ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΑΓΟΡΙΑ ΙΙ

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΑΓΟΡΙΑ ΙΙ

"Τα άγρια αγόρια ΙΙ"
Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Σάκης Παπακωνσταντίνου
Παίζουν: Δημήτρης Δημητρόπουλος, Άρης Λάσκος, Ιάσων Παπαματθαίου, Νίκος Σεβαστόπουλος, Νεκτάριος Σμυρνάκης
Συμπαραγωγή με την εταιρεία θεάτρου THE TEMPEST

Μια ομάδα ηθοποιών-ακτιβιστών χρησιμοποιούν το θέατρο ως μέσο για να στέλνουν τα πολιτικά μηνύματά τους εναντίον των πλουσίων, των μικροαστών, των σεμνότυφων και των ακροδεξιών.

Μια ομάδα ηθοποιών–ακτιβιστών χρησιμοποιούν το θέατρο ως μέσο για να στέλνουν τα πολιτικά μηνύματά τους εναντίον των πλουσίων, των μικροαστών, των σεμνότυφων και των ακροδεξιών. Παρανοϊκοί show-men, με μια διεστραμμένη αντίληψη για την έννοια του θεάματος, παρουσιάζουν τα εξωφρενικά νούμερά τους ακροβατώντας μεταξύ απειλής και γελοιότητας. Μια απρόβλεπτη, φουτουριστική, compact επιθεώρηση βασισμένη σε κείμενα των Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Χάρολντ Πίντερ, Πέντρο Πιέτρι, Copi κ.ά.

Εμπνευσμένη από την εποχή των νταντά χάπενινγκς στο Café Voltaire της Ζυρίχης που προκαλούσαν την απορία των θεατών με τα ακατανόητα, ασύνδετα ποιητικά δρώμενά τους αλλά και από τα ατίθασα νεαρά αγόρια με αντι-εξουσιαστικές εμμονές του Μπάροουζ που καταφεύγουν σε πάσης φύσεως μεταμφιέσεις προκειμένου να επιτύχουν τα τρομοκρατικά χτυπήματά τους, η παράσταση φιλοδοξεί να σατιρίσει την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, τη φούσκα του πλουτισμού, τις Πρέσβειρες Καλής Θελήσεως, την ακροδεξιά έκρηξη, την αριστερή αγκύλωση, τη μαζική κουλτούρα καθώς και τον εξουθένωση των συνειδήσεων που προκαλεί η χαοτική, αποσπασματική, θρυμματισμένη πραγματικότητα της σύγχρονης εποχής. « Ένα είδος ικανότητας για συνδυαστικό παιχνίδι» αποκαλεί ο Εντουαρντ Σαίντ την νέα, ζωτική έννοια της πρωτοτυπίας. Σε αυτό το συνδυαστικό παιχνίδι επιδίδονται τα πέντε Άγρια Αγόρια ως δαιμόνιοι περφόρμερ που παίζουν, τραγουδούν, χορεύουν και απαγγέλουν ποίηση μέσα σε έναν στρόβιλο ρόλων και μεταμφιέσεων. 

Συντελεστές

Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Σάκης Παπακωνσταντίνου
Δραματουργική επεξεργασία: Λουίζα Αρκουμανέα
Φωνητική διδασκαλία, τραγούδι: Χριστόφορος Σταμπόγλης
Σκηνικά, φωτισμοί: Σταύρος Παπαγιάννης
Video installations: Χάρης Λαλούσης
Μουσική: Ευθύμης Θεοδόσης

Παίζουν οι ηθοποιοί
Δημήτρης Δημητρόπουλος
Άρης Λάσκος
Ιάσων Παπαματθαίου
Νίκος Σεβαστόπουλος
Νεκτάριος Σμυρνάκης

Στο βίντεο εμφανίζεται ο Άγγελος Παπαδημητρίου.


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή
από 2.11.2012 έως 2.12.2012

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Μάριος Παϊτάρης, Επί Σκηνής, 19/11/2012

Πρόκειται για μια ανανεωμένη βερσιόν της περσινής παράστασης που ανέβηκε στο «Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» σε σκηνοθεσία Σάκη Παπακωνσταντίνου και δραματουργική επεξεργασία της Λουίζας Αρκουμανέα. Πρόκειται για μια συρραφή κειμένων των Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Αλεν Γκίνσμπεργκ, Χάρολντ Πίντερ, Τομ Στόπαρντ, Πέντρο Πιέτρι, Μπρετ Ιστον Ελλις, όπου πέντε ηθοποιοί περφόρμερς με μέσο έκφρασης το θέατρο περνάνε τα δικά τους πολιτικά μηνύματα ενάντια στους μικροαστούς, τους πλούσιους, τους ακροδεξιούς αλλά και τους σεμνότυφους. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από την εποχή των νταντά χάπενιγκς στο Café Voltaire της Ζυρίχης όπου παρουσιάζονταν ποιητικά δρώμενα χωρίς νοηματική αλληλουχία αλλά και από τα ατίθασα νεαρά αγόρια με αντι-εξουσιαστικές εμμονές του Μπάροουζ που καταφεύγουν σε πάσης φύσεως μεταμφιέσεις προκειμένου να επιτύχουν τα τρομοκρατικά χτυπήματά τους.

Ο Σάκης Παπακωνσταντίνου παρουσιάζει μια προκλητική και  μεταμοντέρνα μετα-επιθεώρηση αναμιγνύοντας  με ευρηματικό και ενδιαφέροντα τρόπο το σωματικό με το συμβολικό θέατρο και την πειραματική περφόρμανς με την κοινωνική σάτιρα. Η παράσταση διαθέτει ευφυούς σύλληψης σκηνικές δράσεις, γρήγορους ρυθμούς, πλούσιες εναλλαγές και ανατρεπτικούς αυτοσχεδιασμούς, σε συνδυασμό με εξαιρετική και λεπτομερώς εκτελεσμένη κινησιολογία από τους ηθοποιούς.

Οι Δημήτρης Δημητρόπουλος, Άρης Λάσκος, Ιάσων Παπαματθαίου, Νίκος Σεβαστόπουλος και  Νεκτάριος Σμυρνάκης είναι όλοι τους εξαίσιοι, με άψογο συντονισμό, νευρώδη δυναμική και εκρηκτική σκηνική χημεία. Επιδίδονται σε πάσης φύσεως μεταμφιέσεις, παίζουν, τραγουδούν και απαγγέλουν με τρομερό κέφι, ζωντάνια και καυστικό χιούμορ, αναδεικνύοντας τα αξιόλογα υποκριτικά τους προσόντα.  Οι  ενδιαφέρουσες  βιντεοπροβολές του Χάρη Λαλούση και οι κοφτοί  φωτισμοί του Σταύρου Παπαγιάννη ολοκληρώνουν με ευστοχία το όλο αισθητικό πλαίσιο. Μια φρέσκια, ευρηματική και πρωτότυπη περφόρμανς που οι θαυμαστές του είδους δεν πρέπει να χάσουν.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σπύρος Παγιατάκης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/11/2012

Μια παράσταση που αμφισβητεί

Πέντε νεαροί ηθοποιοί χορεύουν, τραγουδούν και στέλνουν πολιτικά μηνύματα.

Κι εγώ που νόμιζα πως τ’ Αγρια αγόρια είχαν πια γεράσει! Λάθος μου. Ζούνε και βασιλεύουνε. Και δεν εννοώ τα The Wild Boys των Duran Duran από το 1984, ούτε το ομώνυμο μυθιστόρημα. Τα «Αγρια αγόρια 2» (πέρυσι υπήρξαν και κάποια «Αγρια αγόρια 1») τώρα πια είναι «Μια ομάδα ηθοποιών – ακτιβιστών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το θέατρο για να στέλνουν τα πολιτικά μηνύματά τους εναντίον των πλουσίων, των μικροαστών, των σεμνότυφων και των ακροδεξιών». Έτσι τουλάχιστον αυτοπαρουσιάζονται στην παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Βέβαια, εγώ προσωπικά τα θυμόμουν αλλιώτικα αυτά τα «The Wild Boys: A book of the Dead», έτσι όπως τα περιέγραφε στο μυθιστόρημά του ο κατεξοχήν πρωτοπόρος της γενιάς των Μπιτ, Ουίλιαμ Μπάροουζ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Μιλούσε στο βιβλίο του αυτό για ένα σεξουαλικά ανορθόδοξο νεανικό κίνημα, το οποίο είχε μεν σκοπό την ανατροπή της δυτικής κουλτούρας στα τέλη του εικοστού αιώνα, όμως για πολύ προσωπικούς λόγους και –προσοχή!– δίχως ουδεμία ξεκάθαρη πολιτική νύξη. Τότε. Αυτό που κυριαρχούσε στην περίπτωση του Μπάροουζ και των συνοδοιπόρων του ήταν περισσότερο η αναρχία για την αναρχία, και καθόλου κάποια επιθυμία ώστε να «επιτύχουν τα τρομοκρατικά χτυπήματά τους», όπως αναφέρει πληροφοριακό φυλλάδιο που μοιράζεται πριν από την παράσταση. Και όσο για τα «πολιτικά μηνύματα εναντίον των πλουσίων, των μικροαστών, των σεμνότυφων και των ακροδεξιών», κι εδώ υπάρχει μεγάλος χώρος για παρεξηγήσεις. Το μόνο που ποτέ τους δεν υπήρξαν –τουλάχιστον ξεκάθαρα και δηλωμένα– οι πρώτοι μπίτνικ ήταν αριστεροί. Σίγουρα προοδευτικοί, αλλά σε καμιά περίπτωση μαρξιστές.

Αλλωστε, η περίπτωση –στη δεκαετία του ’70– όταν οι τότε σοσιαλιστικές αρχές πέταξαν με τις κλωτσιές από την Πράγα τον Αλεν Γκίνσμπεργκ, όταν το εκεί «Κλαμπ Βιόλα» τον κάλεσε για να διαβάσει τα ποιήματά του, είναι γνωστή. Βέβαια, στο κείμενο που διανέμεται γίνεται αναφορά τόσο για την «ακροδεξιά έκρηξη όσο και την αριστερή αγκύλωση». Κάτι είναι κι αυτός ο ισοσκελισμός. Στο πρόγραμμα αναφέρεται ότι τη δραματουργική επεξεργασία, ήτοι τη συγκέντρωση και επεξεργασία των κειμένων, την έχει κάνει η Λουίζα Αρκουμανέα, γνωστή σαν η θεατρική κριτικός του «Βήματος». Δύσκολη και ριψοκίνδυνη δουλειά, η οποία εδώ έγινε με τη φροντίδα και τη γνώση που μόνο ένα καλά σπουδασμένο μυαλό θα μπορούσε να επιτύχει. Με τον τρόπο αυτό η Λ. Αρκουμανέα «ανέστησε» κείμενα κάποιας εποχής τα οποία –τώρα πια– θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κανείς ξεπερασμένα. Κι αυτό επειδή μια προχθεσινή ιδεολογική, μοδάτη πρωτοπορία είναι πολύ πιο παρωχημένη από μια γνήσια αντίκα.

Τα πέντε –διόλου άγρια– αγόρια είναι νεαροί ηθοποιοί που χορεύουν, τραγουδούν και περνάνε από τον ένα ρόλο στον άλλο με χαρακτηριστικό τους ιδίωμα να χαίρονται και να διασκεδάζουν οι ίδιοι πρώτοι πρώτοι αυτά που κάνουν. Κι αυτό είναι τόσο σημαντικό, ώστε να τους συγχωρεί κανείς το ότι δεν είναι διόλου αγριωποί. Σίγουρα υπάρχει, πάντως, ο κίνδυνος στη συγκεκριμένη περίπτωση να αναδίδεται μερικές φορές η αίσθηση του σκετς σε εκδρομή κεφάτων γυμνασιοπαίδων. Ομως, οι Δημήτρης Δημητρόπουλος, Αρης Λάσκος, Ιάσων Παπαματθαίου, Νίκος Σεβαστόπουλος και Νεκτάριος Σμυρνάκης αποτελούν μια σφιχτή, ομοιογενή ομάδα, που μαρτυρά ότι τουλάχιστον ακούει ο ένας τον άλλον. Ο σκηνοθέτης Σάκης Παπακωνσταντίνου ήταν αρκετά ευρηματικός – αν κι όχι αρκούντως «άγριος». Το μινιμαλιστικό βίντεο του Χάρη Λαλούση έδινε την αίσθηση της σύγχρονης παγωμάρας και ο –βιντεοσκοπημένος– Αγγελος Παπαδημητρίου ένα είδος από «διεστραμμένη αντίληψη για την έννοια του θεάματος», όπως λένε και οι συντελεστές στο πρόγραμμά τους. Κι όσο για τη μουσική του Ευθύμη Θεοδόση, θα μπορούσε να είναι κι αυτή κοντύτερα στο beat ώστε να συμβαδίζει με τον Μπάροουζ.

Συμπερασματικά, ήταν μια αναρχο-ενδιαφέρουσα δουλειά και κυρίως μια παράσταση που αμφισβητεί, όσα σωστά αμφισβητούνται παλιά και σήμερα, μέσα από ένα εφηβικό παιχνίδι.

ΥΓ. Στην προηγούμενη κριτική μου, για την «Οδύσσεια», έκανα ένα μεγάλο λάθος: Ανέφερα τη συνάδελφο Ελένη Πετάση αντί του σωστού ονόματος. Αναφερόμουν στην Εμυ Πανάγου. Ζήτησα συγγνώμη και από τις δύο. Το ξανακάνω κι εδώ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP