THE PILLOWMAN

THE PILLOWMAN

"The Pillowman" του Μάρτιν ΜακΝτόνα
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Παίζουν: Γιώργος Βαλαής, Θανάσης Δόβρης, Σεραφείμ Ράδης, Μιχάλης Φωτόπουλος

Ένα από τα καλύτερα έργα του Μάρτιν ΜακΝτόνα σε ολοκαίνουργια μετάφραση του Δημήτρη Κιούση και σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Ο νεαρός συγγραφέας Κατούριαν Κατούριαν ανακρίνεται από δύο αστυνομικούς με μεθόδους σωματικής αλλά και ψυχολογικής βίας. Είναι ύποπτος για φόνους μικρών παιδιών, καθώς οι ιστορίες του περιγράφουν δολοφονίες που έγιναν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο αδερφός του Μίχαλ, άτομο με νοητικά προβλήματα, ανακρίνεται επίσης. Μέσα από την ανάκριση αλλά και από τις ιστορίες του Κατούριαν, αποκαλύπτεται ένας θανάσιμος κύκλος βίας που ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια και καθορίζει τη ζωή του και τη ζωή τού αδερφού του.


Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Κιούσης

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου

Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη

Μουσική: Νίκος Μαρδάκης

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίνα Κανελλοπούλου


Παίζουν οι ηθοποιοί

Γιώργος Βαλαής

Θανάσης Δόβρης

Σεραφείμ Ράδης

Μιχάλης Φωτόπουλος


 

Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

από 16/10/2011 μέχρι 8/1/2012

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ηρώ Μητρούτσικου, ΑΤΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ, 10/12/2011

(...) Αν και ο συγγραφέας εστιάζει μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του κωμικού παραλογισμού στη βία, την καταπίεση και τον θάνατο, το έργο του μιλά κυρίως για την ανθρώπινη λαχτάρα του «μια φορά κι έναν καιρό», για την ανάγκη του ανθρώπου να πει και να ακούσει ιστορίες για να αισθανθεί κοντά σε κάποιον, για να καταφέρει να αντιμετωπίσει το χάος της πραγματικότητας.

Ας πάμε σε ένα αρκετά σκοτεινό κοινωνικό έργο, πολιτικό και άχρονο, αλλά με έναν τόσο γλυκό, σχεδόν παιδικό τίτλο: «Ο Μαξιλαρένιος» (ThePillowman). Το συγκεκριμένο έργο το είχα δει το 2005 στο θέατρο «Αμόρε» (που πια είναι supermarket, όπως και το θέατρο «Πολύτεχνο») με τον ακόμα πιο «απαλό» τίτλο «Ο Πουπουλένιος». Γραμμένο το 2003 από το «τρομερό παιδί» του βρετανικού θεάτρου, τον Μάρτιν ΜακΝτόνα, προκάλεσε αίσθηση και μέσα σε δύο χρόνια μεταφράστηκε σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και γνώρισε πολλές επιτυχημένες παραστάσεις. Αν και ο συγγραφέας εστιάζει μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του κωμικού παραλογισμού στη βία, την καταπίεση και τον θάνατο, το έργο του μιλά κυρίως για την ανθρώπινη λαχτάρα του «μια φορά κι έναν καιρό», για την ανάγκη του ανθρώπου να πει και να ακούσει ιστορίες για να αισθανθεί κοντά σε κάποιον, για να καταφέρει να αντιμετωπίσει το χάος της πραγματικότητας. Η παράσταση του «Αμόρε» δεν μου είχε πολυαρέσει (σε αντίθεση με πολλούς άλλους), αλλά αυτή την παράσταση του Θεάτρου το Νέου Κόσμου την βρήκα εξαιρετική! Θεωρώ ότι ο νεαρός σκηνοθέτης και ηθοποιός (δημιουργός της «Κατσαρίδας») Βασίλης Μαυρογεωργίου κατάφερε, έχοντας πολύ καλούς ηθοποιούς, να μας δώσει μια παράσταση μάθημα υποκριτικής. Έργο σκληρό και κλειστοφοβικό, όπως τα περισσότερα έργα του συγγραφέα, παίρνει ζωή σε ένα επίσης σκληρό, ψυχρό και κλειστοφοβικό σκηνικό, το οποίο, μάλιστα, κάποια στιγμή πλημμυρίζει με νερό (δεν κατάλαβα γιατί, κατά το διάλειμμα, έπρεπε να σφουγγαριστεί, θα είχε ενδιαφέρον να μείνει…)!!

Το έργο είναι δύσκολο, βίαιο και κριτικό απέναντι στην τυφλή βία, αλλά και την ενδοοικογενειακή και ψυχολογική βία. Γι’ αυτόν το λόγο πολλοί συγκρίνουν τον Ιρλανδό συγγραφέα με τον Ταραντίνο, τον Ευριπίδη και τον Σενέκα, αλλά το τέλος του έργου απλά μας δείχνει ότι όλη η βία που προηγήθηκε ήταν μάταιη. Παρ’ όλα αυτά, δεν  του λείπει το χιούμορ και τα κωμικά στοιχεία, που αλαφρώνουν λίγο την  ατμόσφαιρα. Σίγουρα όμως είναι ένα έργο (όπως και όλα του ΜακΝτόνα) που απαιτεί ερμηνείες. Και αυτή η παράσταση τις διαθέτει! Οι Γιώργος Βαλαής, Μιχάλης Φωτόπουλος, Θανάσης Δόβρης και Σεραφείμ Ράδης καταφέρνουν να φτιάξουν ένα σύμπαν, είτε μέσα από τους διαλόγους τους, είτε μέσα από την αφήγηση ιστοριών, συμβάλλοντας (ειδικά οι δύο πρώτοι) ώστε να έχουμε μια εκπληκτική παράσταση ενός δύσκολου κειμένου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Σμυρνής, monopoli.gr, 31/10/2011

The Pillowman στο Θέατρο Ν. Κόσμου: «Μη μου τους κύκλους τάραττε»

 


 

Όταν η πόλη των Συρακουσών έπεσε στους Ρωμαίους, ένας στρατιώτης μπήκε στο σπίτι του Αρχιμήδη την ώρα που μελετούσε κάποιο γεωμετρικό πρόβλημα. Ο μέγας μαθηματικός και εφευρέτης είπε το περίφημο "Μη μου τους κύκλους τάραττε". Δεν τον ένοιαζε αν κινδύνευε η ζωή του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι υπολογισμοί του, οι κύκλοι του, τα γεωμετρικά του σχέδια.

To ίδιο ισχύει στο θεατρικό έργο Pillowman με τον πρωταγωνιστή Κατούριαν Κατούριαν (το όνομα είναι έτσι από το αγγλικό κείμενο του Ιρλανδού συγγραφέα Μάρτιν Μακντόνα.) 

Ο Κατούριαν είναι συγγραφέας κι έχει συλληφθεί από τους αστυνομικούς ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Το αποτέλεσμα της ανάκρισης θα καθορίσει αν θα μείνει ζωντανός τόσο ο ίδιος, όσο και ο αδερφός του. Ωστόσο, όπως καταλαβαίνουμε από την εξέλιξη του έργου, τον Κατούριαν πιο πολύ τον ενδιαφέρει αν θα σωθούν τα έργα του. 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο γραφείο της αστυνομίας. Παράλληλα, εκτυλίσσεται και στα φύλα χαρτιού με τις ιστορίες του Κατούριαν, οι οποίες διαβάζονται μία- μία. Είναι παραμύθια με σκοτεινό περιεχόμενο και κατάμαυρο τέλος.

Γρήγορα ο θεατής καταλαβαίνει ότι δεν είναι μια ακόμα κριτική στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που πιάνουν και βασανίζουν αθώους συγγραφείς ή συγγραφείς επαναστάτες. Ήδη μέσα από τις ιστορίες και από τις ερωτήσεις των αστυνομικών και διάφορα υπονοούμενα που αφήνουν τόσο το κείμενο, όσο και η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου, ότι το πράγμα πάει αλλού. Η αστυνομία δεν ψάχνει για αντικαθεστωτικούς, αλλά προσπαθεί να εντοπίσει – και μέσα από τα έργα του συγγραφέα- έναν σίριαλ κίλερ. 

Το σασπένς, πάντως, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι αυτοσκοπός. Αν ήταν, τότε θα παιδευόμασταν και εμείς και οι κεντρικοί χαρακτήρες πολύ περισσότερο να εντοπίσουμε τους δολοφόνους μέσα από τις μικρές ιστορίες του Κατούριαν. Κάποια στιγμή ο Μακντόνα μας δίνει τους εγκληματίες στο πιάτο. Κι ασχολείται πλέον με τα παράλογα κίνητρα, τους τρομερούς μηχανισμούς που φτιάχνουν εγκληματίες και την τραγική μοίρα των ενόχων, μέσα σε ένα σύστημα που κάνει ό,τι θέλει χωρίς να τηρεί τα προσχήματα. Όλο αυτό αναμεμειγμένο με βαρύτατα τραυματισμένες παιδικές ηλικίες, που έχουν κακοφορμίσει και στάζουν νευρώσεις και ψυχοπάθεια. Η επιστροφή στην παιδικότητα των ανθρώπων, δεν είναι νοσταλγική. Είναι «διακοπές στον εφιάλτη.» Και μαζί έρχονται τα βάρη της καταπίεσης από τους μηχανισμούς της θρησκείας, της οικογένειας και του ολοκληρωτισμού. Και μια συνεχής εναλλαγή ύφους και ειδών, με το διήγημα να μπλέκει με το θεατρικό έργο και το αστυνομικό θρίλερ με την καφκική αλληγορία και την παρωδία. 

Εκεί κάπου «η μπάλα χάνεται». 

Η Lyn Gardner για την εφημερίδα "The Guardian" γράφει για τον Pillowman: 

«Σε ένα έργο που είναι πιο ζοφερό και από τον ζόφο (και από τους αδερφούς Grimm), ο Μακντόνα θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Οι ευθύνες του συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία και τον εαυτό του, η επικίνδυνη ισχύς της λογοτεχνίας και η ιδέα πως οι συγγραφείς είναι κατεστραμμένοι, όλα με ευκολία ρίχνονται στο ίδιο καζάνι, έως ότου, τρεις ώρες αργότερα ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι το γράψιμο και οι συγγραφείς είναι πράγματα καλά, για τα οποία αξίζει να μας σπάσουν τα χέρια.» 

Συμφωνώ σε αρκετά σημεία. Το πρόβλημα του έργου είναι ότι ο ιδιοφυής Μακντόνα το έχει παραφορτώσει με ζόφο. Αφέθηκε στην σκοτεινή φαντασία του, σε τέτοιο βαθμό που η αποκρουστικές περιγραφές για τη βαρβαρότητα της ζωής να γίνονται αβάσταχτες. Παράλληλα, μπλέκει τόσο πολύ τα είδη, για να δείξει την ευελιξία του, που δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι το έργο αυτό. Η πλοκή, γεμάτη ανατροπές, κάνει δύσκολο για τον θεατή να εστιάσει στα νοήματα. Πόσο μάλλον όταν τα νοήματα αυτά συχνά αλληλοεξουδετερώνονται. Και για να προσφέρει κάποιες ελάχιστες «ρομαντικές» αναπνοές από την φρίκη ο συγγραφέας, επενδύει στην αφέλεια μας. 

Το αφελές επιμύθιο φαίνεται να είναι ότι αξίζει τον κόπο η εφαρμογή πολλών διεστραμμένων σχεδίων και η κατασκευή πολλών κατεστραμμένων (και διεστραμμένων) ανθρώπων, προκειμένου να βγει μια «ωραία» ιστορία. Αξίζει κάθε τίμημα, προκειμένου το έργο τέχνης να διασωθεί μετά το θάνατο του δημιουργού του. «Αμάρτησα για τα έργα μου» φωνάζει ο Κατούριαν με τις ενέργειές του. 

Το θέμα της ανάγκης του δημιουργού να ολοκληρώσει ένα έργο, ενώ ο θάνατος τον πλησιάζει, το έχει πραγματευθεί και ο Μπόρχες. Στο διήγημά του «Το μυστικό θαύμα» μιλάει για έναν συγγραφέα που τον έχουν στήσει στον τοίχο, ενώ δεν έχει ολοκληρώσει το έργο του και για τη χάρη, που ζητάει αυτός από το Θεό. Ο τίτλος είναι αμφίσημος. Μυστικό θαύμα είναι αυτό που κάνει ο Θεός- και δεν το μαθαίνει κανένας- καθώς παγώνει τον χρόνο για όσο διάστημα χρειάζεται στον συγγραφέα, προκειμένου να τελειώσει μέσα στο κεφάλι του το μυθιστόρημά του. Και επίσης «μυστικό θαύμα» είναι το ίδιο το έργο, το οποίο πεθαίνει μαζί με τον δημιουργό του, ακριβώς την στιγμή που ολοκληρώνεται. (Με το που βάζει και την τελευταία τελεία ο συγγραφέας, ο χρόνος ξεπαγώνει και το απόσπασμα τον εκτελεί.) 

Πιο ορθολογικός ο Μπόρχες, έχει λύσει το Γόρδιο Δεσμό. Θεωρεί δεδομένο ότι σημασία έχει μόνο η δημιουργία. Το τι μένει πίσω είναι συχνά συγκυριακό. Και στην τελικά, για τον Αργεντίνο συγγραφέα, και αδιάφορο. 

Ως προς την σκηνοθετική πλευρά της αναπαράστασης του κειμένου, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου τόνισε τα ποιητικά και τα δραματικά στοιχεία του έργου, τόσο με την ερμηνεία των ηθοποιών, όσο και με έξυπνες οπτικοποιήσεις, που έκαναν πιο καθαρό και πιο ζωντανό το κείμενο σε αρκετά σημεία. Η παράσταση είχε ένταση και καλό ρυθμό. Οι ερμηνείες ήταν αρκετά καλές συνολικά. Εκείνη που ξεχώριζε ιδιαίτερα ήταν του πιο έμπειρου και πολύ ταλαντούχου Γιώργου Βαλαή, ο οποίος, στο ρόλο του ενός από τους δύο αστυνομικούς, (αυτού που σκέφτεται) έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας

Συνολικά, πάντως, βρίσκω τον Pillowman υπερβολικό. Δεν μπορώ να πω ότι είναι κακογραμμένος. Όμως το ποιητικό όραμα του Μακντόνα ήταν αβάσταχτα ζοφερό και ενίοτε αντιφατικό, ενώ νομίζω ότι οι εμμονές του σε λεπτομέρειες τον εμπόδισαν να δει τη γενική εικόνα. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρία Κυριάκη, Επί Σκηνής,

Το ενδιαφέρον αυτό έργο του Μακ Ντόνα, γραμμένο το 2004 που έχει τιμηθεί με δύο αξιόλογα βραβεία,  κινείται ευέλικτα ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές άσκησης της βίας για να αναδείξει εν τέλει την αφηγηματική της δύναμη. Η ενδοοικογενειακή βία που πηγάζει από την διαστροφή των γεννητόρων συμπλέκεται με την βία που ασκεί το κακοποιημένο άτομο, με την βία της ολοκληρωτικής εξουσίας και με την βιαιότητα της τέχνης της συγγραφής, η οποία μπορεί να δημιουργήσει οπαδούς επιτυγχάνοντας στόχο αντίθετο από τον επιθυμητό αντί δηλαδή να προκαλέσει απέχθεια απέναντι στη βία, προκαλεί έλξη και συνδαυλίζει την επιθυμία για άσκησή της. 

Το ενδιαφέρον αυτό έργο του Μακ Ντόνα, γραμμένο το 2004 που έχει τιμηθεί με δύο αξιόλογα βραβεία,  κινείται ευέλικτα ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές άσκησης της βίας για να αναδείξει εν τέλει την αφηγηματική της δύναμη. Η ενδοοικογενειακή βία που πηγάζει από την διαστροφή των γεννητόρων συμπλέκεται με την βία που ασκεί το κακοποιημένο άτομο, με την βία της ολοκληρωτικής εξουσίας και με την βιαιότητα της τέχνης της συγγραφής, η οποία μπορεί να δημιουργήσει οπαδούς επιτυγχάνοντας στόχο αντίθετο από τον επιθυμητό αντί δηλαδή να προκαλέσει απέχθεια απέναντι στη βία, προκαλεί έλξη και συνδαυλίζει την επιθυμία για άσκησή της. Ο Κατούριαν Κατούριαν του Κατούριαν, το πρόσωπο χωρίς δικό του στην ουσία όνομα αλλά φέροντας αυτό του πατέρα του, υφίσταται την σκοτεινή και τρομακτική άσκηση βίας. Υποχρεώνεται για εγκαταλείψει την παιδική του ηλικία βίαια για να δημιουργήσει ιστορίες που θα δικαιώνουν τις υψηλές βλέψεις των ψυχοπαθών γονέων του.  Το αντίτιμο, ο διαρκής βασανισμός του αδελφού του Μίχαλ που μετξύ άλλων τραυματικών καταλοίπων, αφήνει στον Κατούριαν και το στίγμα της ενοχής υποχρεώνοντας τον  σε μια διαρκή κι αμέριστη προσήλωση προς το θύμα που πλήρωσε με το αίμα του, την δική του εξέλιξη. Η ίδια ενοχή τον ωθεί να γίνει ο δολοφόνος των γονιών του με τους οποίους δεν μπορεί πια να έρθει σε κανενός άλλου είδους αντιπαράθεση.  Όταν ο Μίχαλ ο οποίος λατρεύει τις ιστορίες του αδελφού του αποφασίζει να τις κάνει πράξη σκοτώνοντας μικρά παιδιά ο Κατούριαν συλλαμβάνεται κι ανακρίνεται ως ο ένοχος των αποτρόπαιων φόνων. Έτσι συνειδητοποιεί επώδυνα τις δράσεις του αδελφού του κι αναζητάει ακόμα και μέσα στην οδύνη των βασανιστηρίων μια λύση διάσωσης. Σε μια σπαρακτική σκηνή που σηματοδοτεί το τέλος της δεύτερης πράξης του έργου σκοτώνει τον Μίχαλ με ένα μαξιλάρι  λυτρώνοντάς τον έτσι από τις επιπτώσεις της διαστροφικής του ψυχοσύνθεσης. Ο «μαξιλαρένιος», εκείνος που είναι απαλός κι ευεργετικός έστω κι αν το έργο του είναι να σπρώχνει τα μικρά παιδιά στην αυτοκτονία και στον αιώνιο λυτρωτικό ύπνο του θανάτου  για να τα γλυτώσει από τους πόνους της ενηλικίωσης, είναι κι ο αγαπημένος ήρωας της  ιστορίας-κλειδί  που συγγενεύει μακρινά με την «Φόνισσα» του δικού μας Παπαδιαμάντη.  Όλη η δράση διατρέχεται από ιστορίες, τις αιματόβρεχτες ιστορίες του συγγραφέα και την απλοϊκή ιστορία του αδελφού του.  Επιπλέον, μια ιστορία στον αντίποδα του «μαξιλαρένιου» την ιστορία του μπάτσου που έχασε το παιδί του σε ατύχημα και παρηγορείται ενώ ταυτόχρονα τρομάζει στην ιδέα πως εκείνο θα είχε κοντά του λίγο πριν πεθάνει τον «μαξιλαρένιο» και  περιγράφει έναν σοφό άντρα με απεριόριστες ικανότητες ο οποίος επιλέγει την προστασία της ζωής του παιδιού-υποψήφιου θύματος αντί της απώλειας της.  Ο άλλος μπάτσος, επίσης έχοντας υπάρξει παιδί κακοποιημένο από τον γονιό του, αποτελεί τον αντίποδα του Μίχαλ ενώ ο μπάτσος συγγραφέας έστω και μίας και μοναδικής ιστορίας γίνεται το alter ego του Κατούριαν καθώς επιδιώκει κιόλας να τον ανταγωνιστεί. Ο Κατούριαν δίνει στους βασανιστές του μια ομολογία ψευδή με στόχο να διασώσει τα κείμενά του τα οποία εκείνοι σκοπεύουν να καταστρέψουν.  Έρχεται αντιμέτωπος με την τελευταία δράση του αδελφού του η οποία στηρίζεται στην δική του αφελή, απλοϊκή κι αισιόδοξη ιστορία ευεργετώντας το παιδί-υποψήφιο θύμα αντί να το βασανίσει και να το σκοτώσει.  Η άγρια δολοφονία του στο φινάλε του έργου, κόβει στη μέση την τελευταία του ιστορία στην οποία τα γραπτά του θα γίνονταν στάχτη από τον άξεστο μπάτσο κι η θυσία του αδελφού του θα πήγαινε χαμένη.  Ωστόσο ο άξεστος μπάτσος αποφασίζει να μην κάψει τις ιστορίες του και τις φυλάξει στο φάκελό για πενήντα χρόνια δίνοντάς τους το δικαίωμα να διεκδικήσουν κι αυτές κάποιο μερίδιο στην αθανασία. Όμως ούτε κι αυτή  η λύση του φινάλε δεν είναι ακριβώς λύση. Γιατί τι είναι εν τέλει αυτές οι ιστορίες του Κατούριαν;  Πουθενά στο έργο δεν φαίνεται πως πρόκειται για αριστουργήματα. Μάλλον ιστορίες του «μπαμπούλα» είναι, σκοτεινά μεσαιωνικού τύπου παραμύθια που χρησιμεύουν για να ενισχύουν την παιδική τρομολαγνεία με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι αιματόβρεχτοι μύθοι του Περώ και των αδελφών Γκριμ, ίσως λίγο πιο ευφάνταστα. Ούτε καν τις έχει κάποιος δημοσιεύσει εκτός από μία και σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του δεν κρύβουν κάποιο μήνυμα ούτε ανατρεπτικά υπονοούμενα. Όμως είναι ιστορίες και σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η αξία τους. Εκεί που τέμνεται η ζωή με την φαντασία, η πραγματικότητα που εξοντώνει κι η παραμυθία που παρηγορεί, τα ηνία παίρνει η μαγεία της αφήγησης που έχει συνεπάρει και τον συγγραφέα και τον αποδέκτη του, τον αδελφό του.  Η ανάγκη του Κατούριαν να μαγέψει το κοινό του με τις ιστορίες του ξεπερνάει ακόμα και το ένστικτό του της επιβίωσης. Και μπορεί ο συγκεκριμένος να είναι μια ειδική περίπτωση αλλά και ποιος συγγραφέας δεν είναι; Τα αινίγματα και κυρίως αυτά που δεν έχουν λύση κινητοποιούν απίστευτες δυναμικές κι η παρουσία του Κατούριαν και της βίαιης περιπέτειάς του στην θεατρική σκηνή είναι ίσως μια πρόκληση-αίνιγμα που αντικατοπτρίζει πιστά έναν ανηλεή κόσμο έστω κι αν οι αφηγήσεις είναι ολοφάνερα αναληθοφανείς υπερβολές και αποκτούν σημασία μόνο από την στιγμή που για κάποιον γίνονται τόσο συγγενείς με την πραγματικότητά του ώστε να επιθυμεί ψυχωτικά να τις αναπαραστήσει. Η βουτιά στην ανθρώπινη ψυχή και τα μυστήριά της γίνεται από τον πανέξυπνο Αγγλο- Ιρλανδό συγγραφέα  χωρίς ίχνος διδακτισμού, μ’ ένα οξύ, διεισδυτικό χιούμορ και μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες που ενισχύουν τον βασικό κορμό της δράσης. Η περίπλοκη διαδικασία άσκησης βίας ορίζεται μέσα από ψυχικές και σωματικές διαταραχές που αποτελούν ταυτόχρονα και τα συστατικά της αυθεντικής δημιουργίας.  Οι αντιθέσεις που ορίζονται σε ορισμένα σημεία κι ως αντιφάσεις κι οι ανατροπές που ενισχύουν τις θέσεις καθιστούν πολυεπίπεδες τις ερμηνείες των συμβάντων και θέτουν ερωτήματα στη θέση των εύκολων λύσεων-απαντήσεων.

Η παράσταση διαθέτει στιβαρές κορυφώσεις κι ενδιαφέροντα ευρήματα αλλά οι ερμηνείες εκτός από αυτήν του Μιχάλη Φωτόπουλου  στο ρόλο του Κατούριαν, δεν είναι ιδιαίτερα πειστικές αν και δεν τους λείπει η απλότητα κι η αμεσότητα. Η σκηνογραφική αντίληψη ορίζει τους χώρους με πρωτότυπο κι ενδιαφέροντα τρόπο.  Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε αυτή την παράσταση και για την ευρηματική δραματουργία της, για τους γοργούς σκηνοθετικούς ρυθμούς της και για την αυθεντικότητα της ερμηνείας του πρωταγωνιστή της.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μυρόεσσα Μεταξά, Mixtape.gr, 08/11/2011

Pillowman @ Θέατρο του Νέου Κόσμου

Το σκληρό και άγριο παραμύθι του Martin McDonagh μας διηγείται ο Βασίλης Μαυρογεωργίου και μας φέρνει στο νου τη θεωρία της σχετικότητας.

 

Το σκληρό και άγριο παραμύθι του Martin McDonagh μας διηγείται ο Βασίλης Μαυρογεωργίου και μας φέρνει στο νου τη θεωρία της σχετικότητας.
Τι σχέση έχει η θεωρία της σχετικότητας με ένα πολλάκις βραβευμένο θεατρικό έργο θα αναρωτηθείτε. Η σκληρότητα του περιεχομένου του μοιάζει πολύ πιο διαχειρίσιμη εντός του βίαιου πλαισίου της ζωής και της καθημερινότητάς μας σήμερα από όσο στο παρελθόν. Δηλαδή το πώς αντιμετωπίζεις αυτό που βλέπεις και το συναίσθημα που κάθε φορά σου προκαλεί είναι πολύ σχετικό. Αυτή ήταν η σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού μου κατά τη διάρκεια της παράστασης του Βασίλη Μαυρογεωργίου, μιας παράστασης που έχει ανέβει ξανά το 2005 στον Εξώστη του Αμόρε, όταν το σφίξιμο στο στομάχι ερχόταν από τη σκηνή χωρίς να συναγωνίζεται τη σκληρότητα της ζωής έξω από αυτήν.

Το έργο The Pillowman γράφτηκε το 2003 από τον Ιρλανδό συγγραφέα Martin McDonagh και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 2005. Έχει κερδίσει το βραβείο Olivier για το καλύτερο νέο έργο, το βραβείο των Κριτικών Θεάτρου της Νέας Υόρκης το 2004-5 και δύο Tony και στην Ελλάδα παρουσιάστηκε πρώτη φορά στον Εξώστη του Αμόρε, το 2005, σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου με τον τίτλο Ο Πουπουλένιος.

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου διάλεξε αυτό το έργο που έχει κάτι από την σκληρότητα των ταινιών του Quentin Tarantino και τη ζοφερή ατμόσφαιρα των παραμυθιών των αδερφών Grimm για την πρώτη του σκηνοθεσία μετά από πολύ καιρό σε κείμενο που δεν έχει συγγράψει ο ίδιος.

Ο Γιώργος Βαλαής και ο Σεραφείμ Ράδης είναι το σκληρό πρόσωπο της αστυνομίας που πράττει χωρίς συνέπειες σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και αποφασίζει βάσει κριτηρίων προσωπικών καθοδηγούμενη από την ορμή για εκδίκηση στα όσα τα όργανά της έχουν προσωπικά βιώσει. Ειρωνικός και σαρκαστικός ο Γιώργος Βαλαής γίνεται σκληρός και τρυφερός, σκοτεινός και οργισμένος και πλάθει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα για τον ήρωά του. Πιο εξωτερικός αλλά εξίσου άμεσος και καθόλου κουραστικός κρύβει επιμελώς το μυστικό του ήρωά του ο Σεραφείμ Ράδης.

Ο Μιχάλης Φωτόπουλος είναι ο συγγραφέας των εκτός ορίων της φαντασίας μας ιστοριών παιδικής κακοποίησης που γίνονται παράδειγμα προς μίμηση κάποιου που αντιγράφει τις ιδέες του δολοφονώντας παιδιά όπως ακριβώς περιγράφει στα διηγήματά του. Με μια αξιοπρόσεκτη εσωτερική ηρεμία στην υποκριτική του μεταδίδει τον τρόμο του για το μέλλον του και για την επιβίωσή του αλλά και τη φροντίδα, την αγάπη και το διαρκές ενδιαφέρον του για την τύχη αυτών που αγαπάει περισσότερο και από τη ζωή του την ίδια: τον αδερφό του και τις ιστορίες του.

Ο Θανάσης Δόβρης είναι ο αδερφός του συγγραφέα, άτομο με νοητικά προβλήματα, που ανακρίνεται επίσης. Ο χαρακτήρας του μοιάζει στημένος εκτός τόπου και πραγματικότητας, όπως ακριβώς ο ήρωάς του.

Μέσα από τη διαδικασία της ανάκρισης αλλά και τις διηγήσεις των ιστοριών του Κατούριαν ξετυλίγεται ένας θανάσιμος κύκλος βίας που έναρξη έχει στα παιδικά του χρόνια και επηρεάζει τη ζωή του αλλά και τη ζωή του αδερφού του σήμερα. Με τον λόγο σχεδόν αποκλειστικό μέσο της διήγησης, χωρίς υπερβολές και εντυπωσιακά τρικ οι ηθοποιοί συνομιλούν μεταξύ τους έτσι ώστε ο διάλογός τους να περνάει απευθείας στους θεατές, οι εντάσεις και οι εξάρσεις επιλέγονται με φειδώ και κουμπώνουν άψογα στη διήγηση και ο Βασίλης Μαυρογεωργίουσυνθέτει μια παράσταση άρτια και δεμένη η οποία παρά τη μεγάλη διάρκειά της (το έργο παρουσιάζεται ολόκληρο για πρώτη φορά) δεν κουράζει ούτε στιγμή. Ούτε ακόμα και εκείνους τους θεατές εκείνους που γνωρίζουν ήδη την ιστορία του Κατούριαν, του αδερφού του, του Μαξιλαρένιου και των υπόλοιπων ηρώων των βίαιων παραμυθιών που συνθέτουν την σκληρή ιστορία της ζωής των δύο αδερφών.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP