Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

"Ο συγγραφέας" του Τιμ Κράουτς
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης και ο θίασος
Παίζουν: Κατερίνα Λυπηρίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας, Χρήστος Σαπουντζής

Ο Συγγραφέας είναι ένα σύγχρονο αγγλικό έργο του Tim Crouch, γραμμένο το 2007. Είναι ένα έργο που μιλάει σε πρώτο επίπεδο για τη βία και για την ενδοοικογενειακή κακοποίηση. Στην ουσία όμως, μιλάει για τη βία που κρύβει ο καθένας μας μέσα του και για την ηδονοβλεπτική διάθεση του θεατή. Μιλάει για την ευθύνη μας -ως θεατών- απέναντι σ' αυτό που επιλέγουμε και μας αρέσει να βλέπουμε, όσο δυσάρεστο, όσο βίαιο, όσο σοκαριστικό κι αν είναι!

Σ’ ένα θέατρο χωρίς σκηνή, οι θεατές κάθονται σε δύο αντικριστές κερκίδες, η μία πάρα πολύ κοντά στην άλλη. Οι ηθοποιοί του Συγγραφέα βρίσκονται ανάμεσά τους! Αφηγούνται την εμπειρία τους από μια παράσταση που έχει παιχτεί στο πρόσφατο παρελθόν. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο συγγραφέας εκείνης της παράστασης, οι δύο ηθοποιοί που έπαιζαν και ένας θεατής που την έχει δει. Οι προσωπικές τους ιστορίες, σε σχέση μ’ αυτή την παράσταση μπλέκονται σιγά-σιγά και καταλήγουν σε μια σοκαριστική και βίαιη σύγκρουση, η οποία στόχο έχει να εμπλέξει και τον ίδιο τον θεατή, να μην τον αφήσει απλό «εξωτερικό παρατηρητή» και τελικά να τον κάνει μέρος της παράστασης.

Παράσταση ακατάλληλη για ανηλίκους κάτω των 18 ετών.


Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Κιούσης

Σκηνοθεσία - Μουσική επιμέλεια: Παντελής Δεντάκης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Μάκης Παπαδημητριου, Γιάννος Περλέγκας, Χρήστος Σαπουντζής

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Φωτογραφίες: Ορφέας Εμιρζάς, Θωμάς Αρσένης

Κατασκευή σκηνικού χώρου: Νίκος Δεντάκης


 

Παίζουν οι ηθοποιοί

Κατερίνα Λυπηρίδου

Μάκης Παπαδημητρίου

Γιάννος Περλέγκας

Χρήστος Σαπουντζής


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα

από 6/10/2011 μέχρι 1/1/2012

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ελένη Πετάση, Clickatlife.gr, 31/10/2011

Κριτική θεάτρου: «Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς

Η Ελένη Πετάση γράφει για την πολυσυζητημένη παράσταση του έργου «Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς που παρουσιάζεται στο Δώμα του Θεάτρου Νέου Κόσμου.

«Με λένε Αντριαν. Είμαι ο Αντριαν και εσύ είσαι; Πώς σε λένε; Σου αρέσει εδώ; Ετσι που ακουμπάν τα γόνατά μας; Ε;... Τι ωραίο όνομα. Αλλά και εσύ είσαι ωραία. Δεν είναι ωραία; Τι λέτε όλοι εσείς;»

Η Ελένη Πετάση γράφει για την πολυσυζητημένη παράσταση του έργου «Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς που παρουσιάζεται στο Δώμα του Θεάτρου Νέου Κόσμου.

«Με λένε Αντριαν. Είμαι ο Αντριαν και εσύ είσαι; Πώς σε λένε; Σου αρέσει εδώ; Ετσι που ακουμπάν τα γόνατά μας; Ε;... Τι ωραίο όνομα. Αλλά και εσύ είσαι ωραία. Δεν είναι ωραία; Τι λέτε όλοι εσείς;»

Κάπως έτσι αρχίζει διάλογο με τους θεατές ο Μάκης Παπαδημητρίου εκμαιεύοντας τη συμμετοχή τους σε ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η μικρή, γυμνή αίθουσα στο Δώμα του Θεάτρου Νέου Κόσμου δεν επιτρέπει την παραμικρή μετακίνηση. Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή, καθόμαστε στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο με τους ηθοποιούς ανάμεσά μας και οι αντικριστές κερκίδες μας ωθούν να παρατηρούμε τις αντιδράσεις των απέναντι.

Οι ανάλαφρες ερωτήσεις βρίσκουν ανταπόκριση, το χιούμορ και οι αυτοσχεδιαστικές ατάκες προκαλούν ευφορία και οι παρευρισκόμενοι αρχίζουν να εξοικειώνονται με αυτό το «περίεργο» έργο στο οποίο η κατεστημένη σύμβαση ανάμεσα στα δρώμενα, το κοινό και τους ερμηνευτές ανατρέπεται από την πρώτη στιγμή.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου υποδύεται τον Αντριαν, ένα θεατή, «αθεράπευτα ρομαντικό... που ξεροσταλιάζει ώρες έξω από τα καμαρίνια... αντισταθμίζοντας έτσι την καθ' όλα μπανάλ ζωή του». Και ύπουλα, με υποδόρια ειρωνεία, και την αμεσότητα που τον χαρακτηρίζει μας εισάγει τόσο στον κόσμο του θεάτρου όσο και στον κόσμο των θεατρόφιλων. «Εγώ είμαι φίλος του "Royal Court", με συνδρομή. Γι' αυτό βλέπω ό,τι και αν ανεβάσουν! Ακόμη και αν δεν ξέρω τίποτα για το έργο... Τους εμπιστεύομαι», αυτοσαρκάζεται.

Το κείμενο, εξάλλου, του Τιμ Κράουτς χρησιμοποιεί τη σάτιρα ως εργαλείο για να σχολιάσει τη βρετανική σκηνή (Royal Court) που φιλοξενεί τη δουλειά του όσο και τη δουλειά άλλων αιρετικών συγγραφέων (όπως η Σάρα Κέιν και ο Εντουαρντ Μποντ), τους δημιουργούς ενός αποτρόπαιου καλλιτεχνικού πονήματος αλλά και τη δική μας ευθύνη αφού επιλέγουμε να το μοιραστούμε μαζί τους.

Έτσι η αρχική ευεξία δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια βαθιά ενόχληση καθώς οι ηθοποιοί (Χρήστος Σαπουντζής, Κατερίνα Λυπηρίδου) ενδύονται τους ρόλους τους ερμηνεύοντας μια ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης και ταυτόχρονα αφηγούνται την επίδραση που είχε πάνω τους μια τέτοια εμπειρία. Κανείς δεν είναι αθώος.

Εκείνοι ενδίδουν στη φρίκη αλλά και στη «γοητεία» της διαστροφής ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας (Γιάννος Περλέγκας) φτάνει στο σημείο να εξομολογηθεί ανατριχιαστικές παρεκτροπές από την προσωπική του ζωή που συγγενεύουν με τη διεστραμμένη λογοτεχνική του φαντασία. Και εμείς; Συνηθισμένοι καθώς είμαστε να καταβροχθίζουμε άκριτα κάθε είδους βίαια ή ακόμα και εμετικά προϊόντα, γινόμαστε συνένοχοι στη γενικότερη ελεύθερη πτώση των ηθικών αξιών.

Ο «Συγγραφέας», όπως και όλα τα έργα του Τιμ Κράουτς (στο Bios είδαμε πρόσφατα το «My arm» και το «An oak tree» με τον ίδιο πρωταγωνιστή), εξερευνά την τέχνη της αφήγησης και ενθαρρύνει τους κινδύνους της τυχαιότητας, αφήνοντας στο κοινό ανοιχτό το πεδίο για ποικίλες αντιδράσεις. Το διαδραστικό θέατρο βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο αλλά σε αυτή του τη μορφή έχει λειτουργήσει καταλυτικά.

Στην Αγγλία και στο Λος Αντζελες, για παράδειγμα, αρκετά άτομα σηκώθηκαν και έφυγαν (το έναυσμα δίνει ένας ηθοποιός που εγκαταλείπει ξαφνικά την αίθουσα χωρίς όμως να αποκαλύπτει την ιδιότητά του), κάποιοι έκλειναν τα αφτιά τους ενώ στο τέλος, έπειτα από πρόκληση του Αντριαν να εκφράσουν τις απόψεις τους (γεγονός που παραλείφθηκε από την ομαδική σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη και των ηθοποιών του θιάσου), ορισμένοι διατύπωσαν με ένταση τις αντιρρήσεις τους. Και έφθασαν μέχρι το σημείο να απειλήσουν τους περφόρμερ με σωματική βία.

Η ελληνική παράσταση ύψωσε δίχτυ ασφαλείας, τίποτα δεν εξωθήθηκε στα άκρα και η συμμετοχή όσων την παρακολούθησαν -τουλάχιστον στην πρεμιέρα- περιορίστηκε σε γέλια, τραγούδια και ανώδυνα σχόλια.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σωτηρία Ματζίρη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28/10/2011

Τέσσερις νομά σ’ ένα δωμά

Μαντρωμένοι στο μικρό Δώμα, χωρίς κλιματισμό, με φώτα πλατείας και σε ασφυκτική γειτνίαση των κατάμεστων κερκίδων, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απρόσμενη ανατροπή ιδιοτήτων που τινάζει στον αέρα το κουκούλι των συμβάσεων αίθουσας - συγγραφέα - σκηνής και την ασφάλεια του «όλα είναι θέατρο».

Μαντρωμένοι στο μικρό Δώμα, χωρίς κλιματισμό, με φώτα πλατείας και σε ασφυκτική γειτνίαση των κατάμεστων κερκίδων, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απρόσμενη ανατροπή ιδιοτήτων που τινάζει στον αέρα το κουκούλι των συμβάσεων αίθουσας - συγγραφέα - σκηνής και την ασφάλεια του «όλα είναι θέατρο».

Οι θεατές παύουν να είναι απρόσωπη μάζα παρατηρητών, αλλά άνθρωποι που κοιτάζονται μεταξύ τους, εκφράζονται, γελούν, μετέχουν ως σκηνικό και συν-παίκτες, δηλ. γίνονται κάτι σαν μέρος του έργου, ενώ οι ηθοποιοί καθισμένοι αφανώς ανάμεσά μας μας απευθύνονται παρεΐστικα. «Πώς σας λένε;», «συμφωνείτε;», «είχατε έκπτωση στο εισιτήριο; Πειράζει που ρωτάω;», «πώς νιώθουν οι ηθοποιοί που κάνουν τσιμπούκι στη σκηνή κι όχι στη ζωή, αναρωτιέμαι...».

Το παράδοξο αλισιβερίσι προκαλεί αμηχανία, που όμως καταλαγιάζει γρήγορα, καθώς το κουβεντολόι είναι παιγνιώδες και οι υποκινητές του ευγενικοί και χαλαροί. Εδώ τελειώνει το αθώο μέρος αυτού του πανούργου τριπλού coup «θεάτρου - εν θεάτρω», που καταργεί επί της ουσίας την περιβόητη απόσταση ανάμεσα σε δρώμενο και αποδέκτη.

Διατηρώντας τη νηφαλιότητα μιας διερεύνησης του θεατρικού μηχανισμού («το αίμα από τι το φτιάχνετε;»), το παιχνίδι χοντραίνει, αρχικά με φευγαλέες αναφορές σε σεξουαλικές φαντασιώσεις, κατόπιν κλιμακούμενο σε ειδεχθείς περιγραφές αποκεφαλισμών, ανθρώπων πατημένων «σαν χαρτόκουτα» από τανκς, λεπτομερείς εξιστορήσεις κακοποίησης 12χρονων κοριτσιών (με σπασμένο μπουκάλι από τον πατέρα και την παρέα του).

Δεν υπάρχει «δράση», σκηνικό, μήτε καν εικόνα. Βασικά δεν «κουνιέται φύλλο». Η φρίκη είναι αποκλειστικά λεκτική, πλημμυρίζει το χώρο και το μυαλό μας και η απόσταση ανάμεσα σ' αυτήν και εμάς φαντάζει ανύπαρκτη, καθώς οι επικλήσεις της αναδύονται μέσα από την καρδιά της πλατείας - σκηνής, αγγίζοντας επίπεδα συνειδητότητας απείρως υψηλότερα από αυτά των δελτίων ειδήσεων και του Ιντερνετ, στα οποία έχουμε μάλλον εθιστεί. Ιδού το παράδοξον και μαζί τεκμήριο της τεράστιας δύναμης του θεάτρου: γεγονότα που στη ζωή ανάγονται πλέον διαστροφικά στη σφαίρα του «αυτονόητου», στο θέατρο σοκάρουν ως ανυπόφορα «ακραία».

Στο φορτισμένο μεταίχμιο πλασματικής και κυριολεκτικής πραγματικότητας, δύο ηθοποιοί (Κατερίνα Λυπηρίδου, Χρήστος Σαπουντζής) περιγράφουν τους ρόλους και την επίδρασή τους στην καθημερινότητά τους («έχασα τον ύπνο μου», «αδύνατον να τον ξεφορτωθώ», «να φύγω, να την κάνω», «τέτοια έργα δεν είναι του γούστου μου»). Ενας τρίτος διαχυτικός και τσαχπίνης (Μάκης Παπαδημητρίου) λασκάρει λίγο την ένταση, υποδυόμενος το θεατή της παράστασης και τον μανιώδη θεατρόφιλο («υπέροχη αυτή η αναμονή πριν την έναρξη!»). Ο τέταρτος είναι ο συγγραφέας (Γιάννος Περλέγκας), που μεταφέρει την άγρια πλην ηδονική εμπειρία του αυτουργού ενός ακραία βίαιου έργου. «Είμαι ο Τιμ Κράουτς. Προσπαθώ να ξυπνήσω κάτι μέσα σας... Τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα, τα εξαντλημένα εισιτήρια και οι λιποθυμίες έδειξαν πως οι κόποι μας ανταμείφθηκαν...».

Το ερώτημα είναι τι αποζητούμε στο θέατρο. Ψυχαγωγία και απόδραση; Αντιπαράθεση και πρόκληση; Φρικτά πράγματα είναι ο κανόνας του Θεάτρου της Ωμότητας εδώ και 15 χρόνια. Οι τερατωδίες του Κράουτς επικαλούνται τον υψηλό στόχο της ευαισθητοποίησης του θεατή στη σύγχρονη κουλτούρα της βίας. Εν τούτοις, στο τέλος της βραδιάς αναρωτιέται κανείς για τη θεατρική και ηθική σκοπιμότητά τους.

Μήπως υποτιμούμε τον ανθρώπινο ζόφο χρησιμοποιώντας τον ως πρώτη θεατρική ύλη; Μήπως ανάλογες βίαιες εισβολές στην «καλοβολεμένη ζωούλα μας» (Κράουτς) απλώς διευρύνουν την ανοσία μας απέναντι στην υποβίβαση του ανθρώπινου σώματος σε αφηρημένη έννοια; Πόσο διατεθειμένοι είμαστε ως θεατές να εγκρίνουμε τέτοιες πιθανότητες; Η επαναλαμβανόμενη ερώτηση «είστε εντάξει; Να συνεχίσουμε;» αποσπά τα βουβά και άβολα νεύματά μας, καθώς παρακολουθούμε στην ουσία εμάς και τις αντιδράσεις μας. Αυτό δεν είναι συμμετοχή κοινού. Είναι το κοινό ως θέατρο και μαζί ως κριτής του εαυτού του. Παύσεις, πολύλεπτα σκοτάδια και μουσικά διαλείμματα μας χειρίζονται απροκάλυπτα ή παρεμβαίνουν κατευναστικά στις δύσκολες στιγμές. Το τέλος έρχεται τόσο απαρατήρητα που δεν ξέρουμε πότε να φύγουμε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Στέλλα Χαραμή, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 08/10/2011

«Ο Συγγραφέας».

Οι θεατές συμμετέχουν ενεργά στο ανατρεπτικό έργο του Βρετανού Τιμ Κράουτς που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου 

Η πλατεία γίνεται… σκηνή και το κοινό πρωταγωνιστής

«Το πιο φτιαχτό στοιχείο του θεάτρου είμαστε εμείς, το κοινό. Ο ρόλος του κοινού είναι κακογραμμένος. Απόψε θα υποδυθούμε τους εαυτούς μας». Η φωνή του ηθοποιού Μάκη Παπαδημητρίου- ο οποίος κάθεται πίσω μου στις κερκίδες που έχουν στηθεί στο «Δώμα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου»- δίνει την εκκίνηση σε ένα άκρως ενδιαφέρον πείραμα: σε μια παράσταση όπου οι θεατές κάνουν θέατρο όσο και οι πρωταγωνιστές της.

Άλλοθι σε αυτήν την καινοτομία αποτελεί ο «Συγγραφέας», το νεόκοπο έργο του Βρετανού Τιμ Κράουτς, στον οποίο και αποδίδονται τα πνευματικά δικαιώματα της πρωτοπόρας ιδέας. «Ο Κράουτς εμπνεύστηκε το έργο από ένα δοκίμιο του Ρόλαν Μπαρτ, που μιλάει για το θάνατο του συγγραφέα. Εκεί ο Μπαρτ λέει ότι έχουμε ανάγκη από ένα μοντέλο σύγχρονης γραφής, ώστε ο μύθος του συγγραφέα (έτσι όπως τον έχει συντηρήσει            ο αστικός πολιτισμός) να ξεπεραστεί και να συμπεριλάβει τον αναγνώστη-θεατή. Όσο δημιουργός είναι αυτός που γράφει άλλο τόσο δημιουργός είναι κι αυτός που βλέπει», εξηγεί ο Γιάννος Περλέγκας, που υποδύεται στην παράσταση τον ίδιο τον Κράουτς.

4+75 ηθοποιοί…

Στις ασφυκτικά γεμάτες κερκίδες του «Δώματος», που έχουν τοποθετηθεί αντικριστά, ακριβώς αυτό. Περίπου 75 θεατές «παρατάσσονται» σε απόσταση αναπνοής κι ανάμεσα τους «στριμώχνονται» σπαρμένοι τέσσερις ηθοποιοί. Σκηνή και σκηνικά δεν υπάρχουν, παρά μόνο προβολείς που φωτίζουν τον χώρο, βγάζοντας τους θεατές από το σκοτάδι της σιωπηρής παρατήρησης.

Οι ηθοποιοί αφηγούνται, συνδιαλέγονται με τον θεατή δίπλα ή απέναντί τους, στήνοντας ένα διαρκές τετ α τετ, κατά τη διάρκεια του οποίου ενθαρρύνουν την παρέμβασή του. «Πρέπει να προσδώσεις ρόλο στο κοινό. Οι θεατές πρέπει να αναστατωθούν, να επιστρατευτούν, να τους αποπλανήσεις. Να τους φέρεις σε σημείο να απαντήσουν ή να βάλουν τις φωνές», λέει «από σκηνής» ο πρωταγωνιστής Χρήστος Σαπουντζής.

Είναι, λοιπόν, αυτός ο στόχος της παράστασης; «Στόχος είναι η επικοινωνία», απαντά ο Μάκης Παπαδημητρίου. «Εδώ στήνεται ένα παιχνίδι επί ίσοις όροις. Ο θεατής έχει δικαίωμα να μιλήσει. Δεν πιέζουμε όμως κανέναν να απαντήσει στην ερώτησή μας ούτε τον προτρέπουμε να μείνει αμέτοχος. Κάθε αντίδραση είναι ευπρόσδεκτη».

 Σε λιγότερα από 90 λεπτά παράστασης έχουν καταρριφθεί περίπου όλες οι θεατρικές συμβάσεις που αφορούν στο κοινό. Και το σημαντικότερο, κάθε φορά θα καταρρίπτονται με διαφορετικό τρόπο. Ο Τιμ Κράουτς εξάλλου έγραψε ένα κείμενο που είναι διαθέσιμο για να γραφτεί ξανά και ξανά από τους θεατές του. Αυτή την πρόκληση, βέβαια, έπρεπε να αντιμετωπίσουν πρώτοι από όλους οι πρωταγωνιστές του. «Αρχικά, μας απασχόλησε πολύ η γλώσσα της αφήγησης. Τώρα, πλέον, βλέπω πως αυτή η ζύμωση απέκτησε λόγο ύπαρξης στα μάτια των θεατών. Κι επειδή αυτό το έργο απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά, είδα μπροστά μου όλους τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιμετώπιζε ο καθένας την ιστορία», διαπιστώνει ο Χρήστος Σαπουντζής, που, όπως ομολογεί, δεν μπόρεσε να κρύψει το τρακ του στις πρώτες επαφές του με το κοινό.

«Σε αυτή την παράσταση είναι όλοι εκτεθειμένοι», υπενθυμίζει ο Παντελής Δεντάκης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία από κοινού με τους τέσσερις πρωταγωνιστές. «Δεν υπάρχει απόσταση ασφαλείας του ηθοποιού από τους θεατές ούτε και το αντίστροφο».

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Περιστατικά οικογενειακής βίας

Ο ΤΙΜ ΚΡΑΟΥΤΣ έγραψε το 2007 ένα έργο που σε πρώτη ανάγνωση ασχολείται με την ενδοοικογενειακή βία. Το κείμενο του εξελίσσει τη συνθήκη του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», αφού τελικά προκύπτει η αφήγηση ενός «έργου μέσα στο έργο». Ήρωες της παράστασης είναι ο ίδιος ο συγγραφέας Τιμ Κράουτς, δύο ηθοποιοί που υποδύθηκαν τους βασικούς χαρακτήρες σε μια παράστασή του και ένας θεατής που την παρακολούθησε. Αντικείμενό της δύο σοκαριστικές ιστορίες κακοποίησης, η διήγηση των οποίων επιδιώκει να φέρει τον θεατή αντιμέτωπο με την ευθύνη της αντίδρασής του απέναντι σε μια πραγματικότητα. Στην Αγγλία, η θεματική της παράστασης έγινε κάποιες φορές αιτία αποχωρήσεων και έντονης δυσαρέσκειας.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρώ Τριανταφύλλου, Η ΕΠΟΧΗ, 28/11/2011

Η βαμπιρική πλευρά της τέχνης

Ένα θέμα που κατέχει προνομιακή θέση στους προβληματισμούς του Θεάτρου του Νέου Κόσμου είναι η βία. Είτε στις οικογενειακές σχέσεις, είτε στις διαφυλικές, είτε ως ωμή πολιτική βία, είτε με όποια άλλη μορφή της, έχει κατά καιρούς απασχολήσει τους συντελεστές του δραστήριου θεατρικού χώρου στις δικές του παραγωγές, στις φιλοξενούμενες παραστάσεις, στις δουλειές του ίδιου του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. 

Ένα θέμα που κατέχει προνομιακή θέση στους προβληματισμούς του Θεάτρου του Νέου Κόσμου είναι η βία. Είτε στις οικογενειακές σχέσεις, είτε στις διαφυλικές, είτε ως ωμή πολιτική βία, είτε με όποια άλλη μορφή της, έχει κατά καιρούς απασχολήσει τους συντελεστές του δραστήριου θεατρικού χώρου στις δικές του παραγωγές, στις φιλοξενούμενες παραστάσεις, στις δουλειές του ίδιου του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Τα τελευταία δύο χρόνια ιδίως έχουν πυκνώσει οι επιλογές έργων που η βία αποτελεί κεντρικό θέμα τους. Φέτος, εκτός από τα «Ορφανά» του Ντένις Κέλι («Εποχή», 28.11.2011), που παρουσιάζει τη ρατσιστική βία και το νεοναζισμό από μια πολύ ενδιαφέρουσα σκοπιά: αυτήν της ανοχής και συγκάλυψης από το οικογενειακό περιβάλλον, δύο ακόμη παραστάσεις παρουσιάζουν πλευρές της βίας και μάλιστα απρόβλεπτες: η μια είναι το γνωστό έργο του Μάρτιν Μακ Ντόνα «Τhe Pillowman», που ανεβαίνει αρκετά συχνά στις ελληνικές σκηνές με διάφορους τίτλους (Ο Μαξιλαρένιος, ο Πουπουλένιος κ.τ.λ.). Θυμίζουμε ενδεικτικά, την παράσταση της Βίκης Γεωργιάδου στο «Αμόρε», πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα, ένα χρόνο πάνω κάτω αργότερα, το ανέβασμα σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη, την ίδια περίοδο από τον Αντ. Διαμαντή στο Ηράκλειο Κρήτης κ.ά. Το άλλο είναι ένα έργο που πρωτοπαρουσιάζεται στην Ελλάδα, και αυτό δεν εκπλήσσει, αφού πρόκειται για δημιούργημα μόλις του 2009. Είναι «O Συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς.
Η χωρική τοποθέτηση των δύο παραστάσεων δημιουργεί ένα, μάλλον ακούσιο, αλλά πολύ ερεθιστικό σημειολογικό παίγνιο: στον Κάτω Χώρο, ο Pillowman διαπραγματεύεται χωρίς εξωραϊσμούς, ωμά και ακραία μάλλον, την παιδαγωγική βία της οικογένειας, την αστυνομική βία, τη βία του ολοκληρωτισμού και την τρομαχτική βία της απειλής προς ένα συγγραφέα ότι θα καταστρέψουν και θα εξαφανίσουν τη συγγραφική δουλειά του, αν δεν υποταχτεί. Στον Κάτω Χώρο, λοιπόν, η δημιουργία του συγγραφικού έργου, η κοινωνική και πολιτική πίεση που ασκείται πάνω στο συγγραφέα και η ελευθερία της συγγραφικής πράξης. Στον Πάνω Χώρο, έχουμε την επεξεργασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αφού έχει συντελεστεί πλέον και αφού έχει παραδοθεί στον αποδέκτη της, στο κοινό. Τότε δηλαδή που ο δημιουργός αποστασιοποιείται και σχολιάζει όχι τόσο το έργο του, όσο την εμπειρία της δημιουργίας.


«Το αίμα από τι το φτιάχνετε;»
Όπως και νά ‘χει πρόκειται για μια τολμηρή επιλογή που τιμά τους συντελεστές της και το Θέατρο που τους φιλοξενεί. Είναι ένα έργο κατ’ επίφαση διαδραστικό. Οι ηθοποιοί κάθονται ανάμεσα στους θεατές και διαλέγονται μαζί τους. Η διαδραστικότητα είναι πάντα μια έκπληξη ακόμα και για το πιο εκπαιδευμένο θεατρικό κοινό. Η αμηχανία, διαδέχεται τη συμμετοχή και η συμμετοχή κορυφώνεται όχι στις στιγμές του διαλόγου με τον ηθοποιό, όσο στις σιωπές. Ωστόσο, εδώ η διαδραστικότητα είναι πλαστή, ένα εφεύρημα, για να σχολιαστούν οι ψευδαισθήσεις του θεατρικού παιχνιδιού. Το έργο υπάρχει και κανείς θεατής δεν μπορεί να παρέμβει πραγματικά στη ροή και την εξέλιξή του.
Στην καλλιτεχνική δημιουργία υπάρχουν τρία αλληλένδετα και αλληλοεπιδρώντα επίπεδα: ο δημιουργός-το δημιούργημα-ο αποδέκτης (θεατής, αναγνώστης, ακροατής). Ο δημιουργός ποιεί αλλά το αποτέλεσμα της δημιουργίας του αυτονομείται. Ο θεατής ή ο αναγνώστης γίνεται συνδημιουργός, διαβάζει το έργο υπό οπτικές γωνίες που πιθανώς ουδέποτε να μην είχε σκεφτεί ο καλλιτέχνης, υπερβαίνει τις προθέσεις του, βρίσκει πιθανότητες. Κάθε ανάγνωση είναι ως ένα σημείο αναδημιουργία του έργου, φυσικά μέσα στο πλαίσιο που θέτει το ίδιο το έργο. Άλλο αναδημιουργία και άλλο κακοποίηση ή διαστροφή του έργου (κάτι πολύ συνηθισμένο στο θέατρο, ειδικά στο ανέβασμα κλασικού ρεπερτορίου, όπου το πρωτοποριακό και το ριζοσπαστικό μπερδεύονται με την άγνοια και την αναποτελεσματική, τουλάχιστον, υπερβολή). Τα τρία αυτά επίπεδα δουλεύει ο Τιμ Κράουτς: ένα έργο που είναι την ίδια στιγμή η μελέτη και η ανατομία ενός έργου, ο συγγραφέας σε μια ενδελεχή και σπαρακτικά ειλικρινή ενδοσκόπηση που δείχνει πώς δούλεψε για να το δημιουργήσει, ποιοι κοινωνικοί προβληματισμοί αλλά και ποια σκοτεινά βάθη της ψυχής του εκφράστηκαν εκεί μέσα, και ο θεατής που αποκαλύπτει άθελά του τη συνενοχή, τη συνδημιουργία αλλά και τον υφέρποντα ανταγωνισμό. Δίπλα τους, οι ηθοποιοί, μια ομάδα που μετέχει και των δύο: καλλιτέχνες, δημιουργοί αλλά και αναγνώστες του θεατρικού την ίδια στιγμή.
Στον Συγγραφέα υπάρχει πολλή βία. Όχι τόσο γιατί το θέμα του συζητούμενου έργου εμπεριέχει ακραίες μορφές ενδοοικογενειακής βίας (μιλά για μια γυναίκα που ως κοριτσάκι έχει βιαστεί από τον πατέρα της) όσο γιατί, ενώ φαίνεται θέμα κοινωνικής και καλλιτεχνικής ευαισθησίας η κονισαλέα ανατομία τους και η προσπάθεια να κατανοηθούν σφαιρικά τα αίτια και τα αποτελέσματά τους, προφανώς προκαλώντας συζητήσεις που θα οδηγήσουν κάποτε στην επίλυσή τους, ο Κράουτς ανελέητος με τις βαθύτερες προθέσεις αποκαλύπτει με τέσσερις παράλληλους αλλά αλληλοεπικαλυπτόμενους μονόλογους, ένα απροσδόκητο βαμπιρισμό: ο συγγραφέας χιμάει πάνω στο θέμα του και το απομυζά, το εκμεταλλεύεται. Αλλά ούτε τον ηθοποιό αφήνει στην ησυχία του. Στο βωμό μιας καλής ερμηνείας, η νεαρή κοπέλα που ερμηνεύει το βιασμένο κορίτσι, χιμάει με τη σειρά της πάνω σε μια γυναίκα με τέτοιες φριχτές εμπειρίες και μοιράζεται μαζί μας τη χαρά της: είχε την τύχη να τη βρει και να της αποσπάσει σκέψεις, συναισθήματα, αντιδράσεις, να τα οικειοποιηθεί, να τα χρησιμοποιήσει για να κάνει αρτιότερη την ερμηνεία της.
 

«Κι όλα αυτά τα φρικιαστικά πράγματα πάνω στη σκηνή»
Το πρόσωπο του θεατή είναι ωστόσο σφαιρικότερα αναπτυγμένο: αγαπάει το θέατρο γιατί μπορεί να αισθάνεται κομμάτι ενός συνόλου, ζει όλες τις ιστορίες που βλέπει, αλλά εντελώς προστατευμένος –η παράσταση τελειώνει και επιστρέφει ευτυχής στο σπίτι του, έτοιμος για την επόμενη. έχει ρόλο, θέση, η ιδιότητα του θεατή του δίνει μια ταυτότητα, είναι μέρος του συμβολικού κεφαλαίου, τρόπος ζωής και άλλοθι. Ο Κράουτς δεν του χαρίζεται καθόλου.
Οι μονόλογοι των τεσσάρων προσώπων είναι καταλυτικοί, ένα κύμα ρίγους διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του θεατή που βρίσκεται μπροστά σε ένα ξεμπρόστιασμα της τέχνης, σε μια από-γοήτευση αν όχι απομάγευση. Γιατί άραγε το έγραψε ο Κράουτς;
Σε παλιότερο σημείωμά μας είχαμε επισημάνει την τάση για ωμή παρουσίαση της βίας στο θέατρο. Τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική καταγγελία και την ηδονοβλεπτική αναπαράσταση είναι πολύ λεπτά και συχνά η δεύτερη υπερτερεί της πρώτης. Το υπαινικτικό υπήρξε ανέκαθεν δυνατότερο από τη ρεαλιστική αναπαράσταση. Ας μου επιτραπεί ένα παράδειγμα από τον κινηματογράφο: η βία της αρχικής σκηνής από την «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (Στ. Σπίλμπεργκ, 1998) με τον θεατή να ακουμπάει το μάτι του πάνω στις ανοιχτές χαίνουσες πληγές των στρατιωτών δεν έχει στο ελάχιστο την τρομακτική δύναμη της χαμηλότονης, κατά σημεία ονειρικής, «Κόκκινης γραμμής» του Τέρενς Μαλίκ. Ο Κράουτς δεν θέλει κανείς να κοιμάται ήσυχος και αναπαυμένος. Η κρυμμένη, η ασυνείδητη πρόθεση μπορεί να είναι ιταμή. Ας ξαναδούμε τις προθέσεις μας, ας ελέγξουμε εκ νέου τις ευαισθησίες μας και τη σχέση μας με την τέχνη, για να μπορεί να είναι λειτουργικότερη και ουσιαστικότερη. Για να αποφύγουμε μια επιφάνεια που μας φαίνεται βάθος αλλά δεν είναι. Κεντημένο με χιούμορ και οριοθετημένο σαρκασμό, το έργο -παρόλο που φλερτάρει επικίνδυνα με την υπερβολή και ειδικά στο πρόσωπο του συγγραφέα χάνει προς το τέλος τον έλεγχο του υλικού- πετυχαίνει να μην αφήσει να φύγει κανείς ήσυχος και αναπαυμένος από την αίθουσα.
Δεν ξέρω πώς θα ήταν η παράσταση αν δεν είχε επιλεγεί η ομαδική σκηνοθεσία (Παντελής Δεντάκης και Κατερίνα Λυπηρίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας και Χρήστος Σαπουτζής). Το αποτέλεσμα ήταν πάντως καλό, μέσα στα όρια που έθεταν οι σκηνοθετικές οδηγίες του ίδιου του συγγραφέα. Βέβαια, από την ελληνική παράσταση αφαιρέθηκε ένα τμήμα που ίσως να είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: τα τελικά, πραγματικά σχόλια του κοινού.
Η ερμηνευτική υποστήριξη ήταν το δυνατό μέρος της παράστασης. Ο Μάκης Παπαδημητρίου, ηθοποιός με μεγάλη ερμηνευτική παλέτα και ικανότητα να περνάει από είδος σε είδος ταχύτατα και ισορροπημένα έδωσε τον Άντριαν, εκπρόσωπο του κοινού, με υποδόριο χιούμορ, υστερικές νότες που χάνονταν μέσα σε λαλίστατη αμηχανία και μια μεφιστοφελική αφέλεια. Ο Γιάννος Περλέγκας ήταν ένας σοβαρός συγγραφέας, που αργά, με ελεγχόμενο αυτοσαρκασμό, αποφλοίωνε τις πραγματικές προθέσεις. Η Κατερίνα Λυπηρίδου ήταν εύθραυστη, χαριτωμένη, με συγκινητική αφέλεια, όπως οι νεαρές ηθοποιοί που, στις συνεντεύξεις τους, τονίζουν με πάθος την καλή συνεργασία με το συγγραφέα και το σκηνοθέτη, αποκρύπτοντας όλα τα προβλήματα και τους ανταγωνισμούς. πίσω όμως από αυτά κρυβόταν έντεχνα ο απάνθρωπος εγωισμός του καλλιτέχνη, που δεν λογαριάζει τίποτε μπροστά στη δουλειά του. Ο Χρήστος Σαπουντζής ήταν στις καλύτερες στιγμές του. Ηθοποιός με τελείως διαφορετικό πρόσωπο στο θέατρο απ’ ό,τι στην τηλεόραση, όπου εμφανίζεται συχνά, δεν αφήνεται σε ευκολίες, αντιθέτως παιδεύει το ρόλο του. Σε αντιστικτικό διάλογο με τους υπόλοιπους ήταν πιο ανθρώπινος, περισσότερο ταραγμένος, σαν συνειδητοποιούσε την πραγματικότητα και την φοβόταν, μολονότι δεν αρνιόταν τη συμμετοχή του στο σκληρό παιχνίδι που παιζόταν μέσα κι έξω απ’ την σκηνή. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ενοποιούσαν ηθοποιούς και κοινό.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP