ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΒΑΚΧΕΣ

ΒΑΚΧΕΣ

"Βάκχες" του Ευριπίδη
Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Παίζουν: Δημήτρης Μοθωναίος, Άρης Μπαλής, Έκτορας Λυγίζος
Συμπαραγωγή με την Ομάδα Grasshopper

Μετά τον Θείο Βάνια (2011-2012), η τελευταία τραγωδία του Ευριπίδη σε μια διασκευή για τρεις άνδρες ηθοποιούς, που εξοβελίζει τον χορό των βακχών και εντάσσει τα χορικά στη βασική πλοκή.

Ο θεός Διόνυσος φτάνει στην πόλη και ο βασιλιάς Πενθέας παλεύει να οχυρώσει εαυτόν και άστυ ενάντια στην έλευση της καινούργιας θρησκείας που εξισώνει δούλους, γυναίκες και βασιλιάδες σε έναν κόσμο ηδονής, σε έναν κόσμο αρμονίας με τη ζωώδη πλευρά τού ανθρώπου.
Μετά τον Θείο Βάνια (2011-2012), η τελευταία τραγωδία του Ευριπίδη σε μια διασκευή για τρεις άνδρες ηθοποιούς, που εξοβελίζει τον χορό των βακχών και εντάσσει τα χορικά στη βασική πλοκή.


Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς

Διασκευή - Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικά - Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης


Παίζουν οι ηθοποιοί

Δημήτρης Μοθωναίος, Άρης Μπαλής, Έκτορας Λυγίζος


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος
από 12.1.2013 έως 1.3.2013

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Μαρία Κρύου, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 11/01/2013

Είναι τολμηρό το ανέβασμα των «Βακχών» του Ευριπίδη μόνο με τρεις άνδρες ηθοποιούς; Ναι, όσο τολμηρός αλλά και ιδιαίτερος ήταν ο περσινός πειραματισμός με τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ. Η Μαρία Κρύου μίλησε με τον Έκτορα Λυγίζο για τη νέα του ερευνητική θεατρική περιπέτεια, που ξεκινά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Με ποια διλήμματα ήρθες αντιμέτωπος όταν αποφάσισες να διασκευάσεις τις «Βάκχες» του Ευριπίδη και να τις ανεβάσεις μόνο με τρεις άνδρες ηθοποιούς;
Ήταν από τις φορές που ξεκίνησα με κάποιες βεβαιότητες. Ήξερα πως δεν ήθελα γυναικεία παρουσία επί σκηνής, ήξερα πως θα ήθελα η παράσταση να μοιάζει με το παιχνίδι τριών αγοριών που αρχίζουν να αφηγούνται τις «Βάκχες» και μπλέκονται σε μια διαδικασία μύησης. Τα διλήμματα αφορούσαν κυρίως στην ποσότητα των χορικών που θα κρατούσα. Πάντως, όσο έκοβα και όσο επικεντρωνόμουν στην πλοκή και στα ίδια τα επεισόδια τόσο ζωντάνευε στο μυαλό μου αυτό το αγορίστικο παιχνίδι τριών αγοριών που περνούν όλη αυτή τη διαδικασία, που φαντασιακά παλεύουν να βρεθούνε στο βουνό της ηδονής και της αγριότητας και που στο τέλος της παράστασης δοκιμάζουν αυτή την εμπειρία της μεταμόρφωσης, ας πούμε, αρχικά σε μαινάδες κι έπειτα σε Βάκχες. Και τελικά κατάλαβα πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήθελα τις Βάκχες εξαρχής στη σκηνή. Με ερέθιζε να ψάξουμε πώς εμείς οι ίδιοι, περνώντας από αυτή τη μύηση, θα γινόμασταν με κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό οι ίδιοι Βάκχες.

Ποιοι κώδικες τις τραγωδίας καταργούνται με το ανέβασμα που προτείνεις;
Η βασική ασφαλώς απομάκρυνσή μας από τον κώδικα της τραγωδίας είναι ο εξοβελισμός του χορού. Κι αυτό δεν έγινε γιατί γενικά προτείνω το ανέβασμα τραγωδίας χωρίς χορό. Ίσα ίσα. Στις “Χοηφόρους” που ανέβασα φέτος με μαθητές μου, η χρήση του χορού ήταν ακόμα πιο εκτεταμένη απ’ ό,τι στο πρωτότυπο: το κάθε πρόσωπο ερμηνευόταν από χορό ηθοποιών. Εδώ, στις «Βάκχες», την ιδέα αλλά, κατ’ εμέ, και την αναγκαιότητα της παρουσίας του χορού στην τραγωδία τη βρήκαμε μέσα στην εξέλιξη της ίδιας της παράστασης. Εμείς οι ίδιοι που ξεκινάμε ως μονάδες, ως τρεις μεμονωμένοι αφηγητές, λίγο λίγο (με το ενδιάμεσο στάδιο των ντουέτων ) γινόμαστε στον δεύτερο αγγελιοφόρο ένας τριαδικός χορός που ομαδικά αφηγείται τον διαμελισμό του Πενθέα. Άλλωστε, στη διονυσιακή θρησκεία (όπως και στο θέατρο ) υπάρχει η ιδιομορφία πως μόνο ομαδικά μπορείς να επικαλεστείς το θεό. 

Υπάρχει καθαρή αφήγηση του μύθου;
Έχει σημασία τι είναι για τον καθένα καθαρή αφήγηση. Για μένα η καθαρή αφήγηση δεν είναι μια στεγνή, αποστασιοποιημένη μεταφορά γεγονότων. Η καθαρή αφήγηση οδηγεί τον αφηγητή σε μεγάλη, βαθιά εμπλοκή. Άλλωστε οι καλύτερες ιστορίες λέγονται από ανθρώπους που τους αφορούν, τους καίνε τα γεγονότα που θα μεταφέρουν, που είναι στη σωστή σωματική και ψυχική κατάσταση για να αφηγηθούν και που θέλουν να προκαλέσουν κάτι συγκεκριμένο στον αποδέκτη της αφήγησης. Η δική μας εκδοχή των Βακχών ξεκινά ως καθαρή αφήγηση, απλώς στην πορεία η αφήγηση αυτή γίνεται πιο σύνθετη με την έννοια ότι οι αφηγητές εμπλεκόμαστε ολοένα και περισσότερο στην ιστορία. Πάντως, κατά τη γνώμη μου ακόμα και το πιο αναπαραστικό, ρεαλιστικό θέατρο δεν παύει να είναι αφήγηση. Ακόμα και σε αυτές τις παραστάσεις ο ηθοποιός εξακολουθεί να είναι αφηγητής. Απλώς όσο αποφεύγει την εύκολη ταύτιση με το θεατρικό πρόσωπο και όσο υπενθυμίζει στον εαυτό του πως εκτός από φορέας του ρόλου εξακολουθεί να υπάρχει και ως ο ίδιος, τόσο πιο ζουμερό και απρόβλεπτο είναι το αποτέλεσμα.

Θα έλεγες πως είναι μια δουλειά εσωτερικής αναζήτησης; 
Κάθε δουλειά στο θέατρο οφείλει να είναι για όλους τους συντελεστές εσωτερική αναζήτηση. Με την έννοια πως τελικά η ερμηνεία ενός έργου είναι η χημική εξίσωση που προκαλείται ανάμεσα σε σένα τον ίδιο και το υλικό του έργου. Οφείλεις να μιλήσεις προσωπικά, με την ίδια λογική που μια συζήτηση με έναν φίλο έχει ουσία μόνο αν μπεις στον κόπο να ρισκάρεις και να εκτεθείς. Να εκθέσεις όχι αυτό που είσαι (άλλωστε αυτό ποιος το ξέρει; ) αλλά τουλάχιστον αυτό που νιώθεις. Τον τρόπο που σε χτυπάνε τα πράγματα. Πώς σε πονάνε. Ή πώς σε κάνουν να χαίρεσαι. Στη συγκεκριμένη παράσταση, ο στόχος είναι να μοιραστούμε με το κοινό την εμπειρία που είχαμε εμείς στις πρόβες με αυτό το υλικό. Πώς αντιδράμε εμείς σε ένα έργο τόσο άγριο και σκληρό, όχι γιατί μιλάει για διαμελισμούς και αγριότητες, αλλά γιατί ζητάει από τον ηθοποιό μια τόσο απόλυτη παρουσία στο εδώ και το τώρα που καταντάει εξουθενωτική. Και φυσικά υπέροχη, όπως είναι κάθε εμπειρία έκστασης, ή τέλος πάντων κι η παραμικρή γεύση έκστασης. Και το πολύ ενδιαφέρον είναι πως αυτή η σχέση με το εδώ και το τώρα είναι για μας και ο πυρήνας του έργου. Αυτή η πάλη του μυαλό με το σώμα. Η ανάγκη του μυαλού να προστατεύσει σαν ασπίδα το σώμα από την έκθεση, και από την άλλη η λαχτάρα του σώματος να ξεφύγει από τη δουλεία του μυαλού και να υψωθεί, ακόμα κι αν μετά την πτήση, μετά τη μέθη, έρχεται η πτώση, το ξέσκισμα, η απόλυτη εξαφάνιση.

Η ομαδικότητα είναι κάτι που επιζητάς στη δουλειά σου;  
Παρ’ όλο που το σύστημα υποκριτικής στο οποίο προσπαθώ να βάλω τους ηθοποιούς μου είναι σε μεγάλο βαθμό απόλυτο, ή και μπορεί εξαιτίας αυτού, έχω ανάγκη από ηθοποιούς με μεγάλη πρωτοβουλία και διάθεση συν δημιουργίας. Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος των προβών μου είναι ελεύθεροι, σχεδόν χαοτικοί αυτοσχεδιασμοί στη διάρκεια των οποίων γεννιέται και συγκεντρώνεται το υλικό που θα διαχειριστούμε και θα οργανώσουμε στο τέλος. Πόσο μάλλον που εκτός από σκηνοθέτης είμαι και ηθοποιός. Στις “Βάκχες”, αποφάσισα, στο βασικό κομμάτι των προβών, στους τρεις από τους τέσσερις μήνες, να είμαστε μόνοι μας οι τρεις ηθοποιοί, χωρίς κανέναν εξωτερικό παρατηρητή. Υπήρχε η ανάγκη αυτής της ιδιωτικότητας και αυτής της ελευθερίας. Και τα βασικά κριτήρια για την επιλογή των ηθοποιών ήταν να είναι νέοι και να έχουν όρεξη για παιχνίδι. Και είμαι τυχερός που και οι δυο τους, τόσο ο Δημήτρης Μοθωναίος όσο και ο Άρης Μπαλής, εκτός από μεγάλη όρεξη, έχουν ισχυρό ένστικτο και έντονη θεατρικότητα. 

Μίνι βιογραφικό

Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Ξεκίνησε  με κινηματόγραφο και διακρίθηκε με τις ταινίες μικρού μήκους «Αγνά νιάτα» (2004, Επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας), «Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που καθαρίζει μήλα» (2002, Κρατικό Βραβείο για ταινία μικρού μήκους). Φαίνεται  όμως πως τελικά  τον έχει κερδίσει το θέατρο. Στο πλούσιο βιογραφικό του περιλαμβάνονται παραστάσεις στο Αμόρε (2005), στο Από Μηχανής Θέατρο (2008-09), στο Φεστιβάλ Αθηνών (2008), στο ΚΘΒΕ (2008) κ.ά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Αντώνης Μποσκοΐτης, Onlytheater.gr, 01/03/2013

Στον υπόγειο χώρο του Θεάτρου Νέου Κόσμου, με τους τρεις ηθοποιούς στημένους μπροστά από έναν μαύρο τοίχο να θυμίζουν φιγούρες ενός ιδιότυπου θεάτρου σκιών: Ο σγουρομάλλης θεός Διόνυσος, ο μάντης Τειρεσίας και ο βασιλιάς Πενθέας, ο γιος της Αγαύης.

Ώσπου να τελειώσει η παράσταση οι τρεις τους έχουν υποδυθεί όλα τα πρόσωπα, γυναικεία κι αντρικά, του ευριπίδειου δράματος: "Αν ήμουν ο Πενθέας", "Αν ήμουν ο Τειρεσίας" κ.ο.κ. λένε κάθε φορά οι ηθοποιοί προτού ξεστομίσουν τις ατάκες τους, σα να αποστασιοποιούνται απ' τους ίδιους τους ρόλους τους, εν είδει μιας σκηνοθετικής προσέγγισης, η οποία, πέραν του χιούμορ της, μοιάζει να κατάγεται από την κινηματογραφική νουβέλ βαγκ. Κι ας επρόκειτο για μία παράσταση χωρίς κανένα φανερό κινηματογραφικό άλλο στοιχείο. Αρκετές παραστάσεις του Έκτορα Λυγίζου έχω παρακολουθήσει την τελευταία δεκαετία, αυτή τη φορά όμως θεωρώ ότι παρουσίασε την πλέον ώριμη της πορείας του. Άψογη οικονομία, αξιοποίηση των πιο λιτών θεατρικών μέσων και η πρόταξη του ίδιου του κειμένου - από τα πιο ανατρεπτικά κείμενα που μας κληροδότησε η αρχαιοελληνική τέχνη. Οι "Βάκχες" δεν είναι ένα απλό έργο απ' την άποψη της δομής τους: σατυρικό δράμα, κωμωδία, τραγωδία, ακόμη και στοιχεία... γκραν γκινιόλ (ο διαμελισμός του Πενθέα από τις Μαινάδες) αποτελούν τα "συστατικά" τους. Και μέσα απ' όλα αυτά ξεπροβάλλει ολόφωτο το μοντέλο του διονυσιασμού, του οργίου, της σωματικής και πνευματικής ηδονής, του ετεροφυλοφιλικού και ομοφυλοφιλικού έρωτα, ακόμη και της παρενδυσίας. Διότι παρενδυτικός είναι ο Πενθέας που ντύνεται γυναίκα για να γνωρίσει ιδίοις όμμασι τις ακατονόμαστες πράξεις των Μαινάδων, παρενδυτικός είναι και ο θεός Διόνυσος που παίρνει ανθρώπινη μορφή για να επιβάλλει τη νέα αναρχική θρησκεία του στους ανθρώπους. Χωρίς να διαλέγει την εύκολη λύση, ο Λυγίζος αξιοποίησε το κωμικό χαρακτηριολογικό πλαίσιο του έργου και μόνο στο τέλος, όταν ο Κάδμος ωθεί τη σαλεμένη Αγαύη να συνειδητοποιήσει τη φρικαλέα παιδοκτονία της, του έδωσε τη δέουσα δραματική τροπή. Παραδόξως πετυχημένη σκηνοθετικά τροπή, αφού το γέλιο του θεατή κόβεται απότομα. Στα τελευταία 15 λεπτά της παράστασης δεν υπάρχουν πια οι εναλλασόμενοι αντρικοί χαρακτήρες που παίζουν έως και με τα κοστούμια τους, εκφέροντας στυλιζαρισμένα το κείμενο τους, αλλά η Αγαύη που μοιάζει να βγήκε από τη ντόπα του διονυσιασμού και της μέθης, κρατώντας το κεφάλι του παιδιού της.

Και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου: Στους ιδιαίτερα ύποπτους καιρούς που ζούμε, ο Έκτορας Λυγίζος φανέρωσε μ' αυτή την αποψάτη βερσιόν του αθάνατου έργου του Ευριπίδη πως μόνο έτσι η αρχαιοελληνική τέχνη παραμένει παγκόσμια, μετεξελίσσεται και εφαρμόζεται σε όλες τις εποχές. Ο διονυσιασμός, άλλωστε, είναι ένα στοιχείο συχνά καταπιεσμένο μεσ' στις ανθρώπινες σύγχρονες κοινωνίες. Όλα τα άλλα που ακούμε τελευταία περί αρχαίας Ελλάδας εν είδει πατριωτικών εξάρσεων και εθνικιστικής υστερίας το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν την τέχνη να σήπεται και τους ανθρώπους να φεύγουν μακριά της.

Αισθάνομαι τυχερός που πρόλαβα αυτή την τελευταία παράσταση κι εύχομαι να επαναληφθεί σύντομα.

Τους επτά συνολικά ρόλους της τραγωδίας του Ευριπίδη ενσάρκωσαν ο Δημήτρης Μοθωναίος, ο Άρης Μπαλής και ο Έκτορας Λυγίζος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γρηγόρης Ιωαννίδης, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 04/03/2013

Ο Εκτορας Λυγίζος μάς εξέπληξε ευχάριστα με μια παράσταση που πετύχαινε τη βαθιά ερμηνεία του κλασικού κειμένου, αλλά και την τελετουργική του διάσταση. Κι αυτό μέσα από την ελαφράδα του παιχνιδιού μιας ομάδας νέων, που φτιάχνουν θέατρο από το τίποτα και το πουθενά.

Οι «Βάκχες» του Εκτορα Λυγίζου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου υπήρξαν μία από τις πιο ευχάριστες διαπιστώσεις της φετινής χρονιάς, και μάλιστα για ακόμη πιο ευχάριστους λόγους. Παρά το μικρό τους μέγεθος και την εμφανή ανεπάρκειά τους σε μέσα, είχαν τη δύναμη να αποδείξουν πως το αρχαίο δράμα μπορεί να αποτελέσει -ακόμη- το εργαστήριο ενός σκηνοθέτη και μιας ομάδας για την ουσιαστική τους εμβάθυνση στον χώρο του θεάτρου. Μπορεί –σήμερα– να γίνει πεδίο αναζήτησης και προβληματισμού. Και μπορεί –ακόμη και σήμερα– να ελκύσει το νεανικό ακροατήριο, ως μέρος της αισθητικής του, μέρος της άποψής του για την τέχνη και τον κόσμο.

Το ότι ο Λυγίζος καταφέρνει να μετατρέψει τον κάτω χώρο του Νέου Κόσμου σε τόπο συγκέντρωσης είναι από μόνο του σημαντικό. Γίνεται σημαντικότερο, αν αναλογιστούμε ότι το πετυχαίνει αυτό αξιοποιώντας τις κατακτήσεις του εννοιολογικού θεάτρου, προτείνοντας μέσω αυτού μια «βαριά» –και εξίσου βαθιά- ερμηνεία του κλασικού κειμένου.

Εδώ βρίσκεται το μέλλον.

Αναρωτιέται κανείς αν κάπου εδώ βρίσκεται το μέλλον του αρχαίου δράματος στη χώρα μας. Ίσως μαζί με μια εποχή που τελειώνει, ολοκληρώνεται και η κλίμακα με την οποία είχαμε συνηθίσει να μετρούμε και να αξιολογούμε τα πράγματα. Η κίνηση αναβίωσης του αρχαίου δράματος στη χώρα μας κινήθηκε τα τελευταία χρόνια σε μια σταθερή αποκλιμάκωση από τα μεγέθη των παλιών εγχειρημάτων –που ζητούσαν εκτός από ένα μεγάλο όραμα, έναν μεγάλο χώρο, μεγάλες ερμηνείες και εν τέλει μια μεγάλη αξίωση της όλης προσπάθειας– σε ολοένα και μικρότερες και πιο συμπυκνωμένες προσπάθειες. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι η σε σμίκρυνση απόδοση του αρχαίου λόγου –μέσω ενός κλειστού χώρου ή μιας πλάγιας διασκευής- αλλά, κυρίως, η μετουσίωσή του σε δράμα δωματίου και –στην περίπτωση του Νέου Κόσμου- σε θέατρο τσέπης. Όχι για να γίνουν τα πράγματα πιο μικρά. Για να γίνουν πιο κοντινά μας.

Η απόδοση του Λυγίζου στηρίζεται σε δύο άξονες, στενά συμπλεκόμενους και μεταξύ τους υποστηριζόμενους. Ο πρώτος άξονας αφορά τη φόρμα, ανήκει, όπως θα λέγαμε, στη διευθέτηση του υλικού. Ο δεύτερος έχει να κάνει με το περιεχόμενο, την ερμηνεία του ίδιου του κειμένου, και με το τρομερό ζήτημα της βακχείας του. Ο πρώτος έχει να κάνει με την εγγύτητα (και αντίστοιχα με την απομάκρυνση) του ηθοποιού από το ακροατήριο. Ο δεύτερος με τον άξονα της ατομικότητας και τη διάλυσή της, ακολουθώντας τον παλιό νιτσεϊκό αντίλογο στη ρητορεία του Διαφωτισμού.

Ωστόσο, το πλέον ίσως εντυπωσιακό στοιχείο στην παράσταση του Λυγίζου είναι το πόσο αυτή εμμένει στο αρχαίο τυπικό, τουλάχιστον στο μέρος που αφορά την ουσία του, τον τελεστικό και κοινωνικό χαρακτήρα του. Οι τρεις άνδρες ηθοποιοί της ομάδας Grasshoper (αν και θα πρέπει να θυμόμαστε πως στο σύγχρονο θέατρο το φύλο του ηθοποιού είναι παρασημαντική μόνο διαπίστωση ως προς το φύλο του σκηνικού προσώπου) ερμηνεύουν όλους τους ρόλους, χωρίς φροντιστήριο ή κάποιο σκηνικό εφέ, με μόνο προσωπείο το κωδικοποιημένο στιλιζάρισμα της έκφρασής τους, τη διογκωμένη «χειρονομία» που περιλαμβάνει και αντιμετωπίζει ενιαία τη λέξη και το σώμα, τον ήχο και το νόημα, με τον τρόπο του παιδικού παιχνιδιού. Τα χορικά απομακρύνονται ή μάλλον απομακρύνεται η διάκρισή τους από την αφήγηση – είναι το ίδιο το κείμενο που μετατρέπεται σε χορική τέλεση του αρχαίου τυπικού.

Είναι προφανές πως σε αυτό το θέατρο δεν υπάρχει σκοτεινή γωνιά, όλα τα μυστικά παριστάνονται εδώ φανερά και απροκάλυπτα. Γι' αυτό οι ηθοποιοί ανεβάζουν τις «Βάκχες» χωρίς υπόκριση ή υποκρισία, σαν παιχνίδι που στην εξέλιξή του θα ανακαλύψουμε (αν ανακαλύψουμε ποτέ) τους όρους με τους οποίους παίζεται.

Όλα είναι εξαιρετικά κοντά, οικεία και χειροπιαστά. Κι όμως σε αυτή την απλούστατη βάση χτίζεται σταδιακά, κι ενώπιόν μας, η ενσωμάτωση του ηθοποιού σε ένα τελετουργικό που αποδομεί την ατομικότητα, διαλύει τον ιστό της προσωπικότητας και παραδίδει τον άνθρωπο στην αήθη, εδεμική κι άλογη αγριάδα της βακχείας. Καθώς το παραπέτασμα του θεάτρου υποχωρεί και ο ηθοποιός μεταφέρεται στο βάθος της σκηνής, συντελείται το ζήτημα της απόμακρης αλλά παρούσας διάλυσής του.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για παράσταση που αντιμετωπίζει το αρχαίο κείμενο με την τελετουργική του διάσταση, αντίστοιχα με τη μέθοδο του Τερζόπουλου και του Ρέτσου. Η διαφορά εδώ είναι πως διατηρούνται (άγνωστο πώς) η ελαφράδα του παιχνιδιού, η γοητεία μιας ομάδας νέων που φτιάχνουν θέατρο από το τίποτα και το πουθενά, η χαρά της μεταμόρφωσης που θυμίζει σε κάποιους τη μακρινή βακχεία ενός Διόνυσου και τον μακρινό της αντίλαλο.

Τα τρία μέλη της ομάδας, Δημήτρης Μοθωναίος, Άρης Μπαλής και Έκτορας Λυγίζος, δημιουργούν με την παρουσία τους ένα υλικό, μια ουσία, μια ύπαρξη που διαχέεται από τον ένα στον άλλο, που αποσυντίθεται και ανασυντίθεται σε κοινό σώμα, που σπαράσσεται και γεννιέται σε κάθε παράσταση. Μην υποτιμάτε λοιπόν τον υπόγειο χώρο του θεάτρου, τον μικρό και μέγα. Εκεί συντελείται ακόμη και σήμερα το μυστήριο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP