ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

STALLERHOF

STALLERHOF

"Stallerhof" του Φραντς Ξάβερ Κρετς
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Αμαλία Αρσένη, Μάνος Βακούσης, Μαρία Καλλιμάνη, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται σε μια φάρμα της Βαυαρίας. Η πνευματικά καθυστερημένη Μπέππι υποφέρει από τη συναισθηματική ψυχρότητα των γονιών της, οι οποίοι, θύματα κι αυτοί της δικής τους άγνοιας, δεν την ενθαρρύνουν στο παραμικρό και τη σπρώχνουν όλο και περισσότερο στη μοναξιά. Ο μόνος που της δίνει σημασία είναι ο Ζεπ, εποχιακός εργάτης που δουλεύει κοντά τους, ένας αδέξιος, μοναχικός άντρας λίγο πριν από τη σύνταξη.

Μια παράξενη ερωτική σχέση θα αναπτυχθεί ανάμεσα στο κορίτσι και τον ηλικιωμένο άντρα, μια σχέση ανάμεσα στην κακοποίηση και την τρυφερότητα, που θα έρθει στο φως όταν η μικρή θα είναι ήδη έγκυος.

Τι σημαίνει να έχεις γεννηθεί στερημένος, να μεγαλώνεις στερημένος, να στερείσαι από κάθε προοπτική; Τι σημαίνει να ζεις στο περιθώριο; Ποια είναι η σχέση της εξαθλίωσης με τη βία; Οι άνθρωποι πορεύονται στη ζωή τους σε συνθήκες που δε διάλεξαν οι ίδιοι. Αιχμάλωτη των γονιδίων, των γονιών και της γονιμότητάς της, τι ελπίδες έχει η νεαρή ηρωίδα να σπάσει τα δεσμά της;

Αυτά και πολλά άλλλα ερωτήματα που έθεσε το έργο με εκρηκτικό τρόπο όταν πρωτοπαρουσιάστηκε, το 1972, μας απασχολούν και σήμερα, καθώς ένα νέο ρεύμα απαισιοδοξίας σαρώνει τις ελπίδες για οποιαδήποτε λύση.

 

Παράσταση ακατάλληλη για άτομα κάτω των 16 ετών.

 

Ο Φραντς Ξάβερ Κρετς, ένας από τους πιο σημαντικούς θεατρικούς συγγραφείς της Γερμανίας, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα για να παρακολουθήσει την παράσταση στις 25 Ιανουαρίου, προσκεκλημένος από το Θέατρο του Νέου Κόσμου και το Ινστιτούτο Γκαίτε.

Στις 26 Ιανουαρίου στις 12 το μεσημέρι ο Κρετς συμμετείχε σε συζήτηση με θέμα «Το θέατρο σε καιρούς πολιτικών ανατροπών» μαζί με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και τη θεατρολόγο Δήμητρα Κονδυλάκη.

Σχετικά δημοσιεύματα:

ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

ΕΘΝΟΣ 

ΤΑ ΝΕΑ  

Monopoli.gr 


Συντελεστές

Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Σκηνικά-Κοστούμια: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Σχεδιασμός φωτισμών: Σακης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικόλ Δημητρακοπούλου

Φωτογραφίες: Ορφέας Εμιρζάς, Θωμάς Αρσένης


Παίζουν οι ηθοποιοί 

Αμαλία Αρσένη

Μάνος Βακούσης

Μαρία Καλλιμάνη

Κώστας Τριανταφυλλόπουλος


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή

από 18.1.2012 μέχρι 8.4.2012

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Γιώργος Σμυρνής, Monopoli.gr, 07/03/2012

Stallerhof στο Θέατρο του Νέου Κόσμου: Υποδόρια ένεση

Το νέο έργο ενός από τους πιο πολιτικούς σκηνοθέτες στην Ελλάδα, του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, το Stallerhof  θεωρείται έργο-σταθμός στη δραματουργία του του Γερμανού συγγραφέα Φραντς Ξάβερ Κρετς, που επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη θεατρική γραφή.

Η υπόθεση του έργου- που ανεβαίνει στην σκηνή του θεάτρου του Νέου Κόσμου- εκτυλίσσεται σε μια φάρμα της Βαυαρίας. Μία πνευματικά καθυστερημένη κοπέλα, η Μπέππι, υποφέρει από την στάση των γονιών της, οι οποίοι την σπρώχνουν όλο και περισσότερο στη μοναξιά. Ο μόνος που της δίνει σημασία είναι ένας εποχιακός εργάτης, ο Ζεπ, ένας μεγάλος σε ηλικία και κοινωνικά αδέξιος, μοναχικός άντρας. Δύο ιδιαίτεροι άνθρωποι γνωρίζουν τον έρωτα, που λειτουργεί ως μέσο για να καλύψουν τόσο τις ανάγκες τους για σεξ, όσο και αυτές για συντροφικότητα. 
Τα προβλήματα εμφανίζονται όταν η κοπέλα μένει έγκυος. Οι γονείς νιώθουν προδομένοι από το γεγονός ότι ο εργάτης που δούλευε γι' αυτούς αποπλάνησε την ανήλικη κόρη τους, ενώ θεωρούν ότι η κόρη τους δεν είναι σε θέση να διαχειρισθεί το σώμα της, άρα και να παίρνει αποφάσεις σχετικά με τη σεξουαλική της ζωή. Όπως πολλοί και από το κοινό της παράστασης, έτσι και οι γονείς μεταφράζουν ως βιασμό τις ερωτικές επαφές που οδήγησαν στην εγκυμοσύνη της κόρης τους. Και τότε δείχνουν το σκληρό πρόσωπό τους και προς τις δύο πλευρές... 
Το έργο θέτει σκληρά θέματα, με έναν ξεκάθαρο τρόπο, αλλά χωρίς κραυγές και χωρίς πολλή δράση. Η φτωχική ζωή στην σκληρή και συντηρητική επαρχία αναδεικνύεται μέσα από την παράσταση, όπως και η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Επίσης, προβάλλονται κι άλλα ζητούμενα, όπως οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, η καταπίεση και η περιθωριοποίηση των αδύναμων, η παρακμή, ο πουριτανισμός της εκκλησίας. 
Δεν έχει τις εξάρσεις και τις δονήσεις άλλων έργων- όπως για παράδειγμα των "Ορφανών" του ιδίου σκηνοθέτη. Πρόκειται όμως για καλογραμμένο έργο, το οποίο συνδυάζει ουσία, δύναμη και απλότητα. Η αλήθεια είναι σκληρή και απλή. Επίσης, υπάρχουν πολύ προκλητικές σκηνές (αυνανισμός μαζί με αφόδευση, σεξουαλικές πράξεις, γυμνό)  καθώς τόσο το κείμενο όσο και η σκηνοθεσία επιδιώκουν να προβάλλουν τα πράγματα με τον πλέον ρεαλιστικό κι αποκαλυπτικό τρόπο. 
Από εκεί και πέρα, οι σκηνές είναι πολύ σύντομες και τα διαλείμματα που βάζει η σκηνοθεσία- με τους βοηθούς που μπαίνουν διαρκώς, για να κάνουν αλλαγές στο σκηνικό- σπάει κάπως το ρυθμό του έργου, όσο και την ομοιογένεια του συναισθήματος. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε ένα έργο, το οποίο πραγματεύεται τόσο προσωπικό και ευαίσθητο θέμα, ίσως να ξενίζει αυτή η εισβολή των βοηθών στην σκηνή, για να μετακινούν τα έπιπλα και να κάνουν άλλες, ασήμαντες, αλλαγές στην σκηνογραφία. Είναι σαν να μπαίνει ένα ξένο σώμα, ανοίγοντας ρωγμές στον 4ο τοίχο (αυτόν τον αόρατο τοίχο ανάμεσα στους θεατές και τους ηθοποιούς), τον οποίο εκτιμώ ότι το κείμενο χρειάζεται και ο κ. Θεοδωρόπουλος ούτως ή άλλως στις παραστάσεις του συνήθως τον κρατάει κλειστό. 
Η άλλη μου ένσταση είναι ως προς τη μουσική. Ο Γασπαράτος είναι πολύ σημαντικός μουσικός του θεάτρου και τον χρησιμοποιούν πολλοί σημαντικοί σκηνοθέτες (Ευαγγελάτου, Κακλέας, Θεοδωρόπουλος κ.α.). Ωστόσο, η μουσική του Stallerhof μου φάνηκε κάπως υπερβολικά βαρύγδουπη. Μόνο σε ένα ψυχεδελικό σημείο χρωμάτιζε με έναν ενδιαφέροντα- για τα δικά μου γούστα- τόνο την παράσταση. 
Οι ερμηνείες είναι υψηλού επιπέδου. Αποκάλυψη είναι η Αμαλία Αρσένη (κόρη του Γεράσιμου Αρσένη και της Λούκα Κατσέλη), η οποία δίνει μια πάρα πολύ πειστική και απίστευτα τολμηρή ερμηνεία, στην πρώτη της εμφάνιση στο σανίδι σε επαγγελματικό επίπεδο- έχει σπουδάσει στις ΗΠΑ υποκριτική. Και οι υπόλοιποι, βετεράνοι ηθοποιοί, Μάνος Βακούσης, Μαρία Καλλιμάνη, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, δίνουν καλές ερμηνείες, αν και η απουσία εξάρσεων στο κείμενο, δεν δίνει περιθώρια να εντυπωσιάσουν. 
Εν κατακλείδι, το Stallerhof είναι ένα λιτό και ωμά ρεαλιστικό έργο σε όλα τα επίπεδα, που αφήνει τα σημάδια του και σε κάνει να σκέφτεσαι τα ζητήματα που θέτει για ημέρες. Τελικά, έχει μία υποδόρια επίδραση. Ενώ νομίζεις ότι δεν έγινε και τίποτα φοβερό στην παράσταση, το έργο και τα μηνύματά του σε έχουν διαπεράσει με ένα βαθύ και ουσιαστικό τρόπο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Κορνήλιος Ρουσάκης, ΣΚΗΝΟΒΑΣΙΕΣ, 01/02/2012

Ένα βράδυ στη φάρμα των Στάλλερ

Το εμβληματικό έργο του γερμανού Φραντς Ξάβερ Κρετς, Stallerhof, (Η φάρμα των Στάλλερ), σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Το έργο που το 1972, σόκαρε με τις ωμές εικόνες και τη σκληρότητα των διαλόγων, σαράντα χρόνια μετά εντυπωσιάζει αυτή τη φορά για την αλήθεια που φέρουν οι λέξεις και οι συμπεριφορές των χαρακτήρων. 

Μέσα από έναν απογυμνωμένο, ελλειπτικό διάλογο ξεδιπλώνονται οι σκέψεις, οι ορμές, οι ηθικές και θρησκευτικές αναστολές των τεσσάρων χαρακτήρων: του αγρότη Στάλλερ και της γυναίκας του, της 13χρονης κόρης τους, Μπέππι, που έχει μια μορφή πνευματικής υστέρησης και του 60χρονου εργάτη του κτήματος, Ζεπ.
Ο Ζεπ διακορεύει την ανήλικη κοπέλα, οδηγώντας την απότομα σε έναν κόσμο άγνωστο σε αυτήν, αυτόν της ερωτικής ικανοποίησης. Η Μπέππι "γαντζώνεται" πάνω στον Ζεπ, εκφράζοντας ένα είδος ερωτικής έλξης, μιας ανάγκης για επαφή, αφού είναι ο μόνος άνθρωπος που ασχολήθηκε μαζί της.
Το κείμενο —αν και θεματολογικά κατευθύνεται προς τα εκεί— δεν είναι απλά παράθεση εικόνων της αγροτικής ζωής. Δεν είναι ένα οικογενειακό μελόδραμα. Ναι, το υλικό προσφέρεται για τη δημιουργία ενός μελοδράματος: μια κοπέλα που την περιθωριοποιούν οι ίδιοι της οι γονείς, χτυπώντας και προσβάλλοντάς την, βρίσκει "καταφύγιο" σε έναν άντρα που τη βιάζει, ουσιαστικά έναν παιδόφιλο, και μένει έγκυος. Κι όμως η δομή του έργου —παράθεση σύντομων εικόνων που είναι εμπλουτισμένες από σοκαριστικές αντισυμβατικές στιγμές και η αποφυγή του συγγραφέα να πάρει θέση δικαιολογώντας ή κατηγορώντας τους χαρακτήρες για τις πράξεις και τις σκέψεις τους— του δίνουν μια εξαιρετική δυναμική, παραπέμποντας μάλιστα σε έργα του "θεάτρου στα μούτρα" (in yer face theatre) που ευδοκίμησε στη Βρετανία με κορύφωση τις δεκαετίες του 80 και του 90, δίνοντας έργα κοινωνικού προβληματισμού με "σκληρές" εικόνες. 
Ο Θεοδωρόπουλος ακολούθησε τις επιταγές του κειμένου —συνεπικουρούμενος από την έξοχη μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου, που αναδεικνύει τον ελλειπτικό διάλογο— και έστησε μια παράσταση εξαιρετικά μετρημένη που ακολουθεί τη ρυθμικότητα του ελλειπτικού διαλόγου. Οι σκηνές του αυνανισμού, της αφόδευσης, του έντονου γυμνού, των ερωτικών συνευρέσεων —με τη συμβολή των φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη— φεύγουν από το πεδίο του σοκ και αποκτούν θεατρικό, εικαστικό ενδιαφέρον.
Το κουαρτέτο των ηθοποιών της παράστασης (Μάνος Βακούσης, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Μαρία Καλλιμάνη και η νεαρή πρωτοεμφανιζόμενη Αμαλία Αρσένη) τόσο ατομικά, όσο και σαν σύνολο κατορθώνουν να μεταδώσουν στο θεατή τον λαβυρινθώδη ψυχισμό των χαρακτήρων που υποδύονται. Ιδιαίτερη αναφορά στην ερμηνευτική μεταστροφή της Καλλιμάνη (κυρία Στάλλερ), τη στιγμή που ετοιμάζεται να κάνει η ίδια έκτρωση στην κόρη της. Μέσα από τις συσπάσεις του προσώπου της αναδύονται όλες οι ηθικές, θρησκευτικές, ανθρώπινες αναστολές που την οδηγούν τελικά στο να μην κάνει την έκτρωση. Η Αρσένη που βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο —πέρα από την προφανή δυσκολία της ερμηνευτικής προσέγγισης ενός ρόλου ενός ατόμου με κάποια ιδιαιτερότητα— καταφέρνει να μην σταθεί σε "ευκολίες" κινησιολογικές ή φωνητικές και να δώσει μια ερμηνεία σύνθετη με φορτισμένες στιγμές. Ένα σημαντικό ξεκίνημα μιας νέας ηθοποιού.
Η δράση εντάσσεται στο σκηνικό, πολλαπλών, εναλλασόμενων χώρων, που δημιούργησε η Μαργαρίτα Χατζηιωάννου. Με τη χρήση ξύλινων πάγκων και τραπεζιών ο χώρος μετατρέπεται σε κουζίνα, τραπεζαρία, κρεβατοκάμαρα, αποθήκη αλλά και λούνα παρκ, εκκλησία. Ίσως η ακατάπαυστη αλλαγή χώρων που συνοδεύεται από την είσοδο εργατών για να αλλάξουν το σκηνικό χώρο, θα έπρεπε να μετριαστεί καθώς λειτουργεί εις βάρος της ατμόσφαιρας που έχει δημιουργηθεί.
Συνολικά, μια καλή σκηνική ανάγνωση ενός "πλούσιου" κειμένου. Από τις "φωτεινές" στιγμές της θεατρικής περιόδου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ελένη Πετάση, Clickatlife.gr, 20/02/2012

Την προοπτική μιας καινούργιας ζωής, που φέρει το έργο του Φραντς Ξάβερ Κρετς «Stallerhof», σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, μας μεταφέρει η Ελένη Πετάση.

Όταν το «Stallerhof» (Η φάρμα των Στάλερ) πρωτοπαρουσιάστηκε το 1972 στο Αμβούργο ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων τόσο για τις βίαιες όσο και προκλητικές σκηνές του.

Λίγοι είναι αυτοί που διέκριναν πίσω από τη εξαθλιωμένη ζωή της οικογένειας Στάλερ όλους εκείνους τους συμπατριώτες τους που στα όρια της φτώχειας, αγράμματοι, θρησκόληπτοι και δίχως πολιτική συνείδηση πάσχιζαν να επιβιώσουν καθηλωμένοι στις αγροτικές περιοχές της χώρας, σε απόσταση αναπνοής -και ωστόσο ανέγγιχτοι- από το μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Γερμανίας.

Αυτούς, δηλαδή, που ο Φραντς Ξάβερ Κρετς υπερασπιζόταν με πάθος θεωρώντας ότι οι αποτρόπαιες πράξεις τους οφείλονταν στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Σοκάροντας το αστικό κοινό, που εν τέλει αντιμετώπιζε τους διογκωμένους πλην όμως αληθινούς ήρωές του σαν εξωγήινες φιγούρες, δεν δίστασε να εκφράσει στην πρεμιέρα του έργου την αδιαφιλονίκητη πεποίθησή του: «Από κάτω οι χασάπηδες και πάνω στη σκηνή τα θύματα».

Θύματα είναι, λοιπόν, και τα πρόσωπα του Stallerhof. Τόσο οι σκληροί, πνευματικά και ψυχικά απογυμνωμένοι γονείς της δεκατριάχρονης Μπέπι που, δεσμευμένοι από προκαταλήψεις, δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την διανοητική της καθυστέρηση και της συμπεριφέρονται με τον πιο απαξιωτικό τρόπο, όσο και ο εξηντάχρονος Ζεπ, ένας στερημένος εποχικός εργάτης που ονειρεύεται τη φυγή του σε ένα καλύτερο αύριο, ο οποίος τη βιάζει καθιστώντας την έγκυο.

Όμως ο Γερμανός πολιτικοποιημένος συγγραφέας (μέλος τότε του Κομουνιστικού Κόμματος το οποίο οχτώ χρόνια αργότερα εγκατέλειψε μαζί με τις αισθητικές του δεσμεύσεις) δεν στέκεται μόνο στην ανατριχιαστική ωμότητα των καταστάσεων που περιγράφει (αυνανισμός, αποπλάνηση ανηλίκου, σεξουαλική συνεύρεση, αφόδευση, απόπειρα έκτρωσης, διάρροια, δηλητηρίαση ενός σκύλου). Ανοίγει μια ελπιδοφόρα ρωγμή απ' όπου αυτοί οι ξεχασμένοι από το Θεό άνθρωποι αντλούν τη συναισθηματική θερμότητα που τους αρνήθηκαν.

Μέσα από την παράδοξη ερωτική σχέση τους η Μπέπι και ο Ζεπ αναπτύσσουν το δικό τους αδέξιο αλλά γεμάτο ανθρωπιά σύμπαν.

Όταν μάλιστα η «επιβεβλημένη» έκτρωση με σαπουνόνερο ματαιώνεται την τελευταία στιγμή, η προοπτική μιας καινούργιας ζωής αφυπνίζει τους αδιάλλακτους γονείς, φέρνει την Μπέπι μέσα στους κόλπους της οικογένειας και ενδεχομένως σηματοδοτεί την προοπτική ενός νέου, σαφώς καλύτερου, κόσμου.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος χειρίστηκε όσο πιο διακριτικά γίνεται τις ρεαλιστικά τολμηρές σκηνές του έργου υποφωτίζοντας έντεχνα (φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης) τα γυμνά κορμιά και τους άσεμνους εναγκαλισμούς τους. Εστιάζοντας στις αποχρώσεις των συναισθημάτων τήρησε σχολαστικά τις παρατεταμένες παύσεις που υποδεικνύει ο συγγραφέας, αφήνοντας τη σιωπή και τη σωματικότητα των ηθοποιών να εκφράσουν όσα ο εσκεμμένα φειδωλός λόγος του κειμένου αδυνατεί να διατυπώσει.

Αυτήν τη σωματικότητα υπηρέτησε επιδέξια η πρωτοεμφανιζόμενη Αμαλία Αρσένη. Με μυωπικά γυαλιά, απορημένο βλέμμα, στραμπουλιγμένες στάσεις και χειρονομίες επέβαλε τη στρεβλή επικοινωνία της με το περιβάλλον. Η απειρία της φάνηκε μόνο στην εκφορά του λόγου που συχνά ερχόταν σε αντίθεση με το χαρακτήρα της προβληματικής ηρωίδας. Ο Μάνος Βακούσης με γερά ριζωμένο το ένστικτο ενός ακατέργαστου ανθρώπου, χωρίς ηθικές αναστολές αλλά εκπέμποντας εκρήξεις γνήσιας τρυφερότητας, ταυτίστηκε με την προσωπικότητα του Ζεπ. Η Μαρία Καλλιμάνη και ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος σκιαγράφησαν επαρκώς τους ρόλους τους.

Αν κάτι, ωστόσο, απορρύθμισε τη ροή της παράστασης ήταν η συνεχής εναλλαγή των σκηνών με συνδετικό τους κρίκο ένα ολιγόλεπτο σκοτάδι, κατά τη διάρκεια του οποίου τα υποτυπώδη αντικείμενα μεταφέρονταν -και δυστυχώς όχι αθόρυβα- σε διαφορετικά σημεία του σκηνικού χώρου προκειμένου να δημιουργήσουν ατμοσφαιρικά πεδία δράσης.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Άννυ Κολτσιδοπούλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19/02/2012

Δύσκολη η τέχνη της αλαλίας 

Αν εξαιρέσω έργα της Σάρας Κέιν, ιδίως σε παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή, μόνο μία ακόμη φορά στη ζωή μου έχω δεχτεί μπουνιά στο στομάχι από έργο και παράσταση. Ήταν το Stallerhof στο Αμβούργο (Ιούνιος 1972) σε σκηνοθεσία Ούλριχ Χάιζινγκ με Μπέπι την πρωτοεμφανιζόμενη τότε Εύα Μάτες. Για φοιτητριάκι -ακόμη και της θεατρολογίας- καταγόμενο από τη συντηρητική και χουντοκρατούμενη Ελλάδα η λεκτική ένδεια από τη μια και η σωματο-λειτουργική, ανενδοίαστη έκθεση της ανθρώπινης φύσης από την άλλη ισοδυναμούσε, ακόμη και μετά τον Μάη του '68, με καθαρή βία αλλά και με βίαιη συνειδητοποίηση ποιες καθημερινές αφασίες μπορούν να την πυροδοτήσουν.

Σαράντα χρόνια αργότερα, βλέποντας ξανά το έργο στη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου αναρωτιέμαι τι φταίει και δεν ταράζομαι. Γιατί το έργο δείχνει εκτός εποχής και κλίματος, ενώ δεν είναι; Εποχιακός εργάτης, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, αφήνει έγκυο την καθυστερημένη, έφηβη κόρη του ζεύγους των αγροτών όπου εργάζεται. Ο πατέρας τον εκδικείται σκοτώνοντας τον σκύλο του, μοναδικό φίλο, υποτακτικό και περιουσιακό του στοιχείο. Στη συνέχεια, το ζευγάρι προσπαθεί απελπισμένα να ξεφορτωθεί «το παιδί με το παιδί ή το παιδί μέσα στο παιδί», πράγμα που λίγο η θρησκεία λίγο η ανέλπιστη άνθηση μιας αχτίδας ανθρωπιάς τελικά το αποτρέπει. Ετσι το έργο, στην τελευταία, υπέροχη σκηνή λίγο πριν από τις ωδίνες γέννας της Μπέπι, αποκτά ανέλπιστα μιαν αισιόδοξη ρωγμή μέσα στο έρεβος. Τι φταίει λοιπόν και το έργο δεν με πείθει;

Χρειάστηκε να καταφύγω στο πρωτότυπο και στη σύγκριση με την ελληνική απόδοση της βραβευμένης μεταφράστριας Κοραλίας Σωτηριάδου για να καταλάβω πως φταίει ο λόγος. Για την ακρίβεια οι μεταφραστικές επιλογές πάνω στη βαυαρέζικη διάλεκτο που γράφει ο Κρετς. Θεμιτή η επιλογή να μη μεταφερθεί σε κάποιο δικό μας ιδίωμα το έργο. Ομως, πόσο στραγγαλιστική είναι για το κλίμα, την πνοή, τα πρόσωπα του έργου η επιλογή μιας εκλογικευμένης, αστικοποιημένης γλώσσας δίχως ίχνος λαϊκής χροιάς; Λείπει εντελώς η μυρωδιά της κοπριάς και της σάρκας, η ιθαγένεια των συγκοπτόμενων λόγων αλλά κυρίως των σιωπών τους. Ιθαγένεια όχι τόπου βέβαια, αλλά τάξης και αποκλεισμού. Η μετάφραση «διόρθωσε» ακόμη και τις συντακτικές μεταθέσεις που δίνουν στον έτσι κι αλλιώς παγωμένο λόγο μια σταλιά συναισθηματικής εξωτερίκευσης.

Να επιδίωκε αυτή η ουδετεροποίηση έναν λόγο πασπαρτού, που θα ταίριαζε στις «γκρίζες ζώνες και του δικού μας σήμερα, όπου η δυστυχία δεν χωράει πια στο περιθώριο κι έχει καταλάβει το κέντρο της σκηνής», όπως σημειώνει στο πρόγραμμα ο σκηνοθέτης; Νομίζω, ένας λόγος λαϊκός και ατελής αλλά όχι αποστειρωμένος θα βοηθούσε περισσότερο. Ακόμη και στη διαφοροποίησή του από τον άλλο λόγο, τον απορρέοντα από τους τίτλους και τα στερεότυπα λαϊκών φυλλάδων, τηλεοπτικών εκπομπών ή εκκλησιαστικού λόγου.

Στο Stallerhof είναι εξίσου σημαντικό ό,τι συμβαίνει και ό,τι δεν συμβαίνει. Ο,τι αρθρώνεται και ό,τι δεν αρθρώνεται. Μέσο για όλα, οι παύσεις και οι σιωπές, που συγκίνησαν και τον σκηνοθέτη. Οι σιωπές για να συμβούν, όμως, για να 'ναι εύγλωττες και συνταρακτικές πρέπει να είναι συναρτήσεις κάποιων φράσεων που προηγήθηκαν και κάποιων που θα ακολουθήσουν. Συμπεραίνω πως η σκηνοθεσία θα ήταν διαφορετική έχοντας ως παρτιτούρα έναν διαφορετικό λόγο, όπως και το παίξιμο των καλών ηθοποιών Μάνου Βακούση, Μαρίας Καλλιμάνη, Κώστα Τριανταφυλλόπουλου.

Οφείλω να συγχαρώ τη σκηνοθεσία για την άψογη αισθητική των γυμνών σκηνών κι εκείνων με τις ταπεινότερες των ταπεινών, ανθρώπινες λειτουργίες. Από κει και πέρα μπορεί να ενόχλησε κι εμένα το νατουραλιστικό σκηνικό, ο ψεύτικος αντί ζωντανού, σκύλος, τα μπες-βγες των φροντιστών σκηνής, το παιδικό φουστανάκι, και το άτεχνο στήσιμο της Μπέπι στην αρχή. Όλα όμως τα λησμόνησα μπροστά στην τελευταία, συγκλονιστική σκηνή όπου η κραυγή και η απαράμιλλη έκφραση της Αμαλίας Αρσένη αποκάλυψαν την προβληματική του συγγραφέα, τις προθέσεις του σκηνοθέτη, το ταλέντο και τις δυνατότητες μιας νέας, τολμηρής ηθοποιού.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 09/02/2012

Η σχέση ενός κοριτσιού με νοητικά προβλήματα κι ενός ηλικιωμένου εργάτη, σε μια παράσταση που θα διχάσει, μολονότι μετατρέπει τις πιο «απρεπείς» σκηνές σε έργο τέχνης και τους αντιήρωες σε βασανισμένα πλάσματα της διπλανής… υπαίθρου.

Με ανοιχτά τα πόδια, ξεβράκωτη και συντετριμμένη, η μικρή Μπέπι περιμένει τη μητέρα της να της κάνει έκτρωση με σαπουνόνερο. Μια φέτα αληθινής ζωής -φρικιαστικά απάνθρωπη όσο και ασυνήθιστη για τα δεδομένα του αστικού θεάτρου- έχει μπουκάρει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Δεν σοκάρει όμως. Ίσως επειδή έχουμε εκπαιδευτεί «ως ηδονοβλεπτικό κοινό και καταναλώνουμε τέτοιες σκηνές σαν εξωτικό θέαμα», όπως είχε παρατηρήσει κάποτε ο Κρετς. Ίσως όμως κι επειδή ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, εμπιστευόμενος την αξιοθαύμαστη «φωτιστική σκηνοθεσία» του Σάκη Μπιρμπίλη, έχει μετατρέψει τις «απρεπείς» σκηνές σε έργο τέχνης, σηματοδοτώντας έτσι την πιο τολμηρή υφολογικά σκηνοθεσία του και μια παράσταση αδρών και αφοπλιστικά ειλικρινών ερμηνειών. Ένας υπόγειος γκροτέσκος τόνος διατρέχει τη σκηνοθεσία του απαλύνοντας τη δραματικότητα του θέματος ή την ακρότητα των σκηνών του έργου.

Γιατί το “Stallerhof” («Η φάρμα των Στάλερ») βρίθει ωμών μέχρι και εμετικών σκηνών: αφόδευση, αυνανισμός, βιασμός ανηλίκου, θανάτωση ζώων. Είναι όμως κι ένα έργο γεμάτο ζωτικά ερωτήματα γύρω από την έννοια της στέρησης, του δικαίου, της βίας και της αγάπης. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη φάρμα των Στάλερ. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη της οικογένειας, η έφηβη Μπέπι, συνάπτει μια παράξενη σχέση -στα όρια της κακοποίησης και της τρυφερότητας- με τον Ζεπ, έναν πολύ μεγαλύτερό της εποχικό εργάτη. Η σχέση τους θα καταλήξει σε μια απρόσμενη εγκυμοσύνη. Αν και πιστό στη ρεπερτοριακή γραμμή ωμού κοινωνικού ρεαλισμού του Θεάτρου του Νέου Κόσμου («Τα Ορφανά», «Σφαγείο», «Οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας» κ.ο.κ.) το συγκεκριμένο έργο είναι ακατάλληλο για ανηλίκους, αλλά αυστηρώς κατάλληλο για όσους ενδιαφέρονται να δουν ένα μεταμοντέρνο, φορμαλιστικό λαϊκό θέατρο. Οι αντιήρωες του “Stallerhof” είναι μέλη μιας φτωχής, αποστερημένης και μη καπιταλιστικά υπολογίσιμης μικροκοινωνίας. Δεν υπάρχει τίποτε πίσω από τις -ελάχιστες- λέξεις που εκφέρουν γιατί απλούστατα δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν. Δεν ξέρουν ούτε πώς να σκεφτούν –τα λόγια τους φαντάζουν δανεικά, οι αξίες τους έξωθεν «φορεμένες». Δεν ξέρουν ούτε πώς να αισθανθούν –η συναισθηματική νοημοσύνη απολείπει σε βαθμό απόγνωσης.  Και το σωματικό παίξιμο του τετραμελούς θιάσου -πρόσεξε τη μάνα της Μαρίας Καλλιμάνη με τους κυρτωμένους από τα καθημερινά βάρη ώμους- εκφράζει ότι δε μπορεί να ειπωθεί. Ο Μάνος Βακούσης έχει γίνει ένα με τον συναισθηματικά ανώριμο, ηθικά αβέβαιο, αλλά προς στιγμήν  σπλαχνικό εργάτη, ενώ ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος υπηρετεί με συνέπεια το ρόλο του στιβαρού και άξεστου πατέρα. Όσο για τη νεαρή Αμαλία Αρσένη, κάνει ένα γενναίο ντεμπούτο ως δύσμορφη και δύσμοιρη Μπέπι, σπαρακτική μέσα στη στιγμιαία αμεριμνησία και την παντοτινή υποτακτικότητά της.

Τι μπορεί όμως να είναι για μας σήμερα το «Stallerhof» του 1972; Μια υπενθύμιση των βασικών μας ενστίκτων -βίας κι εξουσίας, ερωτισμού και σεξουαλικής αναπαραγωγής, επιβίωσης, επικοινωνίας αλλά και ανθρωπιάς. Και, ως ένα κατεξοχήν αντι-βουκολικό δράμα, λειτουργεί σαν ζοφερή σημείωση για το πόσο ελάχιστα ειδυλλιακή μπορεί να είναι η –εξιδανικευμένη για τους μοντέρνους αστούς- ζωή της υπαίθρου. Εισάγοντας μια λυτρωτική αίσθηση μαύρου χιούμορ αλλά και συνταρακτικής ευσπλαχνίας, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μοιάζει να έχει αντιμετωπίσει το έργο σαν άγρια όσο και αβάσταχτα τρυφερή αγροτική φάρσα ενός παλιού μαρξιστή. Γιατί ο Κρετς έχει μεγεθύνει και εσχατοποιήσει τα αδιέξοδα της υπαίθρου και των -υλικά, συναισθηματικά και συνειδησιακά- φτωχών κατοίκων της. Και είναι σαν να λέει: προσοχή! Κανείς δεν επέλεξε να ζει έτσι, απλώς αυτό συμβαίνει στον «πολιτισμένο μας κόσμο»: από τη μια οι προηγμένοι αστοί, από την άλλη οι υπανάπτυκτοι προλετάριοι ή –για να χρησιμοποιήσουμε μια δική του έκφραση-  «από τη μια οι χασάπηδες, από την άλλη τα θύματα». Η σκηνή θυμίζει αγροικία· υπάρχουν ακόμη και κλουβιά με ζωντανά κουνέλια (σκηνικά –κουστούμια: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου). Διαβάζοντας τη γραμμική δομή των σκηνών σαν να είναι σεκάνς του σινεμά, ο σκηνοθέτης τις χωρίζει με σκοτάδια και τις στήνει στις διάφορες γωνίες του θεάτρου, το οποίο θυμίζει κινηματογραφικό πλατό υψηλής εικαστικότητας. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα εξόφθαλμα σκηνοθετικά φάουλ: ο ψεύτικος σκύλος-κούκλα αντί ενός αληθινού, όπως απαιτεί ρητώς ο συγγραφέας, οι διαρκείς μετακινήσεις σκηνικών από τους -μεταμφιεσμένους σε αγρότες- τεχνικούς και οι εντελώς αταίριαστες μουσικές συνθέσεις (ambientύμνοι και technobeats) του Σταύρου Γασπαράτου.

Ο 68χρονος σήμερα Φραντς Ξάβερ Κρετς είναι από τις πιο γνωστές και αμφιλεγόμενες μορφές του γερμανικού θεάτρου: εσαεί αντιρρησίας και προκλητικός, υπήρξε μαρξιστής, στη συνέχεια μεγαλοαστός και πλέον σκεπτόμενος αναρχικός.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λουίζα Αρκουμανέα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 05/02/2012

Η ρωγμή

Stallerhof” του Φραντς Ξάβερ Κρετς στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Είναι σίγουρα προφανές ότι οι γονείς της Μπέπι, της έφηβης ηρωίδας με πνευματική καθυστέρηση, ευθύνονται σε τεράστιο βαθμό για την ελλιπή, κουτσουρεμένη ανάπτυξη της κόρης τους. Δεν είναι απλώς ότι δεν επιδεικνύουν τη στοιχειώδη ανθρώπινη συμπόνια που αρμόζει σε ένα ανάπηρο πλάσμα∙ αντιθέτως, την προσβάλλουν, τη βρίζουν, την ταπεινώνουν. «Ακούς τι λέει ο πατέρας σου, είσαι καθυστερημένη. Καμιά χαρά δεν μας δίνεις» ακούγεται το σχόλιο της μάνας που μοιράζει χαστούκια αντί για χάδια.

Θα μπορούσε εύκολα να πει κανείς ότι αυτοί οι δύο, ο κύριος και η κυρία Στάλερ, δεν είναι τίποτε άλλο παρά τέρατα. Και θα είχε δίκιο, κατά έναν παράξενο τρόπο όμως αυτό το δίκιο δεν θα του εξασφάλιζε πρόσβαση σε ολόκληρη την αλήθεια. Δέσμιοι της αμορφωσιάς, του φτωχού αγροτικού περιβάλλοντος όπου διάγουν τον βίο τους, των κοινωνικών προκαταλήψεων που συνοδεύουν τη γέννηση ενός τέτοιου παιδιού όπως το δικό τους, ο κύριος και η κυρία Στάλερ είναι δύο ακόμη κρίκοι στην αλυσίδα αδικίας που διατρέχει τον ρουν της Ιστορίας. «Δεν καθορίζει η συνείδηση των ανθρώπων την ύπαρξή τους, άλλα αντίθετα η κοινωνική τους ύπαρξη καθορίζει τη συνείδησή τους» έγραφε ο Μαρξ και το ζεύγος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. «Λένε πως οι ζαβοί δεν τον νιώθουν τον θάνατο όπως εμείς οι άλλοι» υποστηρίζει η μάνα όταν αναλογίζεται μαζί με τον σύζυγό της το ενδεχόμενο έκτρωσης στην Μπέπι που έμεινε έγκυος από τον εξηντάχρονο Ζεπ, εργάτη στη φάρμα τους. Και ο σύζυγός της απαντά: «Σωστά, σαν τις μύγες, ούτε αυτές το καταλαβαίνουν».

Τέτοια σκληρότητα είναι ανατριχιαστική, δίχως άλλο, με όποιον τρόπο και αν βρήκε τον δρόμο να φωλιάσει στην καρδιά δυο γονιών. Αυτό όμως που κεντρίζει περισσότερο την αγωνία του συγγραφέα δεν είναι η χαρτογράφηση των βαθύτερων οικονομικοκοινωνικών συνθηκών που εξαθλιώνουν τους ανθρώπους. Είναι η δύναμη των καταδικασμένων να αντιστέκονται στη μοίρα τους και να δημιουργούν μικρές έστω ρωγμές στον τοίχο που ορθώνεται ανυπέρβλητος μπροστά τους. Η Μπέπι καταφέρνει να συνάψει - έστω και αν αρχικά της επιβάλλεται - μια αδέξια ερωτική σχέση με τον Ζεπ, απελπισμένο ήρωα που πασχίζει να δραπετεύσει σε ένα καλύτερο αύριο. Η επιθυμία του Ζεπ για την Μπέπι βγάζει και τους δύο από τον λήθαργο της ανυπαρξίας και δημιουργεί μια μικρή μονάδα θερμότητας ενάντια στο κενό που απειλεί καθημερινά να τους καταπιεί.

Αυτή τη σχέση ανάμεσα σε δύο περιφρονημένες υπάρξεις που χτίζουν έναν δικό τους κόσμο ανέδειξε περισσότερο από όλα τα στοιχεία του έργου η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Δίπλα σε άχυρα και σε στοίβες με πατάτες, αδέξια και άγαρμπα, χωρίς ρομαντισμό αλλά με τρυφερότητα, παρακολουθούμε τον Ζεπ να αφηγείται ιστορίες με Ινδιάνους, να κάνει δώρα στην Μπέπι ή να παρασύρει την κοπέλα σε σεξουαλικές περιπτύξεις που μόνο σταδιακά αρχίζει και εκείνη να τις απολαμβάνει. Και ενώ έχουμε να κάνουμε με την πλέον αντισυμβατική ένωση, η χημεία των ηθοποιών δεν μας αφήνει στιγμή να πιστέψουμε ότι πρόκειται για έναν στρεβλό δεσμό ενηλίκου - ανηλίκου αλλά για μια πηγαία, αναγκαία συνύπαρξη, που φέρνει στην επιφάνεια ό,τι καλύτερο κρύβει ο καθένας μέσα του. Ακόμη και η εγκυμοσύνη που ακούσια προκύπτει δεν φαντάζει σοκαριστική αλλά μάλλον λυτρωτική: χάρη σε αυτήν, έχουμε την αίσθηση, η Μπέπι ξανακερδίζει μια θέση μέσα στην οικογένειά της η οποία αποδέχεται τελικά τον ερχομό μιας νέας ζωής στους κόλπους της.

Εξαιρετική η Αμαλία Αρσένη στον δύσκολο ρόλο της Μπέπι. Η προσεκτικά επιλεγμένη γκάμα κινήσεων και εκφράσεων (η ανύψωση των φρυδιών και η τακτοποίηση των γυαλιών μυωπίας στη μύτη, το βλέμμα καλοκάγαθης απορίας, ή το «στρίψιμο» των ποδιών) έρχονται να γεμίσουν τη σιωπή της ηρωίδας με αναζωογονητική ευφράδεια. Μοναδικό αδύνατο σημείο στην ερμηνεία της αποδεικνύεται η φωνή της, η οποία μοιάζει να μην ταιριάζει στην υπόλοιπη προσωπικότητα που πλάθει η ηθοποιός - θα μπορούσε ίσως να τη δουλέψει πιο «ψηλά».

Πληθωρικός συνοδός της ο Μάνος Βακούσης στον ρόλο του Ζεπ, αναδεικνύει, με την έμφυτη λεπτότητά του, τη χαριτωμένη πλευρά ενός ήρωα που εκθέτει όλη τη βρώμικη υπόσταση της ανδρικής σεξουαλικότητας (χαρακτηριστική η σκηνή που αποπλανεί την Μπέπι αφού σκουπίσει πρόχειρα τη διάρροια που έχει λερώσει το εσώρουχό της).

Λιγότερο εύστοχη η Μαρία Καλλιμάνη ως κυρία Στάλερ, αδυνατεί να πείσει για την προτεσταντική ακαμψία της μάνας που αντιμετωπίζει την κόρη της περίπου όπως και τα ζωντανά της φάρμας. Ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος ως Στάλερ μένει σε μια επαρκή αλλά επιφανειακή σκιαγράφηση του πατέρα.

Το σημαντικότερο πρόβλημα της παράστασης όμως έγκειται στο ζήτημα του ρυθμού. Προκειμένου να αξιοποιήσει πλήρως όλες τις δυνατότητες του σκηνικού, ο σκηνοθέτης έστησε κάθε σκηνή σε διαφορετικό σημείο, την κάθε μία με τα δικά της «αξεσουάρ» (κυρίως ξύλινα σκαμπό, τάβλες ή τραπέζια). Και ενώ αυτό δημιουργεί ποικίλες ατμοσφαιρικές εστίες (με τη συνδρομή υποβλητικού φωτισμού του Σάκη Μπιρμπίλη), η υλοποίησή του βασίζεται σε μια συνεχή μεταφορά αντικειμένων μεταξύ των σκηνών. Ως αποτέλεσμα, οι αλλαγές διαρκούν πολύ, προκαλούν ελαφριά «βαβούρα» και λειτουργούν τελικά εις βάρος της ομαλής ροής καλώντας τον θεατή να μπαίνει και να βγαίνει κάθε λίγο από τη δράση. Νομίζω πως αν μειωθεί αυτή η παράπλευρη «φλυαρία», η παράσταση θα σφίξει και θα μπορέσει να λειτουργήσει πιο ευθύβολα και ουσιαστικά, πιο πιστά ως προς το πνεύμα ενός κειμένου που σχεδόν σοκάρει με την ακραία λιτότητά του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ματίνα Καλτάκη, LIFO, 01/02/2012

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος καταπιάνεται με το δύσκολο και προκλητικό έργο του Κρετς και δημιουργεί μια καλοδουλεμένη παράσταση με σπουδαίες ερμηνείες και ίσες δόσεις σκοταδιού κι ελπίδας.

Δεν είναι εύκολη περίπτωση συγγραφέα ο Φραντς Ξάβερ Κρετς (γεν. 1946), συγγραφέας του έργου Stallerhof (ελληνιστί: Η φάρμα του Στάλερ, 1972) που παρουσιάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου.
Με βίο περιπετειώδη, μια σειρά τολμηρών στη γραφή και τη θεματολογία έργων με τα οποία προκάλεσε την κοινή γνώμη του μεταπολεμικού γερμανικού «οικονομικού θαύματος», με πολιτική σκέψη τολμηρή αλλά και απροσδόκητες, ενίοτε αντικρουόμενες, απόψεις, έχοντας γνωρίσει μεγάλη επιτυχία (με αρκετά από τα θεατρικά του και με τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά σίριαλ) αλλά και έντονη κριτική για ηθελημένα προκλητική στάση και γραφή, ο Κρετς εκφράζει πολύ καλά τη σύγχυση και τις αντιφάσεις της γενιάς των Γερμανών που γεννήθηκαν αμέσως μετά τον πόλεμο.
Ο Κρετς μεγάλωσε στη Βαυαρία, στο Μόναχο κυρίως, σε μια περιοχή δηλαδή όπου ο ναζισμός «άνθησε». Κέντρο της βιομηχανικής παραγωγής του Γ’ Ράιχ, που βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τους Συμμάχους, πέρασε στα χέρια των αμερικανικών στρατευμάτων στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, για να δεχτεί στη συνέχεια τεράστιες χρηματικές επενδύσεις (σχέδιο Μάρσαλ) και ν’ αποτελέσει, σε εύλογο χρονικό διάστημα, ικανό δείγμα της αξιοθαύμαστης ανοικοδόμησης της χώρας. Η μετάβαση από την απόλυτη υλική και ηθική καταστροφή στην απόλυτη αναγέννηση, ωστόσο, κρύβει ένα κρίσιμο κεφάλαιο στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. «… ο απαιτούμενος όγκος εργασίας, σε συνδυασμό με τη δημιουργία μιας νέας, απρόσωπης πραγματικότητας, απέκλεισε εκ των προτέρων κάθε ενδεχόμενη αναμέτρηση με το παρελθόν, στρέφοντας το βλέμμα των πολιτών αποκλειστικά προς το μέλλον», γράφει ο συνομήλικος του Κρετς,W.G. Sebald (στην πολύ ενδιαφέρουσα Φυσική ιστορία της καταστροφής, εκδ. Άγρα, 2008).
Ο όλεθρος δεν αντιμετωπίστηκε ως συνέπεια της προηγούμενης συλλογικής διαστροφής, αλλά ως έναυσμα για τη νέα ανάπτυξη. Η αποσιώπηση και η απώθηση του πένθους αφορούν εξίσου και τους μεταπολεμικούς Γερμανούς συγγραφείς, που έγραψαν σαν να μην τους αφορούσε το άγος του παρελθόντος.
Ο Κρετς ξεκίνησε να γράφει, έχοντας στο μυαλό του τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, αλλά οι θεατές των θεατρικών του δεν ήταν άλλοι από το γνωστό, αστικό κοινό, που, μετά το αρχικό σοκ, κατανάλωνε ακόμη και ανατρεπτικά έργα ως εξωτικό θέαμα - όπως ο ίδιος έχει πει για την πρώτη παράσταση του Stallerhof στο Αμβούργο το 1972: «Από κάτω οι χασάπηδες και πάνω στη σκηνή τα θύματα»! Η αντίδρασή του ήταν να γραφτεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα (1972-1980), μακριά δηλαδή από τους απολιτικούς και ανερμάτιστους πειραματιστές του θεάτρου αλλά και τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, των αναρχικών κι ένοπλων ομάδων, όπως η Rote Armee Fraktion (Φράξια Κόκκινος Στρατός των Μπάαντερ-Μάινχοφ), που συνέχιζαν τον ένοπλο αγώνα για την «εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία».
Δύσκολα υποψιάζεται ο θεατής, 40 χρόνια μετά, από ποιο πολιτικό/ιδεολογικό περιβάλλον προέρχεται το Stallerhof. Που σημαίνει ότι το σημερινό κοινό, και δη εκτός Γερμανίας, δεν μπορεί να διακρίνει στο ζεύγος των αγροτών Στάλερ ένα τυπικό δείγμα συντηρητικών Γερμανών που ποτέ δεν σκέφτηκαν με ιστορική και πολιτική συνείδηση, απορροφημένοι από τις αγροτικές εργασίες τους. Ούτε και μπορούν να δουν στον 60χρονο ανειδίκευτο εποχικό εργάτη Ζεπ όλους αυτούς τους ανώνυμους που μόχθησαν σκληρά για να πετύχει το «γερμανικό οικονομικό θαύμα».
Η νέα Γερμανία δεν χρειάζεται πια ούτε τους Στάλερ ούτε τους Ζεπ. Κάπως έτσι και οι «πόλοι» εξομοιώνονται με το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, την ελαφρώς καθυστερημένη Μπέπι, που ως τέτοια είναι τελικά ανεπιθύμητη. Αυτή είναι η μία πλευρά της ερμηνείας - η άλλη συνδέεται με την ίδια τη δύναμη των ενστίκτων, που λειτουργούν ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε πολιτικο-οικονομικές αναφορές. Η Μπέπι θα γνωρίσει την ερωτική πράξη από τον Ζεπ και μέσα από την ατελή σχέση τους και οι δυο θα νιώσουν για πρώτη φορά ενδιαφέρον και τρυφερότητα, σ’ έναν χρόνο χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Χωρίς πολλά λόγια, ο συγγραφέας προσφέρει στην καθυστερημένη αποσυνάγωγη το δικαίωμα στη ζωή, μέσα από τη ζωή που κυοφορεί. Το θαύμα της νέας ζωής θα αφοπλίσει ακόμα και τους ψυχικά απισχνασμένους γονείς της.
Το Stallerhof δεν έχει μεγάλους διαλόγους, για την ακρίβεια κινείται πέρα απ’ όσα είναι δυνατόν να λεχθούν. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί ν’ αποδοθεί από σκηνής με μεγάλες διαφορές στις αποχρώσεις και στη θερμοκρασία. Θα μπορούσε, ας πούμε, η παράσταση να είναι αποκρουστική στη βία και τη σκληρότητα προσώπων και καταστάσεων, ώστε ν’ ακυρώνει κάθε πνεύμα αισιοδοξίας και πίστης στο μέλλον ως αφελές. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος προτίμησε μια σαφώς μετριοπαθή ερμηνεία ως προς τα προκλητικά σημεία του έργου (αφόδευση, αυνανισμός, σεξουαλική αποπλάνηση και συνεύρεση του Ζεπ με την έφηβη, απόπειρα άμβλωσης, δολοφονία σκύλου). Χωρίς να κρύψει τίποτε, τα αντιμετώπισε με τρόπο ώστε η όψη της παράστασης να μη γίνεται ποτέ ενοχλητική και χωρίς λόγο προκλητική (κυρίως με τους χαμηλούς, πλάγιους φωτισμούς και τη μελετημένη, πλάγια ή με την πλάτη προς το κοινό τοποθέτηση των σωμάτων των ηθοποιών).
Επιπλέον, χρωμάτισε την προτελευταία σκηνή του έργου (με πιο δυνατό, ζεστό φως, με ήχους από πουλιά που κελαηδούν και τη Στέλαρ της Μαρίας Καλλιμάνη σαφώς γλυκύτερη απ’ ό,τι στις προηγούμενες σκηνές), προκειμένου να βγαίνει ένα μήνυμα θετικό, που «υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ζωής». Έκανε πολύ καλά. Ακόμα και στις πιο μαύρες στιγμές κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την ελπίδα που δίνει νόημα στη ζωή να συνεχίζει.
Τις υποδειγματικές, δουλεμένες σε βάθος ερμηνείες των τριών έμπειρων ηθοποιών της διανομής (της Μαρίας Καλλιμάνη, του Μάνου Βακούση και του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου) συμπληρώνει αυτή της Αμαλίας Αρσένη, στην πρώτη, πολύ ελπιδοφόρα, επαγγελματική εμφάνισή της στη σκηνή.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP