απογύμνωση ανθρώπινων όντων, όταν βλέπουν και τα τελευταία τους υπάρχοντα να βουλιάζουν στη θάλασσα, μέσα στον χαμό της Μεγάλης Φυγής.

Πρόκειται για ένα μικρό μόνο δείγμα της εγγενούς ποιότητας που χαρακτηρίζει τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου, μια τρίτομη συλλογή πραγματικών αφηγήσεων, οι οποίες στοιχίζονται στα πιο οδυνηρά ορόσημα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή, Πόντος, προσφυγιά, Β΄ Παγκόσμιος, Κατοχή, Εμφύλιος. Αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας, συμμετοχικής παρατήρησης και ακροαματικής υπομονής της συγγραφέως και των συνεργατών της, το έργο αποθησαυρίζει αυτούσιες «φωνές» ανώνυμων ανθρώπων, που τσακίστηκαν στη δίνη των γεγονότων, αλλά βρήκαν τη δύναμη να συνεχίσουν, ανθρώπων απλών, που βίωσαν αξεχώριστα εθνικές πληγές και προσωπικά δράματα. Αιμάσσον τεκμήριο συλλογικής μνήμης, που έχει ήδη ψηφιοποιηθεί από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού (www.snhell.gr/testimonies/writer.asp?id=84), ο «Κοινός Λόγος» (λόγος όχι συνηθισμένος, αλλά μοιρασμένος και του καθενός) διαθέτει σπαρακτική αμεσότητα, εκπληκτική νοηματική και γλωσσική πυκνότητα, χυμούς και ρυθμούς ανάσας, εξ ου και μια δυνητική θεατρικότητα, σύμφυτη με την προφορικότητά του. 

Θέατρο μαρτυρίας

Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο της Παπαδημητρίου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μεταφέρει για δεύτερη φορά στη σκηνή επιλεγμένα αποσπάσματα αυτού του κατεξοχήν ελληνοκεντρικού υλικού - η πρώτη ήταν το 1997. Η παράστασή του συνοδοιπορεί δημιουργικά και με μια από τις πιο σύγχρονες διεθνείς τάσεις, το περίφημο «θέατρο μαρτυρίας» (theatre of testimony), είδος που συνδέεται επίσης στενά με την μοντέρνα προβληματική για την αναπαράσταση του τραύματος στην τέχνη (υπάρχει άλλωστε πλέον και ειδικό επιστημονικό πεδίο με την ονομασία «Trauma studies»). Με πίστη στο κύρος του ντοκουμέντου και της αυτολεξεί παράθεσης, ο Θεοδωρόπουλος εστιάζει άλλη μια φορά στον πραγματικό κόσμο και προτείνει θέατρο με ταυτότητα γηγενή και όμως σε ανοιχτή ακρόαση με τα παγκόσμια καλλιτεχνικά δρώμενα, θέατρο που, αναπλαισιωμένο από την κρίση, ξεπερνάει τον φαινομενικά ιστορικό και εσωστρεφή του χαρακτήρα για να ξανακοιτάξει τα παλαιά παθήματα μέσα από επίκαιρα ειδολογικά και ερμηνευτικά φίλτρα και έτσι να παραπέμψει και στο παρόν. 

Διόλου παρεμβατική, αλλά, αντίθετα, διακριτικά συντονιστική και εποπτεύουσα, η σκηνοθεσία δείχνει να εμπιστεύεται απόλυτα τη δύναμη της  μετωπικής, πρωτοπρόσωπης αφήγησης και, όντως, δικαιώνεται. Προκρίνοντας αποκλειστικά γυναικείες μαρτυρίες, που όλες τους αποκαλύπτουν ψυχή βαθιά και ήθος, ο Θεοδωρόπουλος λειαίνει ελαφρά την πολιτική διάσταση της θεματικής του και στήνει μια λιτή, φιλική στη θέαση και στο αυτί παράσταση, όπου ο λόγος εναλλάσσεται με τραγούδια των χαμένων πατρίδων, εύστοχα διαλεγμένα από τον Κώστα Βόμβολο, ώστε να αναδεύσουν μέσα μας τα δύσκολα, τα νοσταλγημένα και τις ρίζες. Και ας σημειωθεί ότι, παρόλα τα δεινά που περιγράφει και τη συγκίνηση που αναδίνει, το θέαμα δεν είναι ζοφερό ούτε δραματικό, αλλά φωτεινό, ήσυχα γελαστό και κατά βάθος αισιόδοξο: η αφήγηση θεραπεύει και η ζωντανεμένη μνήμη διδάσκει πως ο άνθρωπος που αναμετριέται με τα τετελεσμένα και την Ιστορία μπορεί προς στιγμήν να πέφτει, αλλά ξανασηκώνεται και προχωρά.    

(Πρωτ)αγωνίστριες

Η παράσταση δεν θα ήταν βέβαια η ίδια, αν δεν είχε στελεχωθεί υποκριτικά από μια γοητευτική γυναικεία ομάδα, που ζυγιάζεται με μέθοδο και με θέρμη ανάμεσα στο θεατρικό προσωπείο και το υπαρκτό πρόσωπο. Άλλοτε όρθιες και άλλοτε καθισμένες στους λευκούς πάγκους του σκηνικού, μπροστά στο μνημόσυνο «τείχος των δακρύων» με τα πορτρέτα των νεκρών τους, που ο Αντώνης Δαγκλίδης συναρμολόγησε από ασπρόμαυρες φωτογραφίες εποχής, οι πέντε (πρωτ)αγωνίστριες αλληλοσυντροφεύονται και τραγουδούν, ζωγραφίζουν με λέξεις και τσακίσματα χορευτικά τις καλές εποχές, εξιστορούν πώς σαρώθηκαν οι ζωές τους, αναθυμούνται και φρίττουν αλλά χωρίς αυτολύπηση, ώσπου να ξεδιπλώσουν τελικά το μέσα μεγαλείο της απλής Ελληνίδας, που ζούσε για να νοιάζεται και να αντέχει. Έξοχα λαϊκές η Ελένη Ουζουνίδου και η Ελένη Κοκκίδου, έμπειρη αφηγήτρια η Μαρία Κατσανδρή, χαριτωμένη με το ακορντεόν της η Τάνια Παλαιολόγου και στο στοιχείο της η Λυδία Κονιόρδου, κυρίως στη νεοτραγική αφήγηση της μάνας, που ξεθάβει με τα νύχια τα κόκαλα του σκοτωμένου παλικαριού της.

Συνοπτικά, μια παράσταση για να θυμηθούμε, πώς μπορεί η ρήξη να κυοφορεί τη συνέχεια, η συμφορά την καρτερία, η περιγραφική μαρτυρία του παρελθόντος το πολιτικό σχόλιο για τα μελλούμενα, και η ολκή της σκηνικής αφήγησης το βάρος του αληθινού κόσμου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λέανδρος Πολενάκης, Η ΑΥΓΗ, 08/09/2013

«Το ταραχώδες παρελθόν του τόπου μας», αντιγράφω από το πρόγραμμα, "ιχνηλατείται μέσα από λαϊκές αφηγήσεις, ατομικούς σπαραγμούς και συλλογικές μνήμες, αναδεικνύοντας το δραματικό παρόν. Οι μαρτυρίες των γυναικών κωδικοποιούνται θεατρικά, φωτίζοντας διαφορετικά την Ιστορία, μέσα από το βλέμμα των 'μικρών'. Ο 'Κοινός' λόγος συμπορεύεται με τις 'Τρωάδες' του Ευριπίδη και επανεγγράφει όχι μόνο τον θρήνο αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια ενός λαού». Συμφωνώ. Τα παιδιά που γεννήθηκαν όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο, φέτος ενηλικιώνονται και αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Πρέπει να το δουν, όπου και όταν ξαναπαιχτεί, και εύχομαι να γίνει γρήγορα αυτό.

Ο «Κοινός Λόγος» της ΄Ελλης Παπαδημητρίου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1997 στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Το έργο συντίθεται από αληθινές αφηγήσεις γυναικών που συνέλεξε η Παπαδημητρίου, από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι τον εμφύλιο. Έγραφα τότε, και θα επαναλάβω σήμερα, ότι πρόκειται για μια τελεσφόρο απόπειρα να εκφωνηθεί από σκηνής ένας λόγος χωρίς «φτιασίδια και μαλάματα» (Σεφέρης) που γεννήθηκε στην προφορική γειτονιά της γλώσσας μας. Ο Κοινός μας Λόγος, με την Ηρακλείτεια έννοια του όρου: «του λόγου δ' εόντος κοινού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν». Ζούμε, δηλαδή εμείς, οι πολλοί στα περίχωρα -και περίφρακτα- ενός λόγου σημαδεμένου από την Καρτεσιανή λογική της αυλής των προβάτων: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Που πολλές φορές μεταφράζεται σε: «Πέθανε εσύ, να ζήσω εγώ». Έτσι μας κανοναρχούν και μας άγουν ανεπαισθήτως οι αγορές. Αυτό το ανεπαισθήτως έχει γίνει κόκκινη κορδέλα στην άκρη της ουράς των αποσβολωμένων από τα δημόσια ψεύδη πολιτών της «χώρας των ξωτικών», όπου έλαχε να ζούμε. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω άλλο τέτοιο δώρο. «Συλλογίζομαι, άρα συνυπάρχω" είναι το επιβεβλημένο, που διασώζει την άγραφη, μελλοντική ιστορία μας. Ο «Κοινός μας Λόγος» εναντίον του «Ορθού Λόγου», της εκάστοτε «σωφροσύνης» και του «πολιτικώς ορθού» (τρομάρα του). Ένα κείμενο πρωτογενές, της Έλλης Παπαδημητρίου, που βγαίνει μέσα από την αενάως φλεγομένη και μη καιομένη μήτρα - μνήμη της Ιστορίας.

«Το ταραχώδες παρελθόν του τόπου μας», αντιγράφω από το πρόγραμμα, "ιχνηλατείται μέσα από λαϊκές αφηγήσεις, ατομικούς σπαραγμούς και συλλογικές μνήμες, αναδεικνύοντας το δραματικό παρόν. Οι μαρτυρίες των γυναικών κωδικοποιούνται θεατρικά, φωτίζοντας διαφορετικά την Ιστορία, μέσα από το βλέμμα των 'μικρών'. Ο 'Κοινός' λόγος συμπορεύεται με τις 'Τρωάδες' του Ευριπίδη και επανεγγράφει όχι μόνο τον θρήνο αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια ενός λαού». Συμφωνώ. Τα παιδιά που γεννήθηκαν όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο, φέτος ενηλικιώνονται και αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Πρέπει να το δουν, όπου και όταν ξαναπαιχτεί, και εύχομαι να γίνει γρήγορα αυτό.

Στην Πειραιώς 260 ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (επιμέλεια κίνησης της Αγγελικής Στελλάτου, σκηνικά - κοστούμια Αντώνης Δαγκλίδης, επιλογή τραγουδιών Κώστας Βόμβολος, υπαινικτικοί φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης), έδωσε ξανά την παράσταση σαν τον επικό και κυκλικό κυματισμό της ιστορίας των «μικρών», που μένουν συνήθως αφανείς μέσα στον κλυδωνισμό των μεγάλων γεγονότων. Τους έδωσε όραμα και φωνή. Από τους παλιούς συντελεστές η Μαρία Κατσανδρή μεταφέρει ακέραιη τη συμπυκνωμένη πείρα της με τις ισάξιες, Ελένη Κοκκίδου, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου να ισορροπούν καίρια συναίσθημα και λογισμό. Η Λυδία Κονιόρδου είναι γνήσια Κορυφαία μιας αρχαίας Τραγωδίας.

Θέλω, με την ευκαιρία, να αναφερθώ σε δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα και παρέχουν υλικό για παρόμοια εγχειρήματα.

Το πρώτο είναι η αφήγηση σε στίχους του λαϊκού ποιητή από τις Βολίμες Ζακύνθου Ιωάννη Χασαλεύρη ή Κεραμίδα, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1923 και επανεκδόθηκε από το Γυμνάσιο - Λύκειο των Βολιμών το 2011, με εισαγωγή - επιμέλεια του Θοδωρή Πομώνη. Έχει ως τίτλο: «Τα βάσανα του νέου αιχμαλώτου» και αφηγείται σε αυτό την περιπέτεια της αιχμαλωσίας του το 1922 στη Μικρασία. Παραθέτω λίγους στίχους:

«Εφύγαμε ολονυχτίς, φτάσαμε στη χαράδρα/ όλοι εμαζευτήκαμε, μπήκαμε στην αράδα/ Εκεί ας κλάψουν οι γονείς, ας κλάψουν οι μητέραις/ που να μην εξημέρωναν οι δυστυχείς ημέραις/ μέσα σ' αυτην τη ρεματιά πολύ κακό εγίνη/ Πολλές χιλιάδες είμαστε παντού μάς εκυκλώνουν/ παντού μάς ρίχναν κανονιές παντού μάς εσκοτώνουν".

Το δεύτερο είναι ένα σπάνιο επίσης βιβλίο, γραμμένο στα αγγλικά, με συνεντεύξεις που πήρε από τους τότε πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς, το 1917, η Ελληνοαμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Δήμητρα Βάκα - Μπράουν και έχει ως τίτλο (η βρετανική έκδοση): «Κωνσταντίνος, εστεμμένος προδότης». Η πανομοιότυπη αμερικανική έκδοση έχει τίτλο: «Στην καρδιά της γερμανικής δολοπλοκίας». Είναι ένα σκληρό βιβλίο, που φωτίζει τα γεγονότα της εποχής και αποκαλύπτει το σχέδιο απόλυτης κυριαρχίας στην Ευρώπη, από τότε, της Γερμανίας... με τη βοήθεια και στήριξη του αμερικανικού κεφαλαίου! Η συγγραφέας εξαφανίστηκε χωρίς ίχνη το 1919, δολοφονήθηκε πιθανότατα, και το βιβλίο «αποσύρθηκε» μετά τις εκλογές του '20 από όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές ελληνικές βιβλιοθήκες. Κατέχω ένα αντίτυπο της βρετανικής έκδοσης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Άννυ Κολτσιδοπούλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/06/2013

Ένιωσα την ανάγκη να ανατρέξω σε παλιά μου κριτική, δεκαέξι χρόνια πριν. Διάβασα συγκίνηση, ενθουσιασμό, αναγνώριση ενός αδιαμφισβήτητου θεατρικού γεγονότος, με το οποίο θεμελίωνε την αξιομνημόνευτη μετέπειτα πορεία του το Θέατρο του Νέου Κόσμου. «Μα, είναι το ίδιο έργο με τότε;» ρωτούσε στο τέλος της τωρινής παράστασης και μια νέα ηθοποιός. Ακριβώς το ίδιο έργο δεν ήταν (αφού είχαν επιλεγεί 16 διαφορετικές εξιστορήσεις από τις εκατό, περίπου, που περιέχουν οι εκδόσεις του «Κοινού Λόγου») αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτός ο λόγος της απορίας για τον «Κοινό Λόγο».

Καταλήγω, ύστερα από μέρες σκέψης, πως έφταιγε η διάχυση μέσα στη δομή και τη ψυχή του έργου, αυτού του ψυχρού, μαυσωλιακού περιβάλλοντος με τις φωτογραφίες και τα καντηλάκια των σκοτωμένων, παραταγμένες σε εφτά μέτρα τοίχο - μνημείο, οι λευκοί, πάγκοι κοιμητηρίου, το μετωπικό παίξιμο, η αποξένωση ανάμεσα στις γυναίκες που θυμούνται χώρια. Μαζί μ’ αυτά, το γεγονός ότι τα λένε μία μία στο κοινό και όχι μεταξύ τους, γύρω γύρω σ’ ένα τραπέζι (και αυτό το γύρω γύρω υπάρχει ακόμη), αφαιρεί από τον «Κοινό Λόγο» την απλότητα, τη γειτνίαση των παθών, τον αυθορμητισμό, τη δίχως θυματολατρική πρόθεση κατάθεσης του προσωπικού βιώματος, αφαιρεί την αμεσότητα του λόγου, τη θέρμη, την αλληλέγγυα μοίρα. Αφαιρεί εκείνη τη μοναδική, φυσική ανέλιξη του λόγου σε τραγούδι, μονοφωνικό και στη συνέχεια πολυφωνικό, που αποτελούσε στην αρχική παράσταση τον κορμό του ρίγους και της συγκίνησης.

Παρά τη λαμπρή, νέα διανομή, πρέπει να πω ότι μου έλειψε ο λιτός, αφυδατωμένος σπαραγμός της ασπρομαλλούσας Σούλας Αθανασιάδου πλάι στη νεότερη ηλικία, της τότε αλλά και της τώρα διανομής. Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι μαρτυρίες μου φαίνονταν σαν αναπαραγωγή μνήμης και όχι βίωσή της.

Θα άξιζε, καταλήγω ωστόσο, ένα πείραμα με τη τωρινή, ψυχρή, πραγματιστική εκδοχή της παράστασης. Θα άξιζε να καταγραφεί η αρχική της φάση στο Φεστιβάλ Αθηνών και η εξέλιξή της στις περίπου 60 επόμενες παραστάσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πιστεύω πως η δύναμη του ενστίκτου πέντε εξαιρετικών υποκριτικών, ερμηνευτικών αλλά και μουσικών «οργάνων» θα οδηγήσει την παράσταση σε μονοπάτια διαφορετικής συγκίνησης, κοινού πόνου και λόγου, θα βρει υπόγειες διαδρομές γειτνίασης, θερμότερης έκφρασης στο «συμπάσχειν», αλλά και στο «συγχαίρειν», μέσα από τη παρηγοριά των τραγουδιών Ανατολής και Δύσης.

Αυτό το ζηλευτό «κουιντέτο» είναι αδύνατον να μη σκάψει, ερμηνεύοντας, ένα μυστικό πέρασμα συνάντησης, εσωτερικού διαλόγου, αλληλουχίας, ενορχήστρωσης, συνεκτικών κρίκων ανάμεσά τους, αλλά και ανάμεσα στο τώρα, το πριν, το τότε και το ακόμη πιο τότε. Βλέπω να ζωντανεύει πάλι μέσα από τα ορχούμενα χέρια της Μαρίας Κατσανδρή η κυκλωτική σπουδή κωδίκων, συμπεριφορών, τσακισμάτων και παραφορών, να επιβάλλονται και να ενώνουν τη Σμύρνη, τον Πόντο, τους τόπους που τους λένε προσφυγιά, με τη Τροία.

Βλέπω να απομακρύνονται από τον λόγο της Ελένης Κοκκίδου επιφανειακοί τόνοι από τη «Γυναίκα της Πάτρας» και να παίρνουν τη θέση τους τόνοι μουσικού λυγμού κι ενός κλαυσίγελου, που ενώνει γυναικείους χυμούς, δάκρυα και αίμα. Βλέπω την τόσο λαϊκή, δωρική αξιοπρέπεια της Ελένης Ουζουνίδου να διαπερνά τον σφυγμό και τον παλμό της παράστασης, ενώ η δροσιά της Τάνιας Παλαιολόγου θα αρδεύει τον λόγο. Τέλος, βλέπω την καταλυτική παρουσία της Λυδίας Κονιόρδου να αναπτύσσει πιο θαρραλέα το σπάνιο χάρισμά της, το κράμα του κωμικού με το τραγικό, του καθημερινού με το αρχετυπικό.

Για όλους εμάς που λεγόμαστε κοινό, για τον σκηνογράφο Αντώνη Δαγκλίδη, τον Κώστα Βόμβολο που έκανε την επιλογή και διδασκαλία των τραγουδιών, για την Αγγελική Στελλάτου που επιμελήθηκε τη κίνηση και πάνω απ’ όλους για τον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, που ο Κοινός λόγος δεκαετίες τώρα τον ακολουθεί και τον συνδιαμορφώνει, αυτό το πείραμα φέτος το καλοκαίρι θα είναι μοναδικό. Νομίζω και εύχομαι.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, ClickAtLife.gr, 09/06/2013

Η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη γράφει κριτική για την παράσταση «Κοινός λόγος» που ανέβηκε, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο Φεστιβάλ Αθηνών και παρουσιάζεται σε επιλεγμένα φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα στο πλαίσιο καλοκαιρινής περιοδείας.

Η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη γράφει κριτική για την παράσταση «Κοινός λόγος» που ανέβηκε, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο Φεστιβάλ Αθηνών και παρουσιάζεται σε επιλεγμένα φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα στο πλαίσιο καλοκαιρινής περιοδείας.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ξανασυναντά τον «Κοινό Λόγο» της Ελλης Παπαδημητρίου, σχεδόν δυο δεκαετίες μετά –παρά τέσσερα χρόνια. Τόσο ο ίδιος όσο και η ελληνική κοινωνία δεν είναι πια οι ίδιοι. Εμφανίστηκε η ύφεση που έφερε τη σκληρή λιτότητα γεμίζοντας τους δρόμους της πρωτεύουσας νεοαστέγους. Επήλθε δίπλα στο μεταναστευτικό «τσουνάμι», η έκρηξη του νεοναζισμού με τα ρατσιστικά « χτυπήματα». Επήλθε κι η διάλυση του δικομματισμού. Ο κόσμος μας άλλαξε.

Όμως, ο σκηνοθέτης ανατρέχοντας στην κοιτίδα –ντοκουμέντο του «Κοινού Λόγου» βρήκε τα κείμενα μαρτυρίες ξεριζωμένων της Μικρασίας και του Πόντου (από τις συγκλονιστικότερες, αυτή της Πόντιας μητέρας που καθοδόν χάνει τα παιδιά της απ΄την ασιτία – συνταρακτική και «βαθιά» η ερμηνεία της έξοχης Ελένης Ουζουνίδου), μαζί με το βιωματικό λόγο χαροκαμένων ανώνυμων γυναικών της Κατοχής και του Εμφυλίου που δονούν το θεατή, χωρίς να εκβιάζουν το συναίσθημα ή τους ιστορικούς συνειρμούς (ή συσχετισμούς).

Ο Θεοδωρόπουλος στη νέα ανάγνωσή του (μέσω της επιλογής των κειμένων) εστίασε εύστοχα στην έννοια του ξένου, μια και η θέση του στη χώρα μας σήμερα είναι πιο «επιβαρυμένη» από ό,τι πριν από μια ή δυο δεκαετίες, και για τον ίδιο λόγο στον συχνά απάνθρωπο τρόπο αντιμετώπισης του πρόσφυγα στη χώρα υποδοχής, την Ελλάδα, όπου ο ρατσισμός ήταν της δεκαετία του '20 γεγονός ακόμα και απέναντι σε ομοθρήσκους και ομόγλωσσους -τους ξεριζωμένους τούς αποκαλούσαν Τουρκόσπορους. Συγχρόνως, απειλούσαν τα παιδιά τους για να μείνουν ήσυχα :«θα σε δώσω στην πρόσφυγα»! Η χλεύη αυτή είχε αποδοχείς ανθρώπους που «λέγαμε Ελλάδα και τη θεωρούσαμε εκκλησία»!

Υπάρχει κάτι που μας συνδέει μέσω DNA , μέσω μιας μνήμης κυτταρικής με αυτές τις μαρτυρίες που αναβιώνουν στην παράσταση, χτυπώντας κατευθείαν στην «καρδιά » του θυμικού και του συλλογικού ασυνειδήτου μας.

Αυτό το «ακριβό» βιωματικό περιεχόμενο, ένα κομμάτι της Ιστορίας μας, που παράγει υψηλές θερμοκρασίες αναστοχασμού και συναισθήματος εναπόκειται εντέλει αποκλειστικά στις θερμοκρασίες που επί σκηνής παράγουν οι πέντε ηθοποιοί. Η Λυδία Κονιόρδου, η Ελένη Κοκκίδου, η Ελένη Ουζουνίδου, η Μαρία Κατσανδρή και η Τάνια Παλαιολόγου.

Έχοντας πίσω τους ένα μνημείο πεσόντων, εικονοστάσι με μορφές ξεριζωμένων (το συμβολιστικά μινιμαλιστικό σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη) καθισμένες σε γυμνούς πάγκους, οι ηθοποιοί διακόπτουν διαρκώς το τραγούδι και το χορό για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους. «Στιγμές φαρμακωμένες», όπως τις περιγράφουν, «τότε που δεν σε αφήναν να πάρεις τίποτα παρά μόνο το άτομό σου» και που «πεθαίναμε κάθε μέρα» επιστρέφοντας στην Ελλάδα-μάνα.

Μοναδικός σκηνικός αρωγός των ηρωίδων αυτών που σμίλεψε συνθλίβοντας η μεγάλη Ιστορία και που «τραβήξαν που λες της Ελλάς τα φαρμάκια» κατά την εκ βαθέων εξομολόγησή τους στο κοινό (κάποτε ενώπιον της Παπαδημητρίου) είναι ένα ακορντεόν. «Φτωχός» αλλά πολύτιμος σύμμαχος.

Όποτε αλληλοπειράζονται, η σκηνική δράση έχει ζωντάνια που αγγίζει την πλατεία. Συνήθως όμως οι ηθοποιοί έρχονται και στέκονται αντιμέτωπες με το κοινό για να αφηγηθούν την περιπέτεια-οδύσσειά τους. Μια-μια ξεχωριστά. Εκεί ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να έχει δώσει άλλη λύση, λιγότερο αμήχανη, σε συνεργασία με τη χορογράφο του Αγγελική Στελλάτου.

Η Ελένη Κοκκίδου μοιάζει να πιάνει και να συνεχίζει το νήμα της θρυλικής επιτυχίας της «Γυναίκας της Πάτρας» του Γ.Χρονά. Σπαρταρά στη σκηνή, χείμαρρος σωστός, με τσαλίμια, τσακίσματα της φωνής και της μέσης και με ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Τραγουδά σωστά και ψυχωμένα.

Η Ελένη Κατσανδρή, η μοναδική που απέμεινε από την πρώτη διανομή του σκηνοθέτη και ιδρυτή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, επιτυγχάνει μια ερμηνεία που ισορροπεί μεταξύ λογικής κι ευαισθησίας, παράγοντας δυνατούς κραδασμούς.

Φιλότιμη αλλά άγουρη η Τάνια Παλαιολόγου. Η Λυδία Κονιόρδου, είναι σωστή, κάποια στιγμή γίνεται συγκινητική, αλλά υπάρχει ένα «χαλινάρι» που τη φρενάρει στην προσπάθειά της να παραμείνει γειωμένη και να μην συναντηθεί με αυτό που γνωρίζει καλύτερα: το τραγικό.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP