ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΟΡΦΑΝΑ

ΟΡΦΑΝΑ

"Ορφανά" του Ντέννις Κέλλυ
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Μαρία Κίτσου, Μιχάλης Οικονόμου, Όμηρος Πουλάκης

Η Έλεν και ο Ντάννυ ζουν προστατευμένοι στον ωραίο κόσμο που έχουν φτιάξει με τον κόπο τους. Όμως ο έξω κόσμος θα εισβάλει μια μέρα βίαια στη ζωή τους, όταν θα εμφανιστεί μπροστά τους ο αδελφός της Έλεν, ο Λίαμ. Βουτηγμένος στα αίματα. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή. 

Ο Λίαμ τους λέει πως προσπάθησε να βοηθήσει έναν τραυματισμένο, καθώς προχωρά όμως η αφήγησή του, γίνεται φανερό πως είναι πολύ περισσότερο μπλεγμένος στην ιστορία. Τι στάση θα κρατήσει το ζευγάρι; Στην προσπάθεια να προστατέψουν τον «δικό τους άνθρωπο», την οικογένειά τους, η μια λάθος επιλογή ακολουθεί την άλλη, σαρώνοντας το γάμο τους και όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους. Και καθώς το έργο εξελίσσεται σαν ένα θρίλερ της σύγχρονης πόλης, ξεπηδούν μια σειρά ερωτήματα που δεν έχουν εύκολη απάντηση: Τι σημαίνει να ζεις σε μια περιοχή όπου αισθάνεσαι ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να σου κάνουν κακό; Πόσο μας σκάβει ο φόβος και πού μπορεί να μας οδηγήσει; Τι είναι ο ρατσισμός και πότε χτυπάει την πόρτα μας; Μήπως προσπαθώντας να προφυλάξουμε τον εαυτό μας και τους δικούς μας ενάντια στους “άλλους” κινδυνεύουμε να διαπράξουμε τα χειρότερα; Πού πηγαίνουν οι αρχές μας όταν είμαστε υπό πίεση; Και ποιον μπορούμε να προστατέψουμε καταπατώντας τις αρχές μας; Ποιοι είναι τα ορφανά του έργου; Τα δυο αδέρφια που κάηκαν οι γονείς τους όταν ήταν παιδιά, το ζευγάρι που από τη μια στιγμή στην άλλη χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του ή λίγο πολύ όλοι μας, εγκαταλειμμένοι από εκείνους που έπρεπε να μας φροντίσουν;

Ένα ψυχολογικό θρίλερ της σύγχρονης πόλης με πολιτικές διαστάσεις, που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου 2009 (βραβεία Fringe First και Herald Angel) και από τότε παίχτηκε σε δεκάδες ευρωπαϊκές σκηνές κι έφτασε ως την Αυστραλία και το Χονγκ Κονγκ.

Η παράσταση ανέβηκε το 2010-2011 και επαναλήφθηκε την επόμενη σαιζόν για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Για την ερμηνεία της στην παράσταση αυτή, η Μαρία Κίτσου τιμήθηκε με το βραβείο "Μελίνα Μερκούρη".


Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε συνεργασία με το Βρετανικό Συμβούλιο, υποδέχθηκε τον Ντέννις Κέλλυ, έναν από τους σημαντικότερους νέους Βρετανούς θεατρικούς συγγραφείς, ο οποίος επισκέφθηκε την Αθήνα από τις 9 ως τις 11 Φεβρουαρίου, με αφορμή την πρώτη παρουσίαση των θεατρικών του έργων Ορφανά και DNAστην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Αθήνα, ο Κέλλυ παρακολούθησε την παράσταση του έργου Ορφανά την Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου το βράδυ, ενώ την Πέμπτη πραγματοποιήθηκε πραγματοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία συνέντευξη τύπου και ανοιχτή συζήτηση. Ο Κέλλυ συνομίλησε με επαγγελματίες και ειδικούς από το χώρο του θεάτρου και της εκπαίδευσης, αλλά και με το κοινό. Την Παρασκευή το πρωί ο Κέλλυ είδε το DNA και μετά την παράσταση συνομίλησε με μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου.


Σχετικά δημοσιεύματα:

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΤΟ ΒΗΜΑ

Monopoli.gr 


Συντελεστές

Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Σκηνικά-Κοστούμια: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Τζάθας


Παίζουν οι ηθοποιοί

Μαρία Κίτσου

Μιχάλης Οικονόμου

Όμηρος Πουλάκης


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή

από 10/11/2010 μέχρι 17/4/2011 από 7/10/2011 μέχρι 8/1/2012

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Θέατρο Παλλάς, 11/5/2011

ΛΕΜΕΣΟΣ, Θέατρο Ριάλτο, 12-13/5/2011

 

Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη»

από 18/5/2011 μέχρι 22/5/2011 από 18/1/2012 μέχρι 5/2/2012

 

ΠΑΤΡΑ, Θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ, 12-13/3/2012

 

ΛΑΡΙΣΑ, Θέατρο του Μύλου, 2-3/4/2012

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Γιάννης Βαρβέρης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/02/2011

Διλήμματα μπροστά στην τυφλή βία.

Με φόντο τη μετανάστευση, αξίζει πια η τεκνοποιία σ’ έναν κόσμο σφαγείου; 

«Οι πόλεις μοιάζουν με μηχανουργεία
που αλέθουν τις ψυχές πριν τρελαθούν.
Τι παρελθόν να σώσεις με μαγεία;
Του λύκου η ώρα είναι ομολογία
πως δήθεν τα κορμιά θα λυτρωθούν.
Σαν επιτάφιοι μέσα σε σφαγεία».
ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
«Ο νοητός λύκος», 2010

 

Ο ήδη βραβευμένος και πολυμεταφρασμένος Ιρλανδός Ντένις Κέλλυ (γεν. 1970, Β. Λονδίνο) έγραψε το 2009 το έργο «Ορφανά», που παρουσίασε φέτος η Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, ενός θεάτρου που έχει έγκαιρα δείξει την ευαισθησία του στα κοινωνικά θέματα και ιδίως στα προβλήματα των μειονοτήτων.

Τα «Ορφανά», άνθρωποι απορφανισμένοι από ένα μίνιμουμ καθημερινής ασφάλειας στην ίδια τους την εστία ή μετανάστες εξαθλιωμένοι και ορφανοί στους πέντε ανέμους τού κάθε λογής ρατσισμού, είναι ένα σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο που απασχολεί ιδιαίτερα τον τόπο μας, αλλά και θέλει πολλή ψυχραιμία και προσοχή η πραγμάτευσή του: ποιος έχει δίκιο, ο φιλοξενών και θύμα ή θύτης ή ο απεγνωσμένος, θύτης ή θύμα, φιλοξενούμενος; Μια μετανάστευση εκ προοιμίου ανοργάνωτη και κατά κύματα εκδηλούμενη είναι μοιραία πρόξενος αμφίστομων όσο και ακραίων στάσεων, η δε γενικευμένη άλφα ή βήτα αντιμετώπιση φυσικά οδηγεί είτε στον ρατσισμό είτε στην αντιδρώσα βία, πάντως σε κάποια μορφή οξείας παραβατικότητας. Πιθανές αιτίες; Τριτοκοσμική απόγνωση, πλημμελής φύλαξη συνόρων, κακόπιστοι γείτονες ή μήπως έξωθεν καλοπληρωμένες ανοχές; Δεν ξέρω. Ολα και τίποτα.

Αν ωστόσο τέτοια θέματα διχαστικής πρόγνωσης δεν προλαμβάνονται εν τη γενέσει τους καθίστανται ανεξέλεγκτα. Αλλά και πάλι η κατ’ οικονομίαν απονομή της Δικαιοσύνης, έστω κι αυτή δυσχερής, πρέπει να γίνεται ad hoc σε κάθε μεμονωμένο περιστατικό καθόσον η αυτοδικία καιροφυλακτεί αμφιπλεύρως. Ποιον όμως να πρωτοπρολάβεις; Κι αλήθεια ποιος φαρμακευτικός ζυγός ακριβείας θα γείρει αξιόπιστα προς τη μια ή την άλλη πλευρά στα γεγονότα της πολυσυζητημένης π.χ. πλατείας Αγίου Παντελεήμονα στο κέντρο της Αθήνας; Το κουβάρι μπλέκει επικίνδυνα.

Η παράσταση

Μια τέτοια απεικόνιση εν σμικρώ ιχνογραφεί με ένταση και πολυπρισματικότητα το συγκεκριμένο έργο. Στα «Ορφανά», ένα ζευγάρι καλοκαθισμένων αστών βήμα το βήμα αντιλαμβάνεται πως ο αδελφός της γυναίκας έχει κακοποιήσει Πακιστανό, χωρίς αντικειμενικά να έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο προκληθεί. Η αποκάλυψη των δεδομένων της παραβατικότητας είναι σοφά σταδιακή, ώστε το ζευγάρι να περάσει από τη συγγενική αλληλεγγύη στη συγκάλυψη, άρα στη συνενοχή και εν συμπεράσματι στην άκρατη ξενοφοβία, σε βαθμό μάλιστα που οι δυο αστοί εδώ να αποφασίσουν άμβλωση για το (δεύτερο) κυοφορούμενό τους. Πονηρά ο συγγραφέας αφήνει στο τέλος το θέμα αυτό ανοιχτό, θέλοντας μάλλον να υπογραμμίσει την ανθιστάμενη φύση της αγωνιώδους μητρικής κραυγής. Πάντως, έτσι οδηγεί τη συνέπεια στο απώτατο άκρο: αντιδραστική άρνηση της εστίας και της αναπαραγωγής.

Το έργο έχει, νομίζω, ένα εκ κατασκευής ελάττωμα: ο ρατσιστής αδελφός της γυναίκας παρουσιάζεται ως ένα νευρωσικό, νοσηρό, σχεδόν παρλιακό πλάσμα, στοιχείο που καθιστά τη σύγκρουση λιγότερο φυσιολογική και άρα την περίπτωση λιγότερο αντιπροσωπευτική.

Ερμηνείες

Πάνω στην κοφτή, ασθματική, συχνά «συγκοπτόμενη», δραματική απόδοση της Κοραλίας Σωτηριάδου, και εγκιβωτισμένη στο «παγωμένα» μινιμαλιστικό σκηνικό της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου, η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου κράτησε υψηλά το θρίλερ, ανέγνωσε ορθά και εξέλιξε λεπτομερειακά φάσεις των χαρακτήρων, παρακολούθησε με συνέπεια τις εναλλασσόμενες και μεταμορφούμενες στάσεις του οικογενειακού, αλλά και του γενικότερου αυτού αδιεξόδου. Η παράστασή του δεν έχασε πουθενά τον ρυθμό της πείθοντας κάθε φορά πως συμμαχεί με τη λογική και το αξιακό σύστημα του εκάστοτε ομιλούντος. Κάποιες αισθητικά ανήκουσες στο παράλογο μικροσυμπεριφορές δεν πρόσθεσαν τα προσδοκώμενα.

Ο Σταύρος Γασπαράτος κρατήθηκε σε μια μουσική σουρντίνα αδιάπτωτης απειλής. Η Μαρία Κίτσου υιοθέτησε με εκ βαθέων πυρετό, ανθρωπιά, πανικό, συντήρηση και αρτιότατη τεχνική τις μεταπτώσεις της γυναίκας, που τρόπον τινά μοιράζει χαρτιά και διευθύνει το όλο παιχνίδι. Εξοχη. Στον ρόλο του αδελφού της ο Ομηρος Πουλάκης διδάχτηκε και εκτέλεσε με ακρίβεια ένα φοβικό, ανισόρροπο, έτοιμο για κάθε είδους «δράση» πλάσμα. Τέλος, ο Μιχάλης Οικονόμου ανέσυρε αργά αργά τον κρυμμένο του χαρακτήρα, ξεκινώντας από το ουδέτερο, συντηρητικό και έμφοβο ανθρωπάκι της αρχής.

Το επίκαιρο, ίσως και εκρηκτικό έργο όσο και η δυναμική παράσταση βέβαια και δεν δίνουν λύσεις, βέβαια και δεν παίρνουν σαφή «θέση». Αλίμονο αν το έκαναν. Περιμένουν, όπως κι όλοι εμείς, με πολλή αγωνία, τις απαντήσεις της ίδιας της κοινωνίας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 09/12/2010

ΟΡΦΑΝΑ

Σύγχρονο, ρεαλιστικό βρετανικό έργο, με ήρωες τρεις νέους ανθρώπους – φορείς της παθογένειας του ρατσισμού. Ωστόσο, το εξαιρετικό της παράστασης είναι κάτι άλλο. Η δυνατή ερμηνεία του Μιχάλη Οικονόμου, του Όμηρου Πουλάκη και –πρωτίστως– της Μαρίας Κίτσου· από τα ωραιότερα και σημαντικότερα πράγματα που μπορεί κάποιος να δει φέτος στο ελληνικό θέατρο.

Σύγχρονο, ρεαλιστικό βρετανικό έργο, με ήρωες τρεις νέους ανθρώπους – φορείς της παθογένειας του ρατσισμού. Ωστόσο, το εξαιρετικό της παράστασης είναι κάτι άλλο. Η δυνατή ερμηνεία του Μιχάλη Οικονόμου, του Όμηρου Πουλάκη και –πρωτίστως– της Μαρίας Κίτσου· από τα ωραιότερα και σημαντικότερα πράγματα που μπορεί κάποιος να δει φέτος στο ελληνικό θέατρο.

Νέα γυναίκα, μητέρα και σύζυγος, έγκυος τώρα στο δεύτερο παιδί, κάτοικος υποβαθμισμένης περιοχής ενός αστικού κέντρου, ορφανή από παιδί, συναισθηματικά μπλοκαρισμένη· στην παρούσα φάση, μάλιστα, και απόλυτα απελπισμένη. Ο αδερφός της Λίαμ έχει μπουκάρει απρόσμενα στο σπίτι της, την ώρα που δειπνούσε με τον σύζυγό της, με τα ρούχα γεμάτα αίματα. Βρήκε έναν άνθρωπο μαχαιρωμένο στη μέση του δρόμου, όπως τους λέει. Όμως εκείνη ξέρει: ο αδερφός της, παραβατική προσωπικότητα από μικρός, πρέπει να είναι ο δράστης, εκείνος που μαχαίρωσε κάποιον μετανάστη λίγα στενά παρακάτω. Για την ώρα δε θα πει τίποτε, δε θα κάνει τίποτε. Θα σερβίρει το ρύζι με σολομό και θα περιμένει μέχρι να φτάσουν τα πράγματα στο απροχώρητο –ή ίσως τα εξωθήσει η ίδια στα άκρα. Αυτή είναι η Έλεν. Η Μαρία Κίτσου, η οποία επωμίζεται αυτόν το σύνθετο ρόλο, κάνει κάτι καταπληκτικό: αποτυπώνει σε κάθε νεύμα, σε κάθε κίνηση και δράση της, στο ίδιο το βλέμμα της, τη ζωή και την ψυχοσύνθεση της Έλεν. Περπατάει αργά και προσεκτικά, σαν να μετράει κάθε βήμα, μην τυχόν και χάσει την ισορροπία της. Διπλώνει τα χέρια στο στήθος και σε πείθει πως το κάνει για να μην αναλυθεί σε λυγμούς. Πιάνει το κεφάλι της, θαρρείς, για να μην αρχίσει να το χτυπάει στους τοίχους. Άλλα όταν ξεσπάσει κάποια στιγμή, θα μεταμορφωθεί σε μαινάδα έτοιμη να κατασπαράξει τον εγκληματία αδερφό της (τον οποίο προστατεύει από τότε που θυμάται τον εαυτό της) και να ξυπνήσει με κλωτσιές τον νωθρό σύζυγό της (ο οποίος αντιμετωπίζει με στωικότητα τον πειθαναγκασμό της προβληματικής ζωής τους). Η ώριμη, έξοχα οργανωμένη και συναισθηματικά πάλλουσα ερμηνεία της, κατατάσσει αυτόματα τη Μαρία Κίτσου ανάμεσα στις σημερινές μεγάλες πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου. Ο Όμηρος Πουλάκης, ως παραβατικός Λίαμ, έχει βρει τη χρυσή τομή: καλύπτοντας το προφίλ του εγκληματία με το μανδύα ενός ορφανού παιδιού που δε μεγάλωσε ποτέ και προσδίδοντας στο ρόλο του τη γοητεία της απειθάρχητης ιδιοσυγκρασίας, έλκει τον θεατή με την προσωπικότητά του, για να τον κάνει σταδιακά να αηδιάσει με το ότι –αρχικά κι εσφαλμένα– τον συμπάθησε. Παρόλα αυτά, ο πιο απαιτητικός ρόλος του έργου είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνος του φιλήσυχου και φοβισμένου Ντάνι· ένας ρόλος δίχως σαφή ερείσματα ή ψυχολογικά κίνητρα –κάτι σαν απρόσωπος εκπρόσωπος της αστικής μάζας– γίνεται χάρη στην ερμηνεία του Μιχάλη Οικονόμου ένας σπαρακτικός νέος άντρας που χάνει σε μιάμιση ώρα τη γη κάτω από τα πόδια του (και μαζί τον εαυτό του), καθώς μεταμορφώνεται σε βασανιστή ενός τραυματισμένου Πακιστανού.

Από κει και πέρα, ο ρεαλισμός στο σύγχρονο θέατρο είναι κάτι που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα. Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος έχουν επενδύσει τόσο στην αξιοποίησή του, ώστε ακόμη κι ένα καλογραμμένο έργο όπως τα «Ορφανά» (2009) ανά στιγμές νιώθω πως θυμίζει επεισόδιο τηλεοπτικού σίριαλ υψηλών προδιαγραφών. Επιπλέον, έχω την εντύπωση πως ο Ντένις Κέλι υπέπεσε σε ένα δραματουργικό φάουλ. Στην προσπάθειά του να συγκροτήσει έναν ασθματικό λόγο, προσέδωσε στους χαρακτήρες του έργου έναν πανομοιότυπο τρόπο ομιλίας, κοφτό και απότομο, μια καθομιλουμένη ανάμεικτη με βρισιές και μισόλογα, κάνοντάς τους όμως έτσι να μην ξεχωρίζουν ο ένας από τον άλλον βάσει του κύριου διακριτικού τους στοιχείου, του λεκτικού τρόπου με τον οποίο αποτυπώνουν τη σκέψη τους.

Χάρη στα «Ορφανά», πάντως, οι τρεις νέοι πρωταγωνιστές αποδεικνύουν περίτρανα το ταλέντο τους. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με τη σειρά του, μετά το «Σφαγείο», καταθέτει ακόμη μία άρτια παράσταση ρεαλιστικού θεάτρου, αντιμετωπίζοντας τα «Ορφανά» ως ένα δυνατό, μοντέρνο οικογενειακό δράμα με ανατριχιαστικά επίκαιρες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Η σκηνοθεσία του, με την καθαρότητα επιστήμονα και την προσοχή ανατόμου, παροτρύνει τον θεατή να παρατηρήσει κάθε λεπτομέρεια της σκηνικής συμπεριφοράς των ηθοποιών, τον ωθεί να βουτήξει στο οικογενειακό δράμα και να εξαγάγει ελεύθερα τα συμπεράσματά του για το πώς ένα ιδιωτικό πρόβλημα είναι κατ’ ουσίαν καθολικό και πώς μια τοπική περίπτωση είναι παγκόσμια· «νομίζεις πως γράφτηκαν για την περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα», αναφέρει ο ίδιος στο σημείωμά του για την παράσταση. Επιλέγοντας την κλινική διαύγεια ενός αφαιρετικά σχεδιασμένου αστικού διαμερίσματος, η Μαργαρίτα Χατζηιωάννου παγίδευσε τους ηθοποιούς στο σκηνικό ενός λευκού κελιού και ο Σταύρος Γασπαράτος υπογράμμισε με τις υπαινικτικές συνθέσεις του την εξέλιξη της δράσης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Θυμέλη, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 05/01/2011

Ρεαλισμός και αισθητισμός 

(...) Η ξενοφοβία, η ρατσιστική βία και η φασιστικοποίηση του ανθρώπου «φυτρώνουν» όπου υπάρχει κατάλληλο «έδαφος». Κατάλληλο «έδαφος» είναι η φτώχεια, η αμορφωσιά, η τεμπελιά, η «ορφάνια» από γονείς και κοινωνία. Ορφανεμένα νωρίς από γονείς που δεν τους δίδαξαν καμιά αξία ζωής είναι τα δύο πρόσωπα του έργου, δύο αδέλφια. 

«Καθρέφτης» της κάθε εποχής και κοινωνίας, το θέατρο έχει ανάγκη σήμερα από δημιουργούς που να μην κλείνουν τα μάτια όχι μόνο μπροστά στα όλο και αυξανόμενα και παγκοσμιοποιούμενα φαινόμενα εκτροχιασμού, εκφασισμού, απανθρωπισμού της κοινωνίας και κατ' επέκταση και στον ορατό κίνδυνο κοινωνικής, ηθικής, συνειδησιακής, διανοητικής και συναισθηματικής εξαθλίωσης των μαζών, αλλά και στις βαθύτερες πολιτικοοικονομικές αιτίες που γεννούν αυτά τα φαινόμενα. Μια τέτοια νέα και ελπιδοφόρα δραματουργική «φωνή», αν και δε βάζει βαθύ κριτικό «νυστέρι» στα αίτια και τους υπαίτιους, είναι το έργο του νέου, γεννημένου στο Λονδίνο, Ιρλανδού συγγραφέα Ντέννις Κέλλυ «Ορφανά». Θέμα του λιτότατου και μαστορικής δραματουργικής «οικονομίας» ρεαλιστικού έργου είναι η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και η νεοφασιστική βία εναντίον των δύστυχων μεταναστών. Με τρία όλα κι όλα πρόσωπα, σε ένα φτωχικό δωμάτιο, σε μια υποβαθμισμένη λαϊκή γειτονιά του Λονδίνου, ο συγγραφέας συμπυκνώνει το - γνώριμο και στον τόπο μας - φαινόμενο της - συνδεδεμένης και με νεοφασιστικές ομάδες - βίας κατά μεταναστών. Η ξενοφοβία, η ρατσιστική βία και η φασιστικοποίηση του ανθρώπου «φυτρώνουν» όπου υπάρχει κατάλληλο «έδαφος». Κατάλληλο «έδαφος» είναι η φτώχεια, η αμορφωσιά, η τεμπελιά, η «ορφάνια» από γονείς και κοινωνία. Ορφανεμένα νωρίς από γονείς που δεν τους δίδαξαν καμιά αξία ζωής είναι τα δύο πρόσωπα του έργου, δύο αδέλφια. Η αδελφή, μεγαλύτερη ηλικιακά από τον αδελφό της, εργάτρια, μάνα ενός μικρού παιδιού, με ένα πιάτο φαΐ και λίγο κρασί, «γιορτάζει» με τον άντρα της, στο νοικιασμένο φτωχικό τους διαμέρισμα σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά, με πολλούς μετανάστες, τη δεύτερη εγκυμοσύνη της. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο αδελφός της, με τα ρούχα του γεμάτα αίμα. Ένας νεαρός, από τα μικράτα του ψυχοδιανοητικά πληγωμένος και φοβικά επιθετικός, λόγω της διαλυμένης οικογένειας, της ορφάνιας και της φτώχειας, που περιφέρεται άσκοπα και που, μυημένος στις ρατσιστικές ιδέες ενός νεοφασίστα φίλου του, μαχαίρωσε - αναίτια - ένα δύστυχο μετανάστη. Ψυχοδιαταραγμένο, «ορφανό» πλάσμα ο αδελφός, έχει και δεν έχει συνείδηση της πράξης του. Μάταια προσπαθεί να την κρύψει και να τη δικαιολογήσει, κατηγορώντας την κοινωνία που δεν κάνει τίποτα. Και η αδελφή, προσπαθώντας να τον προφυλάξει από την αστυνομία, επιχειρεί να δικαιολογήσει τον αδελφό της. Αλλά ο άντρας της, ως φωνή της ανθρωπιάς, της λογικής, της συνείδησης, θα εναντιωθεί στο κακό, διώχνοντας τον αδελφό, αποβάλλοντάς τον από την οικογένειά του. Το έργο, σε μεστή γλωσσικά και νοηματικά μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου, με υποδειγματικής λιτότητας και συμβολικότητας σκηνικό και κοστούμια της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου, με ανησυχαστική μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου, με εξαιρετικούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, σκηνοθετημένο με ρεαλιστική απλότητα, αλήθεια, δραματικό μέτρο από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, υπηρετείται και από τις λεπτοδουλεμένες - χαρακτηρολογικά και ψυχολογικά - ερμηνείες τριών ταλαντούχων νέων ηθοποιών. Του Μιχάλη Οικονόμου (σύζυγος), του Ομηρου Πουλάκη (αδελφός) και της Μαρίας Κίτσου (αδελφή).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Λουίζα Αρκουμανέα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/11/2010

Η ψόφια γάτα

(...) «Οι καλύτεροι δεν έχουν καμία πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι είναι γεμάτοι ηχηρό πάθος» γράφει ο Γέιτς στη «Δευτέρα Παρουσία». Στα «Ορφανά» δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τους μεν από τους δε: ο συγγραφέας υπονομεύει τα όρια και εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες ακόμη και οι καλύτεροι μπορούν να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους. Πώς από τη μία στιγμή στην άλλη η εγκυμονούσα Λένι, καλή σύζυγος και στοργική αδελφή, μπορεί να μετατραπεί σε υπερπροστατευτική μέγαιρα. Ή πώς ο σύζυγός της Ντάνι, που έχει κάθε πρόθεση να πράξει το σωστό, την ώρα της κρίσης καταλήγει να κάνει το ακριβώς αντίθετο. 

Ένα βράδυ μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα η καταστροφή. Έτσι απλά. Εκεί όπου απολαμβάνεις μαζί με τη γυναίκα σου ένα δείπνο ειδικά προετοιμασμένο, σχεδόν εορταστικό, ένα ρύζι ειδικά μαγειρεμένο, σχεδόν στραφταλιστό, με κρασί λευκό, απαλό, το φως των κεριών να γράφει μηνύματα στον τοίχο, και εσείς, χαλαροί, ικανοποιημένοι, να κάνετε απολογισμούς, όνειρα, σχέδια- το σπίτι θα είναι μικρό σε λίγο καιρό, μήπως ήρθε η ώρα για αλλαγή; Ναι, συμφωνείτε και οι δύο, μπορείτε να τα καταφέρετε αν βάλετε τα δυνατά σας, χαμογελάτε, ανταλλάσσετε βλέμματα εμπιστοσύνης πάνω από τα κεριά. Θέλεις να την πάρεις αγκαλιά, αυτήν και το παιδί που έχει στην κοιλιά της, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή που ξεχειλίζεις τρυφερότητα και περηφάνια, τη στιγμή που αρχίζεις να ανασηκώνεσαι από την καρέκλα σου, ανοίγει η πόρτα και μπαμ, μια ψόφια γάτα προσγειώνεται πάνω στο σχεδόν εορταστικό τραπέζι σας.

Παγώνεις. Ναι, δεν είναι φάρσα, εκεί δίπλα στο μισοάδειο μπολ με το ρύζι βρίσκεται πράγματι ξαπλωμένο ένα στραπατσαρισμένο ζώο. Το αγγίζεις διστακτικά. Δεν κουνιέται. Από πού ήρθε; Ποιος το πέταξε; Και το πιο σημαντικό: πώς θα το ξεφορτωθείς; Τι μέτρα θα λάβεις για να προστατέψεις το λευκό τραπεζομάντιλό σου; Να το σκοτώσεις ούτως ή άλλως δεν γίνεται- είναι ήδη νεκρό. Να το πετάξεις από το παράθυρο; Και αν το κουφάρι χτυπήσει κανέναν περαστικό; Δεν μπορείς, δεν ξέρεις, έχεις πανικοβληθεί, το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να μείνει άλλο πάνω στο τραπέζι σου, εκεί όπου τρώει το παιδί σου, μια τετράποδη εστία μόλυνσης με το στόμα να χάσκει, το σώμα κοκαλωμένο, τα αίματα ξεραμένα.

Τι έκανες για να προκαλέσεις αυτό το ατύχημα στο δείπνο σου; Πώς επέτρεψες μια τέτοια παράλογη εισβολή στο πιο ευάλωτο κομμάτι της ζωής σου; Πόσο αμελής στάθηκες για να μην παρατηρήσεις μια τρύπα ανάμεσά σας, ανάμεσα σε εσάς και στο ρύζι, μια μαύρη τρύπα που έπρεπε να γεμίσει με βία, απειλές και αίματα; Ποιος ευθύνεται για αυτήν την τρύπα; Και ποιο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσετε για να κλείσει;

«Οι καλύτεροι δεν έχουν καμία πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι είναι γεμάτοι ηχηρό πάθος» γράφει ο Γέιτς στη «Δευτέρα Παρουσία». Στα «Ορφανά» δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τους μεν από τους δε: ο συγγραφέας υπονομεύει τα όρια και εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες ακόμη και οι καλύτεροι μπορούν να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους. Πώς από τη μία στιγμή στην άλλη η εγκυμονούσα Λένι, καλή σύζυγος και στοργική αδελφή, μπορεί να μετατραπεί σε υπερπροστατευτική μέγαιρα. Ή πώς ο σύζυγός της Ντάνι, που έχει κάθε πρόθεση να πράξει το σωστό, την ώρα της κρίσης καταλήγει να κάνει το ακριβώς αντίθετο. «Τον χτύπησα. Φορούσα την κουκούλα... πάντα αναρωτιόμουνα αν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Αν θα μου προκαλούσε ευχαρίστηση ή... κάτι, ξέρεις... Και τώρα... Νιώθω σαν να ΄χω αρχίσει να σαπίζω» εξομολογείται στη Λένι.

Αλλά και ο Λίαμ, αδελφός της Λένι, το ίδιο υποστηρίζει όταν καλείται να εξηγήσει την αποτρόπαιη πράξη του: «Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν είμαι τέτοιος εγώ. Εγώ δεν είμαι ρατσιστής. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω γιατί...» απολογείται στο ζευγάρι, εκλιπαρώντας συχώρεση. Αυτό το ψυχολογικό θρίλερ είναι ταυτόχρονα και υπαρξιακό: αργά ή γρήγορα, όλοι θα «βουτήξουμε στα σκατά». Είτε είμαστε απροσάρμοστοι σαν τον Λίαμ είτε θαυμαστά προσαρμοσμένοι σαν την αδελφή του και τον άντρα της. Είτε «ορφανά» είτε «προστάτες οικογενείας» είτε και τα δύο μαζί, αργά ή γρήγορα, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε την ψόφια γάτα που σκάει στο τραπέζι μας: τον ρατσισμό, τη βία, κάθε τέρας που καραδοκεί στη γωνία του δρόμου ή του μυαλού μας. Αξίζει να καταπατήσουμε τις αρχές μας προκειμένου να προστατέψουμε ό,τι θεωρούμε πιο σημαντικό;

Καλογραμμένα, ζουμερά, τα «Ορφανά» θίγουν σύγχρονα ζητήματα με τρομερή αμεσότητα (όπως αναφέρει και ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του: «νομίζεις ότι γράφτηκε για την περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα»). Επιπλέον διαθέτουν σχεδόν κινηματογραφικό σασπένς: Αν βρεθούν στα κατάλληλα χέρια, μπορούν να καρφώσουν τους θεατές στην άκρη των καθισμάτων τους. Τα χέρια του Θεοδωρόπουλου αποδεικνύονται όντως κατάλληλα και έμπειρα. Μέσα σε ολόλευκο σκηνικό τοποθετεί το δράμα της αποδόμησης και εκεί αφήνει την κηλιδωμένη οικογένεια να κονταροχτυπηθεί μέχρι τελικής πτώσεως. Οι σχέσεις διαγράφονται σταδιακά, επώδυνα, ώσπου να γίνουν ανυπόφορα εκτυφλωτικές. Η αγωνία κορυφώνεται, ο εφιάλτης δεν λέει να τελειώσει, η ψόφια γάτα δεν εξαφανίζεται εύκολα από το τραπέζι. Τίποτε περιττό δεν βαραίνει το οπτικό ή το συναισθηματικό μας πεδίο, χρειάζεται μόνο λίγος χρόνος ακόμη, νομίζω- οι παραστάσεις μόλις ξεκίνησαν-, έτσι ώστε να δέσει το σύνολο, να επιταχυνθεί ο ρυθμός, να λειανθούν ορισμένα σημεία ελαφράς σκηνικής αδεξιότητας.

Οσον αφορά τους ηθοποιούς, ο σκηνοθέτης χτύπησε φλέβα χρυσού. Η Μαρία Κίτσου είναι απλώς καταπληκτική: η ευαισθησία της σε γοητεύει, το πάθος της σε διαπερνά, σε συγκινεί και σε κατακτά ολοκληρωτικά. Ο Ομηρος Πουλάκης, αγνώριστος, πλάθει ένα εξαιρετικό πορτρέτο του «προβληματικού» Λίαμ, αιχμαλωτίζοντας τη σύνθετη φύση του ήρωα. Πιο μετριοπαθής, ο Μιχάλης Οικονόμου σκιαγραφεί με ευκρίνεια τον «κανονικό» άνθρωπο, οι αντιστάσεις του οποίου λιώνουν στις υψηλές θερμοκρασίες. Υποβλητική και απαραίτητη, τέλος, η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρώ Τριανταφύλλου, Η ΕΠΟΧΗ, 28/11/2010

Από την πλευρά του θεατή

(...) Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος άλλαξε την οικεία μέχρι τώρα σκηνοθετική οπτική του, επέλεξε μια πιο αγγλική, θα λέγαμε, ματιά, αφήνοντας στην άκρη τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία με τα οποία δούλευε μέχρι τώρα.

Στο παλιό αλλά πάντα επίκαιρο φιλμ του Philippe Labro «Le hasard et la violence» (1974, λυπάμαι αλλά δεν γνωρίζω τον ελληνικό τίτλο του) ο πρωταγωνιστής -ακτιβιστής δικηγόρος και συγγραφέας ενός δοκιμίου για τη βία (Ιβ Μοντάν)- νιώθει παγιδευμένος μέσα στη βία, δεν μπορεί να της ξεφύγει από πουθενά. Μια σκηνή μένει οδυνηρά χαραγμένη στο μυαλό του θεατή: βαδίζει στην παραλία κρατώντας τα δακτυλόγραφα του βιβλίου του. Μια ομάδα νεαρών αναίτια του επιτίθεται. Τον γρονθοκοπούν ανελέητα ενώ στον αέρα στροβιλίζονται οι σελίδες ενός βιβλίου για τη βία. Χωρίς να έχει, σε μια πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, σχέση με την ταινία του Labro, το έργο του Ντένις Κέλι, «Τα Ορφανά» μου έφερε στο νου την προαναφερθείσα σκηνή.

Η ευθύνη μπροστά στη βία

Η βία είτε ως ένστικτο θανάτου, κατά Φρόιντ, είτε ως μαμή κάθε παλαιάς κοινωνίας που κυοφορεί μέσα της μια καινούρια, αποτελώντας η ίδια οικονομική δύναμη, κατά Μαρξ (απλούστερα εκπεφρασμένο από τον Έγκελς, που την ονόμασε «επιταχυντή οικονομικών εξελίξεων»), θέτει πάντα μια σειρά σκληρά και δυσαπάντητα ερωτήματα, ιδιαίτερα στους πιο ενεργητικούς ακτιβιστές των κινημάτων, που συνοψίζονται ίσως στο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει αλλαγή χωρίς βία; Τελικό ερώτημα; Όχι, μάλλον αφού γεννά αμέσως ένα νέο που αφορά τα υποκείμενα της βίας, την ατομική και συλλογική ευθύνη των πράξεων βίας -είναι τα ερωτήματα που θέτουν από διαφορετικές οπτικές τόσο ο Καμί στο έργο το «Οι Δίκαιοι» όσο και ο Χάινριχ Μίλερ στο «Μάουζερ»- και που βάζουν στο τραπέζι το θέμα της πολιτικής της ηθικής, που απασχολεί τη σκέψη της Τζούντιθ Μπάτλερ. Αφήνουμε την ίδια να μιλήσει: «όσοι διαπράττουν πράξεις βίας είναι υπεύθυνοι γι’ αυτές. δεν είναι θύματα ή εξαρτήματα μιας απρόσωπης κοινωνικής δύναμης, αλλά φορείς εμπρόθετης δράσης με δική τους ευθύνη. Από την άλλη, τα άτομα αυτά έχουν διαμορφωθεί με κάποιον τρόπο και θα διαπράτταμε σφάλμα αν θεωρούσαμε τις ενέργειές τους αποκλειστικά αυτογενείς πράξεις ή συμπτώματα ατομικής παθολογίας ή τις αποδίδαμε απλώς στο «κακό». […] Είμαστε ταυτόχρονα ενεργούμενα, αλλά και ενεργά δρώντα πρόσωπα και η «ευθύνη» βρίσκεται στη συμβολή των δύο αυτών».1

Πού είναι η Αντιγόνη;

Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βραβευμένο στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, το 2009, έργο του Ντένις Κέλι «Ορφανά». Το θέμα του έργου είναι η ρατσιστική βία και ο νεοναζισμός. Σε μια γειτονιά του Λονδίνου, που θα μπορούσε να είναι ο Άγιος Παντελεήμονας στην Αθήνα, ένα ζευγάρι δειπνεί: εκείνη, μια αξιοπρεπής νέα γυναίκα, εκείνος ένας νέος άντρας με πνευματικές αναζητήσεις και προοδευτικές αντιλήψεις. Ο νεαρός αδελφός της κοπέλας εισβάλλει στην τραπεζαρία γεμάτος αίματα. Ένα αγράμματο παιδί, αγχωμένο και φοβισμένο. Θα μάθουμε ότι είχε μεγαλώσει ορφανός μαζί με την αδελφή του που έπαιζε το ρόλο της μάνας, είναι αγράμματος, έχει μπλεξίματα με ύποπτους τύπους και με την αστυνομία. Θα ισχυριστεί ότι τα αίματα ανήκουν σε κάποιον τραυματισμένο που προσπάθησε να βοηθήσει. Σιγά-σιγά, με την τεχνική του «κρεμμυδιού», ο Κέλι θα φτάσει στην αλήθεια: ο νεαρός δεν είχε βοηθήσει κανέναν. Το αντίθετο είχε χτυπήσει ανελέητα και αναίτια ένα Πακιστανό που γύριζε στο σπίτι του. Η πράξη του πρέπει να τιμωρηθεί, είναι μια απόπειρα φόνου και, επίσης, ίσως η αστυνομία βρει το αιμορραγούν θύμα και προλάβει να το σώσει από το θάνατο. Ο προοδευτικός και έντιμος γαμπρός του το θεωρεί δεδομένο. Αλλά τότε μπαίνουν οι παράμετροι: οικογένεια (η αδερφή του, υπερπροστατευτική, μολονότι αηδιάζει από την πράξη του, αποφασίζει χωρίς δεύτερη σκέψη, να τον καλύψει), η συζυγική αγάπη (τι θα κάνει ο σύζυγος που δεν θέλει να χαλάσει την καρδιά της συζύγου του;), η προσωπική ενοχή (πόσο φταίει ο καθένας μας για την κατάσταση στη γειτονιά και άρα για την ύπαρξη ανθρώπων σαν το νεαρό μας; Αλλά και -όπως το θέτει ο νεαρός νεοναζί- πόσο δικαίωμα έχουν να μιλούν οι μορφωμένοι γόνοι μεσοαστικών οικογενειών που δεν έχουν ζήσει τη φρίκη της ορφάνιας και της φτώχειας;). Το πράγμα θα πάει πιο μακριά από τη συγκάλυψη. Ο νέος άντρας θα συμβάλει στη βία για να σώσει τον κουνιάδο του κι όσο κι αν ντρέπεται γι’ αυτό, θα γίνει όμως ένας από τους άλλους, αυτούς που σιχαίνεται. Η Αντιγόνη από μια άλλη πλευρά. Το δίκιο του αίματος, το δίκιο της οικογένειας απέναντι στην εντολή του Κρέοντα, που αν τηρηθεί, θα σημάνει την αρχή της ενότητας της πόλης. Ο Κέλι ανοίγει την κλειδαρότρυπα για να μας αφήσει να δούμε, με φόβο και φρίκη, ότι το τέρας υπάρχει μέσα μας και ότι η ηθική έχει πρόσημο και πολιτική στάση: όταν καλείσαι να επιλέξεις, οφείλεις να κλείσεις τα μάτια και να ακολουθήσεις το δίκιο. Αλλά πόσο κουράγιο θέλει για να το κάνεις αυτό; Όταν μάλιστα το μεγάλο όχι, σε ακολουθεί «εις όλην την ζωήν σου»;

Η πηγή της ευθύνης

Παρόλο που «Τα Ορφανά» καταφεύγουν σε μερικές «ευκολίες» -όχι ο νεοναζισμός και οι παρεμφερείς ιδεολογίες δεν χρειάζονται πάντα φτώχεια, ορφάνια και περιθωριακές γειτονιές για ν’ ανθίσουν, ούτε είναι ανάγκη να καταφεύγουμε στη δύσκολη παιδική ηλικία για να εξηγήσουμε τέτοια φαινόμενα. αυτά είναι εκφάνσεις του γενικότερου πλέγματος αιτιών που γεννάει το αυγό και το φίδι- ωστόσο είναι ένα έργο δυνατό, ζωντανό και σύγχρονο. Μιλάει, και ο λόγος του πάει βαθιά μέσα μας και οδυνηρά μέσα μας, για θέματα που η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει πλέον εδώ και μια εικοσαετία και θα είναι μπροστά μας, όλο και πιο έντονα, όλο και πιο επικίνδυνα, με μεγαλύτερες διαλυτικές τάσεις στον κοινωνικό ιστό και διαβρωτικά των τελευταίων αξιών: ξενοφοβία, ρατσισμός, νεοναζισμός, βία, αλλά και η περιχαράκωση στα οικεία, ο ατομισμός, μέχρι που το πρόβλημα θα φτάσει στην πόρτα μας, θα μπει μέσα στο σπίτι μας. Ίσως τελικά τα Ορφανά να είναι, κατά κάποιο τρόπο, η σύγχρονη εκδοχή του «Μπίντερμαν και οι Εμπρηστές» του Μαξ Φρις.

Η παράσταση

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος άλλαξε την οικεία μέχρι τώρα σκηνοθετική οπτική του, επέλεξε μια πιο αγγλική, θα λέγαμε, ματιά, αφήνοντας στην άκρη τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία με τα οποία δούλευε μέχρι τώρα. Τόνοι στακάτοι, απότομα «κοψίματα» της δράσης, που δημιουργούν στιγμιαία ταμπλό βιβάν, ανακόπτουν την ολοκλήρωση όλης της γκάμας των συναισθηματικών αποχρώσεων για να αφήσουν τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό να αναδυθεί δυναμικά και να διαλεχθεί με το προσωπικό πρόβλημα. Η Μαρία Κίτσου έδωσε μια Έλεν πολύσημη και ολοκληρωμένη, που ασφυκτιά μέσα στους ρόλους που της έχουν επιβληθεί, με ελεγχόμενα ξεσπάσματα που προετοιμάζουν το σχεδόν τραγικό τέλος. Ο Όμηρος Πουλάκης, λίγο πιο νευρικός απ’ ό,τι έπρεπε, δημιούργησε ένα Ντάνι που γινόταν ως και συμπαθής αρχικά παρά τις υποψίες που είχαμε από την αρχή, για να τον εξελίξει στο τέλος σε ένα ευθυνόφοβο, ασυνείδητο άνθρωπο, ικανό για την πιο ακραία και παράλογη βία. Ο Μιχάλης Οικονόμου έδειξε την συνειδησιακή πάλη του Λίαμ χωρίς μελοδραματισμούς και άκομψες εξάρσεις. Ίσως πρέπει να αφήνει λίγο περισσότερο χρόνο στις συναισθηματικές διαβάσεις. Το λευκό σκηνικό της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου με το τραπέζι στη μέση της σκηνής, σύμβολο του θεσμού της οικογένειας που έχει κατρακυλήσει τόσο τα τελευταία χρόνια, επιτυχές και παράξενα τραγικό. Ο Σάκης Μπιρμπίλης ξέρει να φωτίζει μια παράσταση. Η Κοραλλία Σωτηριάδου μετέφρασε με συνέπεια και σεβασμό στο κείμενο.

Ένα ερώτημα για το ελληνικό θέατρο

Ο Κέλι ανήκει σε μια ομάδα νέων σχετικά δημιουργών (είναι γεννημένος το 1970) που στην Ευρώπη και την Αμερική την τελευταία δεκαετία δίνουν έργα τολμηρά, που περιγράφουν και εξηγούν την πραγματικότητα γύρω τους, που βουτούν κυριολεκτικά μέσα στον κόσμο και φέρνουν σε φως προβλήματα, κρίσεις, σύγχρονες καταστάσεις και χαρακτήρες. Αναρωτιέμαι γιατί οι Έλληνες δραματουργοί δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Με μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις, το ελληνικό θέατρο ομφαλοσκοπεί, ασχολείται ακόμη με τα προβλήματα ζεύγους σε επίπεδο μοιχείας (παραλίγο να βάλω τη λέξη σε εισαγωγικά), του χάσματος γενεών με οπτική δεκαετίας του ’70 ή ευτραπελίζει καταστάσεις με δήθεν κωμωδίες και ακόμα πιο δήθεν σάτιρες. Ακόμα και οι πιο σοβαροί δημιουργοί του σαν να φοβούνται να ανοιχτούν στην περιπέτεια της γραφής, σαν να μη νιώθουν ικανοί να δουν όλες τις πλευρές των πραγμάτων, να πάνε και στην πλευρά του αδικητή. Μένουν στην εύκολη πλευρά των ζητημάτων, στα προφανή θύματα και τα αντιμετωπίζουν μελοδραματικά και καταγγελτικά. Θα αργήσει πολύ άραγε ο Άγιος Παντελεήμονας ή η Πλατεία Θεάτρου να βρουν τον δραματουργό τους;

Σημείωση:
1. Τζούντιθ Μπάτλερ, «Ευάλωτη ζωή. Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας», μτφρ. Μ. Λαλιώτης και Κ. Αθανασίου, εκδ. νήσος, Αθήνα, 2009, σ. 63

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γρηγόρης Ιωαννίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 27/11/2010

Η γυμνή αλήθεια της ξενοφοβίας

Τυπικό, τυπικότατο δείγμα ρεαλισμού. Πρώτα ο κλειστός, «εργαστηριακός» χώρος εξέτασης του κοινωνικού δείγματος. Εντός του δύο τυπικοί, «καθαροί» αστοί, που τρώνε αμίλητοι το γεύμα τους. Και εκτός του, κάποιος τρίτος «καταλύτης», που εισβάλλει αιματοβαμμένος στο διαμέρισμα για να ανατρέψει με την τρικυμία της πόλης την ανακωχή των ενοίκων της. Από εκεί και πέρα το πράγμα ακολουθεί την τσουλήθρα του ρεαλισμού προς καταστάσεις ολοένα και μεγαλύτερης εντροπίας. 

Τυπικό, τυπικότατο δείγμα ρεαλισμού. Πρώτα ο κλειστός, «εργαστηριακός» χώρος εξέτασης του κοινωνικού δείγματος. Εντός του δύο τυπικοί, «καθαροί» αστοί, που τρώνε αμίλητοι το γεύμα τους. Και εκτός του, κάποιος τρίτος «καταλύτης», που εισβάλλει αιματοβαμμένος στο διαμέρισμα για να ανατρέψει με την τρικυμία της πόλης την ανακωχή των ενοίκων της. Από εκεί και πέρα το πράγμα ακολουθεί την τσουλήθρα του ρεαλισμού προς καταστάσεις ολοένα και μεγαλύτερης εντροπίας. Αν και στην περίπτωση του βραβευμένου έργου του Ντένις Κέλι, η τσουλήθρα από κάποια στιγμή και μετά γίνεται ελεύθερη πτώση στο κενό.

Αν είναι επίκαιρο το έργο· φοβάμαι πως είναι κάτι περισσότερο. Μοιάζει με ακροστιχίδα που ολοκληρώνεται με τη δική μας θλιβερή πραγματικότητα. Το παιχνίδι θα μπορούσε να λέγεται «Συμπληρώστε τα κενά». Συμπληρώνουμε με μια γειτονιά της Αθήνας γεμάτη κλειστά διαμερίσματα, σκοτεινούς δρόμους, με τη βία και με τον μύθο της βίας να υποκαθιστούν την αστική πραγματικότητα. Σκεφτείτε το ίδιο έργο είκοσι χρόνια πριν. Πόσα από τα κενά θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε τότε;

Οι μεγάλοι ρεαλιστές, παρά τα όσα κατά καιρούς τους καταμαρτύρησαν, ποτέ δεν θέλησαν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Στόχος τους ήταν πάντα να την αποκαλύψουν. Και ο Κέλι ακολουθεί το ίδιο εκείνο κόλπο των αλλεπάλληλων σκεπασμάτων, που σηκώνονται το ένα μετά το άλλο μέχρι την αποκάλυψη της γυμνής αλήθειας. Η παρατήρηση που υπάρχει από κάτω είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η ξενοφοβία δεν είναι σύνδρομο του εγώ, αλλά του εμείς. Ξεκινάει από τη φοβική προσκόλληση στην αγέλη και ακολουθεί την ρητορική του οικογενειακού, εθιμικού δίκαιου.

Είναι ο ρυθμός του έργου η μέγκενη που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα για μία ολόκληρη ώρα. Ξεπερνάμε για χάρη του την ενοχλητική διείσδυση του τυχαίου (με τη μορφή ενός κουδουνίσματος κινητού στην «πιο ακατάλληλη ώρα») στην ανέλιξη της δράσης. Και παραβλέπουμε ορισμένα ζητήματα: όπως ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ένα μορφωμένο αστό να φέρεται με τόση βαναυσότητα σε ένα δεμένο θύμα. Ή να δεχθούμε χωρίς ερωτήσεις την περιγραφή εκ μέρους του Κέλι μιας τάξης χωρίς σαφή συνείδηση, με πολλά απωθημένα και ακόμα περισσότερα σύνδρομα.

Αχίλλειος πτέρνα του ρεαλισμού

Έπειτα, και αφού έχουμε ξαναβρεί την ανάσα μας, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η προσωπικότητα του κατ’ εξοχήν φορέα της βίας, του Λίαμ, ανήκει στην αχίλλειο πτέρνα του ρεαλισμού: στη λεγόμενη «κλινική περίπτωση». Δύσκολα μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα από τον μάλλον ψυχωτικό τύπο του. Ανοίγει άλλωστε σε αυτόν μια περίφημη δίοδος διαφυγής για τον καθένα: στο τέλος τέλος το έργο αφορά μια πολύ «ειδική περίπτωση» παιδιών, μεγαλωμένων σε «ιδιαίτερες συνθήκες»…

Η επιτυχία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι δεδομένη και από ό,τι φαίνεται, και μετά το «Σφαγείο», ως σκηνοθέτης αριστεύει σε έργα σύγχρονα με πολιτικές και κοινωνικές αιχμές. Στηριγμένος στην κλινική εντέλεια του σκηνικού χώρου της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου, αλλά και στη σπουδαία μεταφραστική απόπειρα της Κοραλίας Σωτηριάδου (μια συλλογή φωνημάτων ο λόγος της), άφησε τη βία εκτός του οίκου και έβαλε τη βοή του εγκλήματος εντός του. Έστησε το έργο με τη φροντίδα, την επιμέλεια και την επιφανειακή ψυχρότητα του ανατομείου.

Όσο για τις ερμηνείες το έχουμε ξαναπεί. Ο ρεαλισμός στηρίζει ερμηνείες που προβάλλουν τους ηθοποιούς, αν μη τι άλλο, γιατί αυτές μπορούν να εκτιμηθούν από τον καθένα. Στην περίπτωση, όμως, των τριών νέων ηθοποιών του Νέου Κόσμου μιλούμε για ύψη που κολακεύουν όχι μόνο την ίδια την παράσταση αλλά και το θέατρό μας. Γιατί προσφέρουν μια εμπέδωση των προσώπων υπέρτερη κάθε αναλυτικής ερμηνείας τους.

Η Έλεν της Μαρίας Κίτσου είναι μια δημαγωγός δωματίου, βαλμένη στην κόψη της προσωπικής της στενωπού. Η ψυχολογική πίεση που ασκεί στον σύζυγό της αποτελεί το έρεισμα της σωματικής βίας που ασκεί ο αδελφός της. Βρήκα θαυμάσια αινιγματικό τον Ντάνι του Μιχάλη Οικονόμου. Τι αληθινά κινεί τον χαρακτήρα του; Κάποιες αστικές αρχές ή, ίσως, η συμπιεσμένη οργή του; Ο Λίαμ του Όμηρου Πουλάκη αποτελεί περίπτωση εγκληματία, που γυρνά στους δρόμους της πόλης προστατευμένος από τον εκφυλισμό της συλλογικότητας, την ασυλία της «οικογένειας». Μια πληγή που απλώνει κάτω από τα ρούχα. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP