ΣΒΗΣΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΜΕ

ΣΒΗΣΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΜΕ

"Σβήσε το πρόσωπό μου και ξαναρχίζουμε" της Μάτσης Χατζηλαζάρου.
Σκηνοθεσία - Δραματουργική επιμέλεια: Δήμητρα Κονδυλάκη.
Παίζει η Δέσποινα Παπάζογλου.
Συμπαραγωγή με την Oμάδα amour-amour.

Μια παράσταση εμπνευσμένη από την Μάτση Χατζηλαζάρου, από τις πιο ενδιαφέρουσες όσο και αφανείς γυναικείες φιγούρες των ελληνικών γραμμάτων.

Μια παράσταση εμπνευσμένη από την Μάτση Χατζηλαζάρου, από τις πιο ενδιαφέρουσες όσο και αφανείς γυναικείες φιγούρες των ελληνικών γραμμάτων. Η παράσταση βασίζεται στο έργο και τη ζωή της ποιήτριας. Θεωρείται η πρώτη ελληνίδα υπερρεαλίστρια, υπήρξε η πρώτη γυναίκα του Εμπειρίκου, ταξίδεψε στη Γαλλία με το πλοίο Ματαρόα, έζησε στο Παρίσι μετά τον πόλεμο και γνωρίστηκε με τις σημαντικότερες προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και πνευματικής πρωτοπορίας από τον Πικάσο και τον Ματίς έως τον Καστοριάδη. Από τις πιο ενδιαφέρουσες όσο και αφανείς γυναικείες φιγούρες των ελληνικών γραμμάτων. Η δράση τοποθετείται σ’ ένα κομβικό μεταβατικό σημείο, που μας επιτρέπει να έχουμε μια συνολική εποπτεία. Η χρονική στιγμή είναι το 1945 στο Παρίσι, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου η Μάτση μόλις έχει φτάσει από την Αθήνα, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου. Εκεί θα σχετιστεί με τον ανιψιό του Πικάσο ζωγράφο Χαβιέ Βιλατό και θα ζήσουν μαζί για οχτώ χρόνια. Το διαζύγιο της με τον Ανδρέα Εμπειρίκο θα βγει το 1946, αλλά η αλληλογραφία τους θα συνεχιστεί τα πρώτα δύο χρόνια παραμονής της στο Παρίσι. Βασισμένη στα ποιήματα της εποχής 1945-1950 -που αναφέρονται στον τότε σύντροφό της Χαβιέ Βιλατό-, στην αριστουργηματική της «Αντίστροφη Αφιέρωση- Dédicace à rebours» που γράφει το 1985 για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και στην ανέκδοτη αλληλογραφία της προς αυτόν, η παράσταση φιλοδοξεί να δώσει στην ποιήτρια σάρκα και οστά, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο μονόλογο από τις ίδιες της τις λέξεις.

Πρώτη παρουσίαση: 1η Αυγούστου 2012. «Έως όρθρου βαθέος. Δύο ολονυχτίες με 7+2 ποιητές», Φρούριο Καβάλας. Παραγωγή Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου.


Συντελεστές

Σκηνοθεσία - Δραματουργική επιμέλεια: Δήμητρα Κονδυλάκη
Σκηνικά - Κοστούμια: Φωτεινή Γεωργίου
Φωτογραφίες: Γιάννης Τσάκαλος


Παίζει η ηθοποιός

Δέσποινα Παπάζογλου


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή

από 15.10.2012 μέχρι 23.10.2012 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

, (.poema..), 01/10/2012

Η άποψη της σκηνοθέτιδας:
Δήμητρα Κονδυλάκη. Σκηνοθετώντας τη Μάτση Χατζηλαζάρου.

-Η σκηνοθετική ιδέα για την ενασχόλησή σας με τον «μικρόκοσμο» της Μάτσης Χατζηλαζάρου διέθετε συγκεκριμένη αφορμή;

Γνωρίζω τη Μάτση Χατζηλαζάρου από μαθήτρια, όταν 17-18 χρονών, ανακάλυψα το Δίχως άλλο στο βαθύ ροζ βιβλίο της έκδοσης των «Κειμένων» στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Για μένα ήταν πρωτόγνωρος ο τόσο βαθύς, σωματικός, απελευθερωτικός τρόπος της να χειρίζεται τη γλώσσα, η ποίηση ως βίωμα, η ποίηση ως ορμητικός, άπληστος χείμαρρος λέξεων στην απεγνωσμένη αναζήτηση μιας ουσίας που πάντα διαφεύγει. Ερωτεύτηκα την Αντίστροφη αφιέρωση. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν έργο μιας γυναίκας 71 ετών. Δεν ήξερα ότι αυτή η ορμή κι η δύναμη της επιθυμίας που είναι κινητήριες δυνάμεις της τέχνης, μπορούν να επιβιώνουν στους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας. Η Μάτση Χατζηλαζάρου έγινε μια φιγούρα μυθική, ένα όνομα που μοιραζόμουν συνωμοτικά μόνο σε ιδιωτικές στιγμές. Για πολύ καιρό κοιμόταν κάπου βαθιά στην πινακοθήκη των αγαπημένων μου (συγγραφέων, ποιητών, καλλιτεχνών), χωρίς ποτέ να φανταστώ ότι θα επιχειρούσα κάποτε να τη ζωντανέψω επί σκηνής. 
Η αφορμή για την παράσταση, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά, δόθηκε από τον Θοδωρή Γκόνη, καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου, που οραματίστηκε αυτό το διήμερο θεατρικό αφιέρωμα στην ελληνική ποίηση («Εως όρθρου βαθέος». Δύο ολονυχτίες με 7+2 ποιητές) στο φρούριο της Καβάλας το περασμένο καλοκαίρι. Και πρέπει να πω ότι αν μπήκα στη διαδικασία της δραματοποίησης του έργου της Χατζηλαζάρου, το οφείλω πραγματικά στον κανόνα του παιχνιδιού που ο Θοδωρής Γκόνης μού υπαγόρευσε: Σ' αυτά τα ποιητικά πορτρέτα -στα οποία εκτός της Χατζηλαζάρου, συμπεριλήφθηκαν ο Σαχτούρης, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Νίκος Καρούζος, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αργύρης Χιόνης, ο Γιάννης Κωνσταντινίδης και ο Γ.Ξ. Στογιαννίδης-, η ποίηση έπρεπε να υπάρξει στη σκηνή θεατρικά, όχι σε μορφή αναλογίου: μια δύσκολη, καθόλου αυτονόητη συνθήκη που λειτούργησε για μένα πολύ δημιουργικά στην αντιμετώπιση του ποιητικού υλικού.

 

-Τι ακριβώς εκπέμπει, ως ποιητική φιγούρα αλλά κι ως γυναικεία ταυτότητα εποχής, ώστε να επιτρέπει τη δοκιμή δραματοποίησής της;

Πριν από την ποιητική φιγούρα, θα ήθελα να μιλήσω για την ποιητική φόρμα από την οποία πρώτιστα εξαρτάται η δυνατότητα δραματοποίησης ενός έργου ή μη. Γιατί όλη η παράσταση βασίζεται σε ποιήματά της κι επιστολές. Δεν έχω προσθέσει ούτε λέξη. Παρότι περιέχει αναφορές στη ζωή και στην εποχή της, θέλησα να φτιάξω ένα πορτρέτο της ποιήτριας που να αναδύεται μέσα από το ίδιο της το έργο. Από την άλλη, δεν είμαι από κείνους που πιστεύουν πως μπορεί να δραματοποιηθεί οτιδήποτε, από το οποιοδήποτε ποίημα ή αφήγημα έως το τηλεφωνικό κατάλογο. Φυσικά, στο θέατρο όλα εξαρτώνται από τον ηθοποιό, αλλά μετά από ένα μεγάλο διάστημα σύγχυσης (της θεατρικής γραφής με άτεχνες και ατάκτως ερριμμένες εξομολογήσεις), βρισκόμαστε σ' ένα σημείο που η σκηνή ξαναζητάει τον λόγο του συγγραφέα˙όχι οποιονδήποτε λόγο, έναν λόγο που να έχει λόγο επί σκηνής... Σε καμία περίπτωση δεν είναι όλα τα ποιήματα της Μάτσης έτσι. Αλλά τα ποιήματα από το Δίχως άλλο όπου βασίζεται η παράσταση, γραμμένα στο Παρίσι λίγο πριν από τη δεκαετία του πενήντα, έχουν στην ίδια τους τη φόρμα μια εγγενή δραματικότητα: είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, ο λόγος σαφώς απευθύνεται (είναι έντονη η παρουσία ενός φανταστικού αποδέκτη), περιέχουν δράση και μάλιστα στο παρόν (μ' όλα αυτά τα ρήματα στον ενεστώτα), ακόμη και σκηνικές οδηγίες, όσο σουρεαλιστικές κι αν είναι, π.χ.Οι στοιχειώδεις κλίσεις χασμουριούνται. Δηλαδή, αν η γραφή του Βαλέρ Νοβαρινά, από τους πιο πρωτοπόρους σύγχρονους δραματουργούς, όπου συναντάμε επίσης σκηνικές οδηγίες του τύπου «ο ηθοποιός σκύβει να ψάξει ένα ρήμα» ή « βγάζει διαδοχικά από την τσέπη του δράσεις» (!) θεωρείται ρηξικέλευθη, η Μάτση Χατζηλαζάρου μ' αυτά τα ποιήματα, αλλά και με την Αντίστροφη αφιέρωση που είναι επίσης γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο σαν παραληρηματικός μονόλογος, απαντάει -ερήμην της βέβαια!- εξ ολοκλήρου στα ζητούμενα της πρωτοπορίας όσον αφορά το θεατρικό κείμενο. Γιατί σε μια εποχή κρίσης της αναπαράστασης, κουρασμένη από την κατάχρηση των εικόνων, αυτά τα ποιήματα ιδωμένα ως δραματικός λόγος, αντίστοιχα με το ουτοπικό θέατρο του Νοβαρινά, μπολιάζουν τη σκηνή με μια εσωτερικότητα που αποτελεί συστατικό της ακρόασης. Στη θέση του «θεάματος» τοποθετείται το «βίωμα», στη θέση του θεατή, ο ενεργητικός ακροατής που χάρη στο παιχνίδι των λέξεων με την performance τροφοδοτεί αυτό που βλέπει επί σκηνής και με δικές του, προσωπικές, εικόνες. Γι' αυτό και με τη Δέσποινα Παπάζογλου, που ερμηνεύει τη Μάτση, δουλέψαμε πάρα πολύ πάνω στην εκφορά αυτών των ποιημάτων, λέξη προς λέξη. Θελήσαμε να βρούμε αυτή την ελευθερία που παίρνει και η Μάτση με τη χρήση της γλώσσας - μια ελευθερία όμως δομημένη και στο έπακρον επεξεργασμένη.

Ταυτόχρονα η παράσταση «αποκτάει πάτημα» στη βιογραφία της ποιήτριας μέσω των ανέκδοτων επιστολών της προς τον Αντρέα Εμπειρίκο, που παρουσιάζουμε στη σκηνή για πρώτη φορά (χάρη στην ευγενική παραχώρηση του Λεωνίδα Εμπειρίκου και του Χρήστου Δανιήλ), κι εδώ ερχόμαστε στη «γυναικεία ταυτότητα εποχής» που έθεσες στην αρχή, γιατί μέσα από κει ξετυλίγεται πιο ρεαλιστικά η ζωή της. Αλλά αυτό το «εποχής» ειδικά στην περίπτωση της Μάτσης είναι τελείως εικονικό. Μπορεί η εικόνα μιας γυναίκας που υπήρξε σύντροφος ενός Εμπειρίκου κι ερωμένη μεγάλων καλλιτεχνών και στοχαστών σ' ένα μεταπολεμικό Παρίσι που βρίσκεται στην αιχμή της πρωτοπορίας, να έχει κάτι πολύ θελκτικό, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε για να γεννηθεί ένα δραματικό πρόσωπο. Η δραματικότητα μπορεί να προκύψει μόνο από κάποιου είδους σύγκρουση και πράγματι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πρόσωπο σε σύγκρουση και με τα στερεότυπα της εποχής του και με τον ίδιο του τον εαυτό - στο μέτρο που υπόγεια τα στερεότυπα αυτά μας επηρεάζουν. Δεν στεριώνει σε κανένα γάμο (ακόμα κι αν είναι με το μεγάλο της έρωτα), έχει μια παράξενη σχέση με τη μητρότητα (τη ζηλεύει και ταυτόχρονα την αποκηρύσσει προς χάριν της δημιουργίας και του έρωτα), δεν χωράει σε καμία πατρίδα (πόσο μάλλον που η Ελλάδα εκείνη την εποχή διανύει περίοδο Εμφυλίου), σε καμία στράτευση (ενώ θαυμάζει την Αντίσταση διακρίνει και στους κομμουνιστές τους ένα είδος αριβισμού)...
Κουβαλάει την Ελλάδα μέχρι το μεδούλι, αλλά «δεν αντέχει άλλες πολιτικές φουρτούνες στον τόπο της», όπως λέει: διεκδικεί την ανάγκη της να είναι κοντά στην τέχνη, στην ποίηση, στη ζωγραφική, στα βαθύτερα δικά της ζητούμενα, εξ ου και ο ενθουσιασμός με την καλλιτεχνική και πνευματική ζωντάνια του Παρισιού. Ταυτόχρονα όμως θρηνεί διαρκώς γι' αυτό που έχει αφήσει πίσω. Αυτή η βαθιά αμφισημία τη φέρνει κοντά στο θέατρο. Σ' αυτήν οφείλεται κατά τη γνώμη μου η αυθεντική, πάντα παλλόμενη φωνή της αλλά και η μοναξιά της.


-Ποιες δυσκολίες ελλοχεύουν, εν προκειμένω, από το γεγονός ότι το όνομά της αναφέρεται πάντοτε συμπληρωματικά σε διάσημους και μη εραστές της αλλά σχεδόν καθόλου δεν ταυτίζεται με τη φλογερή κι εμπνευσμένη ποιητική φωνή της; 

Είναι εντελώς παραπλανητικό αλλά και τόσο κοινό, τόσο αναμενόμενο... Μια γυναίκα να ταυτίζεται περισσότερο με το όνομα του άντρα ή των εραστών της παρά με το δικό της έργο. Το ίδιο δεν έγινε κατ' εξοχήν με την Καμίλ Κλωντέλ, μια συγκλονιστική γλύπτρια που είχε την τύχη κι ατυχία ταυτόχρονα να είναι μαθήτρια κι ερωμένη του Ροντέν; Ευτυχώς το πεπρωμένο της Μάτσης δεν ήταν τόσο τραγικό, αλλά εδώ η παγίδα είναι πολλαπλή αφού στην περίπτωσή της οι εραστές, εκτός από διάσημοι, ήταν και πολλοί. Απ' την άλλη, η Μάτση δεν είναι καθόλου η περίπτωση της κοσμικής που τρέφεται ή επωφελείται από τη διασημότητα των αντρών που είναι δίπλα της. Εχουμε να κάνουμε με μια γυναίκα που υπερβαίνει εντελώς τα συμβατικά δεδομένα των γυναικών της εποχής της, ακόμη και της δικής μας. Που ενώ η συντροφικότητα είναι τόσο σημαντική γι' αυτήν, δεν διστάζει να ακολουθεί κάθε φορά τον δρόμο που της επιβάλλει το χρέος απέναντι στον εαυτό της. Ενώ ταυτόχρονα ανατρέπει τελείως τα στερεότυπα που αναφέρονται στη γυναικεία δημιουργία - από το στερεότυπο της λιγωμένης, μελοδραματικής γυναικείας ποίησης μέχρι εκείνο της μούσας του καλλιτέχνη, που ενώ αποπειράται και η ίδια να δημιουργήσει, παραμένει πάντα προσαρτημένη σ' αυτόν. Παρότι δεκτική στην επιρροή των δημιουργών που στάθηκαν δίπλα της, κυρίως του Εμπειρίκου, αλλά και του χαράκτη Javier Vilato με τον οποίο μοιράζεται πολλά χρόνια από τη ζωή της στο Παρίσι -κι όταν λέω δεκτική, εννοώ ότι η παρουσία τους δηλώνεται με πολύ ανοιχτό τρόπο στα ποιήματά της-, η Μάτση καλλιτεχνικά ανεξαρτητοποιείται εντελώς: Γι' αυτό και δεν φοβάται τη ρητή αναφορά σ' εκείνους που γίνονται πια φανταστικοί ήρωες μέσα στο δικό της ποιητικό σύμπαν. Η ίδια επινοεί μια γλώσσα ποτισμένη από την ψυχανάλυση και σουρρεαλισμό, παίρνοντας όμως αποστάσεις από επιδεικτικές γλωσσικές ακρότητες. Ολα δικαιολογούνται, τίποτα δεν είναι α-νόητο, κάθε λέξη βρίσκει τη θέση της με ακρίβεια προκειμένου να συλλάβει και ν' αποτυπώσει και την παραμικρή λεπτομέρεια του ρευστού της ψυχισμού. Εκείνο όμως που έχει για μένα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη Μάτση είναι το πώς καταφέρνει μέσα στην ποίησή της ν' αφομοιώνει και να σωματοποιεί, να αντικειμενοποιεί την προσωπική της ιστορία και τις εσωτερικές της συγκρούσεις μ' έναν τρόπο που τις κάνει οικουμενικές.


-Η «συνομιλία» της παράστασης με το έργο της (ποιήματα και λογοτεχνικές επιστολές) υφίσταται. Πώς συναρμόζεται όλο αυτό το υλικό ώστε να κατευθυνθεί κατάλληλα ο θεατής και να «αναγνώσει» αυτή την αινιγματική φιγούρα, τη σχεδόν άγνωστη στην πλειονότητα του κοινού;...

Επιχειρήσαμε με τη Δέσποινα Παπάζογλου να συνδέσουμε δύο ξεχωριστά επίπεδα: το ένα είναι ο ποιητικός λόγος που καταργεί τον χωροχρόνο, αποκαλύπτοντας τη «διαχρονική» Μάτση, από κορίτσι έως ώριμη γυναίκα. Το άλλο, η σκηνική δράση, που τροφοδοτείται από τις επιστολές και τοποθετείται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ζωής της: στην άφιξή της στο Παρίσι το 1945, μετά το περιπετειώδες και δύσκολο ταξίδι με το Ματαρόα. Σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, στο μεταίχμιο μεταξύ δύο τόπων, μεταξύ δύο αντρών, δύο εντελώς ξεχωριστών τρόπων ύπαρξης. Κι η επιλογή αυτής της στιγμής, που εμπνεύστηκα αρχικά από την πρώτη έκδοση αυτών των ποιημάτων, σχετίζεται απόλυτα με την αμφισημία του προσώπου για την οποία μιλούσα προηγούμενως.


-...είναι άραγε μια ευκαιρία επαναθεώρησής της, ωφέλιμης αν μη τι άλλο, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη γυναικεία συνεισφορά στη νεοελληνική γραμματεία;

Ελπίζω να είναι! Αλλιώς όμως μπορεί να συνεισφέρει το θέατρο σε κάτι τέτοιο κι αλλιώς μια μελέτη. Οσο κι αν βασιστήκαμε στα ποιήματα και στις επιστολές της, όσο κι αν θα χαιρόμασταν να ζωντανέψουμε έστω κάτι από τη γυναίκα που υπήρξε αυτή η σημαντική ποιήτρια, η παράσταση δεν έχει καθόλου ακαδημαϊκή πρόθεση, με την έννοια της πιστής αναβίωσης ενός προσώπου - εξ ου και οι ελευθερίες που έχουμε πάρει σε κάθε επίπεδο. Με τη σκηνογράφο μας, τη Φωτεινή Γεωργίου, δουλέψαμε πολύ πάνω σ' αυτό, ρεαλιστικά και ονειρικά στοιχεία συνυπάρχουν. Δεν θέλω να πω εδώ περισσότερα... Σίγουρα υπάρχει μια εσάνς αισθητικής του πενήντα, επικρατεί όμως ο χωροχρόνος του παιχνιδιού που είναι διαχρονικός και διαπροσωπικός. Η σκηνή διαθέτει έναν μεγεθυντικό μηχανισμό κι αυτόν ακριβώς επιχειρούμε να αξιοποιήσουμε. Το ένα ανοίγει σαν βεντάλια και γίνεται πολλαπλό. Τι είναι αυτό, ποιες ποιότητες της Μάτσης υπάρχουν εν γένει στη γυναίκα που αξιώνει να είναι και δημιουργός; Αυτό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ειρήνη Γιαννάκη, LIFO, 18/10/2012

Πετυχημένη απόπειρα σύμπραξης ποίησης και θεατρικού λόγου, μια παράσταση που μου επιβεβαίωσε την πεποίθηση πως η ποίηση στα καλύτερά της είναι αυτό που γράφει η Μάτση: «η ποίηση μας είναι η ζωή» και μπορεί είτε ως πορτραίτο είτε ως λόγος να σβήνει το πρόσωπό της και να ξαναρχίζει.

Μια παράσταση που στηρίζεται αποκλειστικά σε ποιήματα και επιστολές δεν είναι καθόλου εύκολο εγχείρημα. Απαιτεί έρευνα, σωστή επιλογή του υλικού, αρμονικό συνταίριασμα λόγου και σκηνικής πράξης και την ανάλογη ερμηνεία εκ μέρους των ηθοποιών για να μην καταλήξει ένα ασύνδετο φιλολογικό κατασκεύασμα που θυμίζει περισσότερο απαγγελία. Όταν, δε, μιλάμε για μια παράσταση που αφορά τη ζωή και το έργο της Μάτσης Χατζηλαζάρου, αυτής της πολύ ιδιαίτερης Ελληνίδας ποιήτριας, η δυσκολία μεγαλώνει. Η παράσταση «Σβήσε το πρόσωπό μου και ξαναρχίζουμε» που είδα την περασμένη Δευτέρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, και που βασίζεται εξ ολοκλήρου σε γραπτά της, πετυχαίνει το στόχο της  χωρίς να προδίδει και την έντονη προσωπικότητα από την οποία εμπνέεται.   Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε το καλοκαίρι στο Κάστρο της Καβάλας, στα πλαίσια του αφιερώματος του Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου σε Έλληνες ποιητές και επαναλαμβάνεται τώρα στην Αθήνα μόνο για τέσσερις παραστάσεις. Η ποίηση της Χατζηλαζάρου ταυτίζεται με την πολυτάραχη ζωή και τους έρωτές της και δεν ξεχωρίζει το λόγο από το βίωμα. Συνδέεται με την εμφάνιση του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, με γνωστές προσωπικότητες του Μεσοπολέμου και του μεταπολεμικού Παρισιού και με μια εντελώς ιδιότυπη «νεωτερική» ερωτική γυναικεία φωνή. Χάνεται από τα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα για χρόνια και επανεμφανίζεται από τότε πολλές φορές.

Έγραφα πριν λίγο καιρό γι’ αυτήν με αφορμή το λεύκωμα «…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina» που κυκλοφόρησαν πέρσι οι εκδόσεις «Τόπος» για τη ζωή της: «Αλλά σήμερα μοιάζει πιο ζωντανή από ποτέ και επιστρέφει όλο και πιο συχνά τελευταία». Δεν είχα ιδέα τότε για την παράσταση που ετοιμαζόταν αλλά ήρθε για να επιβεβαιώσει αυτήν την αίσθηση ακόμα μία φορά. Όπως δεν είχα ιδέα και για τις ανέκδοτες επιστολές της προς τον Ανδρέα Εμπειρίκο που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά εδώ –ένα στοιχείο που προσθέτει κι αυτό πολλά στην αναβίωση– και θα κυκλοφορήσουν σύντομα από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια Χρήστου Δανιήλ. Η δραματουργική απόδοση και η σκηνοθεσία ανήκει στην Δήμητρα Κονδυλάκη που δεν επιχειρεί να ανασυνθέσει όλη της τη ζωή. Τοποθετεί τη δράση σ' ένα κομβικό μεταβατικό σημείο, που μας επιτρέπει να έχουμε μια συνολική εποπτεία. Η χρονική στιγμή είναι το 1945 στο Παρίσι, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου η Μάτση μόλις έχει φτάσει από την Αθήνα με το πλοίο Ματαρόα, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου. Εκεί θα σχετιστεί με τον ανιψιό του Πικάσο ζωγράφο Χαβιέ Βιλατό και θα ζήσουν μαζί για οχτώ χρόνια. Το διαζύγιο της με τον Ανδρέα Εμπειρίκο θα βγει το 1946 αλλά η αλληλογραφία τους θα συνεχιστεί τα πρώτα δύο χρόνια παραμονής της στο Παρίσι.

Η παράσταση στηρίζεται κυρίως στα ποιήματα αυτής της περιόδου, που εμπνέεται από τη σχέση της με τον Βιλατό και γράφονται στα γαλλικά. Θα εκδοθούν το 1949 με τον τίτλο «Cinq fois» και 35 χρόνια μετά θα μεταγραφούν στα ελληνικά από την ίδια υπό τον τίτλο «Το Δίχως άλλο», θα ενωθούν με την αριστουργηματική δίγλωσση «Αντίστροφη Αφιέρωση - Dédicace à rebours» και θα κυκλοφορήσουν από κοινού από τις εκδόσεις «Κείμενα». Η Κονδυλάκη ενώνει το χάσμα ανάμεσα στις δύο αυτές συλλογές αλλά ταυτόχρονα συνδέει και δύο διαφορετικές στιγμές από τη ζωή της και δύο άντρες που την σημάδεψαν: Βιλατό και Εμπειρίκο. Η επιλογή των ποιημάτων είναι η απολύτως ενδεδειγμένη καθώς στηρίζεται στη δυνατότητα για σκηνική τους απόδοση. Η Μάτση σχεδόν δίνει σκηνοθετικές οδηγίες:

γυναίκα  που  ντύνεται  σ’ ένα  δωμάτιο  ξενοδοχείου     

δε βιάζεται   

σταματάει  συχνά  μπροστά  στον καθρέφτη  

Το σημαντικότερο στοιχείο που προσκομίζει η σκηνοθεσία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι καταφέρνει να αποδώσει το «βίωμα», την άρρηκτη σχέση μεταξύ των αισθήσεων και των λέξεων στα ποιήματα του «Δίχως άλλο». Όταν η Μάτση γράφει «είδα έναν αχινό» δεν πρόκειται για κανένα λερό ποιητικό σχήμα, είναι ένας ατόφιος αχινός που μπορεί ν’ αγγίξει τα αγκάθια του:

αχινέ σκίσε μου τις θάλασσες  

Η κατάληξη φυσικά είναι η «Αντίστροφη αφιέρωση» που είναι και το τελευταίο ποίημα που εξέδωσε η Χατζηλαζάρου. Και συνδέεται ευθέως με τον παραλήπτη στον οποίο απευθύνεται. Η φωνή  – υποτίθεται­­ –  του Εμπειρίκου ακούγεται κάποια στιγμή να λέει: Στο γήπεδο της συναντήσεως μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Είναι το «Γήπεδον» από τα «Γραπτά ή προσωπική μυθολογία», που είναι αφιερωμένο στη Μάτση.  

Αν και η «Αντίστροφη αφιέρωση» συνδέεται με τον παραλήπτη και με την προϊστορία της δε γίνεται τόσο σαφής ο χρόνος που γράφεται. Δεν ξέρω πως θα μπορούσε αυτό να αποδοθεί σκηνικά αλλά όταν η Μάτση γράφει την «Αντίστροφη αφιέρωση» το 1985 είναι ταυτόχρονα η νεαρή και η 70χρονη Μάτση. Και αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό στο ποίημά της, το ότι καταφέρνει να ανασυνθέσει πλήρως τον ερωτικό χρόνο. Η Αναΐς Νιν είχε πει πως γράφουμε για να γευτούμε τη ζωή δύο φορές, τη στιγμή που τη ζούμε και όταν την αναπολούμε. Η Μάτση μοιάζει να τη γεύεται πολλές φορές. Η Δέσποινα Παπάζογλου που την ερμηνεύει επί σκηνής ήταν μια Μάτση αέρινη, εύθραυστη, διάφανη, ενθουσιώδης, με αριστοκρατική φινέτσα, κοριτσίστικη φρεσκάδα και κρυστάλλινη εκφορά. Αποδίδει καταιγιστικά στο μονόλογό της τις στιγμές που η Μάτση στιχουργικά ανεβάζει τους ρυθμούς. Βρήκα ωστόσο πως δεν κατάφερε να δώσει όλες τις αντιφάσεις της, όλη την ερωτική παραφορά  και τη σκληράδα της Μάτσης, που ήταν ονειρική και γήινη συνάμα, ευάλωτη και άγριο θηρίο μαζί, τουλάχιστον απ’ όσο μπορούμε να συμπεράνουμε. Τα ποιήματα πάντως τα είχε κάνει κτήμα της και σε συνέπαιρνε με την ορμή της. Οι φωτισμοί με τις σκιές που πλησίαζαν και απομακρύνονταν επέτειναν την αίσθηση της φιγούρας που φτάνει σε μας μέσα από τα βάθη του χρόνου και τα girlish κοστούμια εποχής της Φωτεινής Γεωργίου –σκηνογράφου και ενδυματολόγου της παράστασης– ήταν πραγματικά κομψοτεχνήματα.   Οι βαρκούλες-γράμματα, οι βαρκούλες-χειρόγραφα του σκηνικού συνόδευαν το διττό ταξίδι γραφής-ζωής, όπως και οι αστερίες, οι πράσινες χάντρες και τα κοχύλια που από τους στίχους είχαν πάρει μεταγραφή για τη σκηνή.  

Κορυφαία η στιγμή που η Μάτση γράφει εικονικά πάνω στα σεντόνια, με μανία, υπό το κράτος της έμπνευσης και του πάθους και κουλουριάζεται κάτω από αυτά σε μια προσομοίωση της δημιουργικής διαδικασίας και των ωδινών της γραφής, λες και μπορούμε να δούμε από κοντά τη «μουσούδα του γραφτού» της.  

Στο τέλος η μαγνητοσκοπημένη φωνή της ίδιας της ποιήτριας να απαγγέλει το «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης» σε ανατριχιάζει με τον αισθαντικό αυθορμητισμό που ρωτά:  

…αντί από μέλη να’ χεις φτερά,  και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές – μήπως θέλεις μυρουδιές;

Δεν ξέρω πως θα εισέπραττε όλο αυτό κάποιος εντελώς αμύητος με την ποίηση της Μάτσης αλλά εμένα, πέρα από κάποιες ελάχιστες ενστάσεις στην απόδοση, με συγκίνησε βαθιά. Πετυχημένη απόπειρα σύμπραξης ποίησης και θεατρικού λόγου, μια παράσταση που μου επιβεβαίωσε την πεποίθηση πως η ποίηση στα καλύτερά της είναι αυτό που γράφει η Μάτση: «η ποίηση μας είναι η ζωή» και μπορεί είτε ως πορτραίτο είτε ως λόγος να σβήνει το πρόσωπό της και να ξαναρχίζει.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP