"Εσωτερικό" του Μωρίς Μαίτερλινκ
Σκηνοθεσία: Σοφία Μαραθάκη
Παίζουν: Νέστωρ Κοψιδάς, Εύα Νικηφόρου, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Κώστας Κορωναίος / Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Σωτήρης Τσακομίδης

Μετά την επιτυχία της προηγουμενης σαιζόν, επαναλαμβάνεται για λίγες παραστάσεις.

Τι είναι το Εσωτερικό; Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που διαδραματίζεται μέσα ώστε να μας παρασύρει σε μια σιωπηλή αλλά γεμάτη αγωνία παρατήρηση; Με ένα παιχνίδι διπλής θέασης όπου τόσο το κοινό όσο και τα πρόσωπα του έργου μοιάζει να βρίσκονται τοποθετημένα πίσω από μια κλειδαρότρυπα, ο Maeterlinck επιχειρεί να τοποθετήσει με τη σειρά του τον άνθρωπο απέναντι στο αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο γεγονός του θανάτου.

Μάρτυρες, ηδονοβλεψίες ή απλά παρατηρητές; Ποιος μπορεί να απαντήσει με ευκολία όταν μάλιστα κατά τη διάρκεια του έργου έρχεται αντιμέτωπος με μια αφόρητη υποψία: μήπως το Εσωτερικό είναι τελικά ένα κάτοπτρο που καθρεφτίζει το δικό μας εύθραυστο κι ανοχύρωτο εσωτερικό τοπίο;

Έξω, θεατές και σκηνικά υποκείμενα γίνονται μαντατοφόροι του θανάτου, άγγελοι τρομερών ειδήσεων, συνένοχοι στη γνώση του ανείπωτου. Ο ρόλος του αγγέλου διαποτίζει απόλυτα τα πρόσωπα του έργου, σχεδόν συνθλίβοντας τη δική τους βούληση. Λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένοι παίκτες ενός αέναου παιχνιδιού, προσπαθώντας να απαλλαγούν από το βάρος μιας θλιβερής αναγγελίας.

Μέσα, τα πρόσωπα ζουν, κινούνται, δρουν σε έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό, τον οποίο υπαγορεύει η ευτυχία της αδιατάραχτης καθημερινότητας. Η ευτυχία αυτή διατηρείται πίσω από κλειστές πόρτες και παράθυρα σαν επτασφράγιστο μυστικό. Όμως το φοβερό νέο θα τρυπώσει από μια ρωγμή, από μια χαραματιά και τελικά από την κεντρική είσοδο για να δείξει πόσο διάτρητη είναι αυτή η ευτυχία, η «μεταμφιεσμένη» σε οικογενειακή θαλπωρή. Η ανακοίνωση του αιφνίδιου θανάτου ενός νεαρού κοριτσιού διαλύει κάθε ψευδαίσθηση, διαπερνά όλους τους χώρους, γκρεμίζει τους τοίχους τους, τους ενοποιεί, καθιστώντας θεατές, αγγέλους και παθόντες, όλους ανελέητα θνητούς.


Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία: Σοφία Μαραθάκη
Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά: Εύα Μαραθάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Βασίλης Τζαβάρας
Επιμέλεια κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες: Andrea Bonetti
Βοηθός Σκηνοθέτη: Καλλιρρόη Μυριαγκού
Κατασκευή Σκηνικού: Αδριανός Ζαχαριάς
Σχεδιασμός Αφίσας: Παντελής Μάκκας
Υλικό Προγράμματος: Ελένη Τριανταφυλλοπούλου , Σοφία Μαραθάκη


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Νέστωρ Κοψιδάς, Εύα Νικηφόρου, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Κώστας Κορωναίος / Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Σωτήρης Τσακομίδης


Η Ομάδα Θεάτρου ΑΤΟΝΑλ μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου κύκλου παραστάσεων, παρουσιάζει για δεύτερη σαιζόν την παράσταση Εσωτερικό του Μ. Μαίτερλινκ σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη. 
Η Ομάδα Θεάτρου ΑΤΟΝΑλ παρουσίασε την πρώτη της παράσταση Το Κόκ(κ)αλο που τραγουδούσε, βασισμένη στο ομώνυμο παραμύθι των Αδελφών Γκρίμ σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη στα πλαίσια του διεθνούς φεστιβάλ για τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ GRIMMKnot που φιλοξένησε η ΚΝΟΤ Gallery (Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 2012) και διοργάνωσε ο Θέμελης Γλυνάτσης . Η παράσταση ξαναπαίχτηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου την άνοιξη του 2013. Μετά την συνεργασία της με την Εταιρεία Θεάτρου DOT και τον σκηνοθέτη Θέμελη Γλυνάτση στην παράσταση Και τα ψάρια βγήκαν να πολεμήσουν ενάντια στους ανθρώπους της Ανχέλικα Λίντελ που παρουσιάστηκε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών 2014 με μεγάλη αποδοχή από κοινό και κριτική, η ομάδα Θεάτρου ΑΤΟΝΑλ επιστρέφει αυτή τη φορά στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου από 13 Οκτωβρίου μέχρι και 25 Νοεμβρίου.

 


Πού και πότε

Περίοδος 2013-2014:

Κάτω Χώρος, από 24.2.2014 μέχρι 8.4.2014

 

Περίοδος 2014-2015:

Κεντρική Σκηνή, από 13/10/2014 μέχρι 25/11/2014 

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ελένη Κουτσιλαίου, onlytheater.gr, 15/11/2014

ΥΛΙΚΟ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΤΗΤΑΣ 

(...) Η παράσταση βασισμένη στα ημιτόνια και τις αποχρώσεις αποκαλύπτει εύστοχα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τη φθαρτότητα και την ευθραυστότητά της.

Οι ήρωες του "Εσωτερικού",  χορογραφημένοι άψογα  σαν πορσελάνινες βουβές κούκλες που καμία φθορά δεν τις έχει αγγίξει ακόμα ( ευφυές σχόλιο για τη σχέση του του Μ.  Μαίτερλινκ  με τις Μαριονέτες) είναι μια εξαιρετικά εύστοχη σκηνοθετική επιλογή (Σοφία Μαραθάκη) που δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με τον «πραγματικό» λασπωμένο, αγωνιώδη, παγωμένο από το κρύο και το βάρος της είδησης κόσμο των δύο Αγγελιαφόρων.

 

 «αν και ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Α ν α γ γ ε λ ί α.»

   Οδ.Ελύτη  : «Μαρία-Νεφέλη»

 

Το τραγικό συμβάν. Το μοιραίο. Το άφευκτο. Το αδήριτο. Το αναπόφυγο. Το ήδη συντελεσμένο. Το μη αναστρέψιμο. Το αναπότρεπτο. Εκτός αν…

Αν ακόμα το αγνοείς .Τότε η ζωή διατηρεί (μετέωρα πάντα) ,αλλά διατηρεί ,έστω και για λίγο, μέχρι τη τρομερή στιγμή της γνώσης του γεγονότος, την αφελή «κανονικότητα» της.

Το  γεγονός που έχει συντελεστεί είναι ο πνιγμός της μιας κόρης της οικογένειας που έχει πάει να επισκεφτεί τη γιαγιά της και που θα διανυκτέρευε εκεί. Οι κάτοικοι του χωριού το ξέρουν. Έχουν περισυλλέξει  το άψυχο σώμα της νεαρής κοπέλας. Η οικογένειά της το αγνοεί. Για αυτούς το αγαπημένο τους πρόσωπο βρίσκεται  ασφαλές στο συγγενικό σπίτι.

Οι δύο παράλληλες πραγματικότητες –ή μια εσφαλμένη ,ή άλλη ορθή- καθορίζουν  την ταυτόχρονη, αν και εκ διαμέτρου αντίθετη συμπεριφορά των προσώπων.

Ωστόσο δεν είναι αυτό το θέμα του έργου του Μωρίς Μαίτερλινκ  : «Εσωτερικό» που γράφτηκε το 1891 (ή κατ’ άλλους το 1894) και παίζεται για δεύτερη χρονιά φέτος από την ομάδα: «Ατονάλ» στο θέατρο του Ν.Κόσμου.

Το θέμα είναι  η επικείμενη Αναγγελία του γεγονότος ,που δυσκολεύει αφόρητα τους δύο (συγχωριανούς) που οφείλουν να γίνουν  αγγελιαφόροι «κακών ειδήσεων». Το θέμα είναι «η διαστολή του χρόνου», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Δημητριάδης (που εδώ έχει κάνει τη μετάφραση) για ένα άλλο συγγενικό θεματολογικά, εντελώς διαφορετικό υφολογικά και ιδιοσυγκρασιακά έργο το «Ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ ,που στην Ελλάδα παίχτηκε  από τη «νέα Σκηνή», σε σκηνοθεσία Λ.Βογιατζή το 2009.

Την αναγγελία ενός τραγικού συμβάντος που αφορά μια μαζική συμφορά: ένα ιστορικό γεγονός, που θα καταχωρηθεί, θα αξιολογηθεί και θα καταγραφεί ως τέτοιο περιγράφει το έργο του Χ. Μπάρκερ, όχι χωρίς να έχει τραγικές προεκτάσεις για το μέσο άνθρωπο.

Ένα τραγικό συμβάν, χωρίς περαιτέρω κοινωνικοιστορικές  συνέπειες ,περιγράφεται στο «Εσωτερικό» του  Μωρίς Μαίτερλινκ  , που όμως θα συντρίψει με το βάρος του την άτυχη οικογένεια και  θα βυθίσει στη λύπη τη μικρή κοινότητα.

Το έργο εγγράφεται πάνω στη διπλή θέαση: εμείς παρακολουθούμε τους δυο εν δυνάμει αγγελιαφόρους που επειδή διστάζουν να χτυπήσουν την πόρτα και να αναγγείλουν την τρομερή είδηση ,παρακολουθούν –μαζί τους και εμείς- το φωτισμένο και αδιατάρακτο  «εσωτερικό» του σπιτιού της οικογένειας.

Μια διαστολή του χρόνου, μια μεταχρονολογημένη αναγγελία είναι όλο το έργο, που χαρίζει χρόνο ευτυχίας στην οικογένεια, καθώς οι δυο απλοί συγχωριανοί θα υψωθούν σε μια ιδιόμορφη σπλαχνική μοίρα που δεν έχει την δύναμη να αλλάξει το ήδη συντελεσθέν, αλλά που μπορεί να αλλάξει το χρόνο μέσα στον οποίο η οικογένεια θα βυθιστεί στη θλίψη.

Η αναγγελία θα σημάνει και το τέλος του έργου. Στον κόσμο μας όλα έχουν ήδη ειπωθεί. Η κάθε εκ νέου αναγγελία γεννά μια βαθύτατη λύπη από τα έγκατα του χρόνου. Η επαναληπτικότητα χαράζει, όχι το καινούριο άκουσμα.

Η παράσταση βασισμένη στα ημιτόνια και τις αποχρώσεις αποκαλύπτει εύστοχα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τη φθαρτότητα και την ευθραυστότητά της.

Οι ήρωες του "Εσωτερικού",  χορογραφημένοι άψογα  σαν πορσελάνινες βουβές κούκλες που καμία φθορά δεν τις έχει αγγίξει ακόμα ( ευφυές σχόλιο για τη σχέση του του Μ.  Μαίτερλινκ  με τις Μαριονέτες) είναι μια εξαιρετικά εύστοχη σκηνοθετική επιλογή (Σοφία Μαραθάκη) που δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με τον «πραγματικό» λασπωμένο, αγωνιώδη, παγωμένο από το κρύο και το βάρος της είδησης κόσμο των δύο Αγγελιαφόρων.

Η αισθητική της πορσελάνης που διαταράσσεται  και στο τέλος ραγίζει  από το  «νωπό χώμα» διασχίζει και τις εξαιρετικές σκηνογραφικές επιλογές (Εύα Μαραθάκη). Υπογραμμίζω εδώ το λεπτό χιούμορ στις επιλογές των κοστουμιών (Ιωάννα Τσάμη). Η μουσική και αυτή στο ίδιο κλίμα (Βασίλης Τζαβάρας).

Αναφέρω τους ηθοποιούς της παράστασης: Σωτήρης Τσακομίδης, Νέστωρ Κοψιδάς,  Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Κώστας Κορωναίος,  Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Εύα Νικηφόρου που λειτούργησαν με ακρίβεια παρτιτούρας.

 Θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν ανέφερα την εξαιρετική δουλειά της Βρισηίδας Σολωμού στην επιμέλεια της κίνησης.

Και κάτι ακόμα η παράσταση αυτή αποδεικνύει πόσο απαραίτητος συνεργάτης είναι ο συχνά παραμελημένος δραματουργός:ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η δουλειά της Έλενας Τριανταφυλλόπουλου πάνω στο αρχικό υλικό.

Εν κατακλείδι: μια εύστοχη, ακριβής, πολύ υψηλού επιπέδου παράσταση.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μανώλης Βαμβούνης, Gkoultoura.gr, 24/11/2014

Γκουλτούρα Απόψε: Το Εσωτερικό

Κάτι φοβερό έχει συμβεί. Κάτι τραγικό, κάτι ανείπωτο, κάτι μη αναστρέψιμο. Κάτι από αυτά που αλλάζουν ζωές, που καταστρέφουν ζωές. Κάτι από αυτά που οριοθετούν το «πριν από αυτό το κάτι» από το «μετά από αυτό το κάτι».

Κάτι φοβερό έχει συμβεί. Κάτι τραγικό, κάτι ανείπωτο, κάτι μη αναστρέψιμο. Κάτι από αυτά που αλλάζουν ζωές, που καταστρέφουν ζωές. Κάτι από αυτά που οριοθετούν το «πριν από αυτό το κάτι» από το «μετά από αυτό το κάτι».

Εμείς σαν κοινό παρακολουθούμε το πριν από αυτό, που διαδραματίζεται στο Εσωτερικό. Παρακολουθούμε σιωπηλά τη δράση στο Εσωτερικό, αλλόκοτη, απόκοσμη, σε ένα διαφορετικό ρυθμό, σαν ζωντανό κουκλοθέατρο, σαν βιτρίνα από automatons: αυτοματοποιημένα ρομπότ με μορφή ανθρώπου τα οποία επαναλαμβάνουν μηχανικά τις κινήσεις μιας ανέμελης, ευτυχισμένης οικογένειας. Ο μπαμπάς διαβάζει εφημερίδα ή βιβλίο, η κόρη κεντάει σταυροπόδι, η μάνα βάζει ένα ποτήρι νερό. Η μάνα όμως σιγά σιγά ξεχειλίζει το ποτήρι από το νερό, συνεχίζοντας να σερβίρει. Η κόρη κεντάει την προίκα της πλέον πάνω στο φόρεμα της, κανείς τους όμως δεν καταλαβαίνει. Είναι μια αέναη, αδιατάρακτη στιγμή ευτυχίας. Είναι αυτό το ακαθόριστο «πριν» που έρχεται σε ύπαρξη σαν μνήμη μόνο αφού επέλθει αυτό που σηματοδοτεί το «μετά». Είναι μια παγίδα ευτυχίας.

Κάτι φοβερό έχει συμβεί το οποίο θα αλλάξει για πάντα τις ζωές της οικογένειας στο Εσωτερικό. Δεν έχει συμβεί όμως ΣΕ αυτούς. Όπως και στις αρχαίες τραγωδίες, είναι μια πράξη βίας που δεν μπορεί να εμφανιστεί επί σκηνής. Έχει συμβεί σε αόριστο χώρο και χρόνο εκτός σκηνής, και θα οριστικοποιηθεί μέσα στο έργο μόνο με την αναγγελία του στο εσωτερικό της σκηνής, από τον Άγγελο. Στην ουσία, για όσο χρόνο ακόμα δεν έρχεται η είδηση από τον Άγγελο, για αυτούς στο Εσωτερικό, στη σκηνή είναι σαν να μην έχει συμβεί. Έτσι, ο διαχωρισμός Εσωτερικού από εκτός, γίνεται διαχωρισμός σε χρόνο, γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε πιθανές πραγματικότητες. Όσο δεν μαθαίνουν, συνεχίζουν να ζουν στο παρελθόν, ή σε μια παράλληλη πραγματικότητα όπου αυτό το κακό δεν έγινε ποτέ και όλοι ζουν αμέριμνα τις αθώες ζωές τους, στο Πριν.

Το Πριν αυτό παραμένει «επτασφράγιστο» στο Εσωτερικό, σε ένα τάπερ από ταπετσαρία και οικογενειακή θαλπωρή. Κλεισμένο πίσω από σφραγισμένα παράθυρα και πόρτες, για να κρατηθεί μέσα «φρέσκια» (αλλά με τον καιρό πειραγμένη, χαλασμένη, μη φρέσκια, μη υγιής) αυτή η έννοια της «ευτυχίας». 

Και έξω… Έξω είναι το κορίτσι τους που έχει πεθάνει. έξω είναι οι θεατές, το κοινό που ξέρει, έξω είναι η τραγική ειρωνεία. Και από το σώμα του κοινού, βγαίνει ο εκπρόσωπος του. Και από την πόρτα του θεάτρου, μπαίνει ο Άγγελος.

Εκεί ξεκινάει το έργο του Μώρις Μέτερλινκ, μέρος μιας τριλογίας ("The intruder", "Interior" and "The blind"), γραμμένο όχι για θέατρο, αλλά για μαριονέτες - όπως ακριβώς δηλαδή βλέπουμε τους ηθοποιούς να φέρονται στο Εσωτερικό. Η παράσταση της ομάδας ΑΤΟΝΑλ προσεγγίζει ένα κείμενο που δεν θέλει να γίνει θέατρο, που ούτε καν γράφτηκε για θέατρο, και το μεταμορφώνει σε μια από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της χρονιάς. Όχι ακριβώς παράσταση, όσο μια κατάσταση όσμωσης, μια δυστυχία, μια πραγματικότητα που λίγο-λίγο εισχωρεί μέσα σε μια άλλη, μικρότερη παράσταση. Όταν πια μπει μέσα η αναγγελία, όταν έρθουν σε ισορροπία το Εσωτερικό με την πραγματικότητα, ο κόσμος τους θα καταρρεύσει, θα σπάσει η μεμβράνη της συνθήκης, θα σπάσει το θέατρο αυτό… θα μείνει μόνο το κείμενο και ο πόνος. 

Οι τοίχοι έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν καν ποτέ πραγματικά. Όπως υποδεικνύει η εξαιρετική σκηνογραφία και ο φωτισμός, ο διαχωρισμός ανάμεσα στους δυο ξεκάθαρους κόσμους είναι μόνο από φως και ενέργεια. Είναι μόνο το διαχωριστικό φως-σκοταδιού που χωρίζει πάντα κοινό από παράσταση. Είναι μόνο παράθυρα αιωρούμενα στο κενό, μέσα από τα οποία οι μέσα δεν μπορούν να δουν το έξω, δεν μπορούν να δουν ούτε αυτό που έγινε ούτε τους θεατές που το γνωρίζουν. 

Το έργο παρακολουθεί τον διάλογο ανάμεσα στο Κοινό και τον Άγγελο (εξαιρετικός πάντα Νέστωρ Κοψιδάς και ιδιαίτερος Σωτήρης Τσακομίδης) για το δικαίωμα του Άγγελου να σπάσει αυτή την ανυποψίαστη ευτυχία, για το πως μπορεί να τους το πει, για το αν μπορεί να περιμένει μια βραδιά ακόμα, για αυτή την αυτόματη ανθρώπινη παρόρμηση να τραβήξεις λιιιιγο ακόμα αυτή τη στιγμή ευτυχίας πριν όλα θα αλλάξουν. Ο θάνατος όμως έχει ήδη επιτελεστεί, καθιστώντας αυτή την ευτυχία ψεύτικη, και την επιμήκυνση της απάνθρωπη, σκληρή. 

(Τι πιο ταιριαστό θέμα έργου για να μεταφράσει ο Δημήτρης Δημητριάδης, σε μια εξαιρετική δουλειά του, από την ανησυχία ενός Αγγέλου αρχαίου δράματος ο οποίος διστάζει να παραδώσει την αναγγελία του.)

Πρόκειται για μια σπάνια, αξέχαστη εμπειρία, στην οποία το μόνο που θα μπορείς να προσάψεις ως αρνητικό είναι κάτι ίσως… υπερβολικά πεζό για την ιδιαίτερη μαγεία της: η εξαιρετικά της μικρή διάρκεια (35-45 λεπτά) σε συνδυασμό με ένα όχι-τόσο μειωμένο εισιτήριο. Σκέφτομαι πως θα έπρεπε να είχε συνδυαστεί με μια άλλη δουλειά της ομάδας ή μια δεύτερη δουλειά άλλης ομάδας παρόμοιας ιδιοσυγκρασίας. Αν σαν κι εμένα όμως αναζητάτε διαρκώς αυτό το κάτι διαφορετικό σαν πειραματική θεατρική εμπειρία, σίγουρα δεν θα αποτελέσει κάτι τέτοιο εμπόδιο. Η παράσταση ολοκληρώνει τον δεύτερο κύκλο της στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου αύριο (Τρίτη 25/11), προλάβετε τη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 03/11/2014

Λιτότητα και κορεσμός

(...) Η Σοφία Μαραθάκη επενέβη στα αιτούμενα του κειμένου και δημιούργησε διπλή σκηνική εικόνα, αναπαριστώντας επί σκηνής και το εσωτερικό του σπιτιού με τα πρόσωπα εν δράσει. Ανατρέποντας όμως κάθε ρεαλιστική απόδοση, κίνησε τα βουβά πρόσωπα σε αργούς, επαναληπτικούς ρυθμούς, προσδίδοντας έτσι το εύθραυστο αν όχι ψευδές της ευτυχίας τους. 

 

Ο Βέλγος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Maurice Maeterlinck γράφει ένα σύντομο, γεμάτο ένταση κείμενο με εμφανή αφηγηματικότητα καθώς τα σκηνικά παρόντα πρόσωπα διηγούνται τα όσα εκτός σκηνικής οπτικής συμβαίνουν - αυτά που διαδραματίζονται στο «Εσωτερικό» (1894) ενός σπιτιού όπου ζει την καθημερινότητά της μια συνηθισμένη οικογένεια: η μητέρα, ο πατέρας, η κόρη.

Ολος ο λόγος διαδραματίζεται έξω από το σπίτι, μεταξύ δύο ανδρών οι οποίοι προτίθενται να μεταφέρουν ένα δυσάρεστο μήνυμα στην οικογένεια, τον πνιγμό της άλλης κόρης, χωρίς ωστόσο να τολμούν να εισέλθουν, αναβάλλοντας διαρκώς την είδηση. Αντίθετα, παρακολουθούν τα τρία μέλη στην ανυποψίαστη συνήθη ευεξία τους μέσα από τα παράθυρα, κρυμμένοι στο σκοτάδι, αφηγούμενοι διαλογικά τις κινήσεις τους και διαλογιζόμενοι για τη δυστυχία που αυτά αγνοούν. Δύο Αγγελοι τραγικών γεγονότων που δεν εισβάλλουν στον χώρο των προσώπων αλλά μένουν στις «εισόδους» τέμνοντας με απλό λόγο την ανθρώπινη συνθήκη και την εύθραυστη ευτυχία πριν την καταστροφή.

Το μη αναστρέψιμο

Πίσω από τους δύο Αγγέλους της συμφοράς, ένα ολόκληρο χωριό κατευθύνεται προς το σπίτι μεταφέροντας το πτώμα της κόρης, ως αρχαίος χορός, αθέατος επίσης, του οποίου ίσως μόνον ο αχός να φτάνει ως τη σκηνή από κάποια στιγμή κι έπειτα, όταν επίκειται πλέον η αποκάλυψη. Πώς όμως εκφέρεται από τους δύο άντρες το μη αναστρέψιμο; Πώς κοινοποιείται η συμφορά; Ποιος τολμά να παρέμβει στη φυσική συνέχεια της ζωής των ανθρώπων ανατρέποντάς την διά παντός ως άγγελος κακών ειδήσεων; Ο Χάουαρντ Μπάρκερ με το έργο του «Το ύστατο σήμερα» που είχε ανεβάσει ο Λευτέρης Βογιατζής έχει με τον δικό του σύγχρονο τρόπο δώσει τη δική του περίτεχνη εκδοχή. Ο Maeterlinck υιοθετεί την πλήρη λιτότητα προικίζοντας με το δίλημμα δύο απλούς ανθρώπους. Δίπλα τους θα προστεθεί μια γυναίκα, η Μαρία, ενημερώνοντάς τους ότι ο χρόνος λήγει, η νεκρή φθάνει έχοντας δίπλα την δική της αδελφή Μάρθα. Η αναφορά στα δύο συγκεκριμένα ονόματα των αδελφών (Μάρθα και Μαρία), καθώς όλοι οι άλλοι παραμένουν δίχως όνομα, παραπέμπει εμφανώς σε χριστιανικά ταφικά και θρηνητικά δρώμενα, προσδίδοντας νέες προεκτάσεις στο κείμενο.

Η διπλή εικόνα

Η Σοφία Μαραθάκη επενέβη στα αιτούμενα του κειμένου και δημιούργησε διπλή σκηνική εικόνα, αναπαριστώντας επί σκηνής και το εσωτερικό του σπιτιού με τα πρόσωπα εν δράσει. Ανατρέποντας όμως κάθε ρεαλιστική απόδοση, κίνησε τα βουβά πρόσωπα σε αργούς, επαναληπτικούς ρυθμούς, προσδίδοντας έτσι το εύθραυστο αν όχι ψευδές της ευτυχίας τους. Φωτεινή Παπαχριστοπούλου (Μητέρα), Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου (Πατέρας) και Εύα Νικηφόρου (Κόρη) απέδωσαν με πλαστικότητα μαριονέτας της επίπλαστη ευτυχία τους, ντυμένοι με τα κοστούμια εποχής της Ιωάννας Τσάμη και κινούμενοι στο ειδυλλιακό σκηνικό (με δείκτες σκηνικών αντικειμένων) της Εύας Μαραθάκη, πίσω από τα αιωρούμενα τρία «παράθυρα» που διαχώριζαν το μέσα από το έξω, σε συνεργασία με τον θερμό φωτισμό του Σάκη Μπιρμπίλη.

Στο εκτός σπιτιού και κύριο χώρο λεκτικής δράσης, ημιφωτισμένο και με κάποια κυβοειδή ενδεικτικά σκηνικά αντικείμενα, κινήθηκε το εξαιρετικό δίδυμο των δύο αντρών (Νέστωρ Κοψιδάς, Σωτήρης Τσακομίδης) που ανέπτυξαν με τον πλέον πειστικό τρόπο την εγγενή αναποφασιστικότητα ως προς την αναγγελία της είδησης συνεπικουρούμενοι αργότερα από τη Μαρία της απέριττης Αλεξάνδρας Ντεληθέου.

Φυσικά, η Μαραθάκη, αναπαριστώντας το περιγραφόμενο λεκτικά εσωτερικό (στην καίρια μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη) δεν τήρησε απόλυτα τις συμβάσεις αφού τα πρόσωπα σπανίως δρούσαν σε αρμονία με τα λεγόμενα καθώς διέφευγαν προς οικείες αλλά αυθαίρετες δράσεις με αντι-ρεαλιστική επαναληπτικότητα.

Το τέλος, μακριά από τον όποιο μελοδραματισμό, σκηνοθετείται με πλήρη αποστασιοποίηση καθιστώντας την παράσταση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Θεωρώ ότι η σκηνοθέτις πέτυχε πλήρως το στοίχημα δίνοντας μέσα από τη λιτότητα των σκηνικών και υποκριτικών μέσων την ουσία του τραγικού, αναδεικνύοντας τον χαρακτήρα του συλλογικού στην ατομική δυστυχία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 10/04/2014

Μόλις πενήντα λεπτά διαρκεί αυτή η εμπνευσμένη παράσταση-άσκηση εξοικείωσης με το θάνατο, συστήνοντάς μας ένα εξαιρετικά σύντομο, αλλά βαθιά ανησυχαστικό έργο του νομπελίστα συγγραφέα.

Aποχαυνωμένοι μες στη ραστώνη της ωραίας βραδιάς, οι γονείς και η αδερφή της νεκρής κοπέλας χαμογελούν και αγκαλιάζονται – είναι σχεδόν ξελιγωμένοι από την οικογενειακή αγαλλίαση. Δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί τον πνιγμό της. Έξω από το σπίτι τους οι αγγελιαφόροι της τρομερής είδησης τους παρατηρούν. Δύσκολη η θέση τους: πρέπει να εισβάλουν σε αυτήν την εικόνα ευτυχίας και να τη συντρίψουν με το μαντάτο του θανάτου. Εμείς οι θεατές βρισκόμαστε σε εξίσου δύσκολη θέση. Γιατί αν καλούμαστε να ταυτιστούμε με κάτι, είναι με το «εσωτερικό» όσων υπάρχουν μπροστά μας, με την ίδια δηλαδή τη συνείδηση της θνητότητάς μας. 

Ιδού η στοιχειώδης αλήθεια και η τραγική ειρωνεία του βίου μας: εφήμερος είναι ο εφησυχασμός μας. μπορεί μόλις βγούμε από αυτήν τη θεατρική αίθουσα η φευγαλέα ευτυχία μας να έχει γίνει κιόλας δυστυχία. «Ένα θέατρο της ψυχής», αυτό αποζητούσε ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας (1911 ) Φλαμανδός Μ. Μέτερλινκ: «Πέρα από τους συνηθισμένους διαλόγους που εξαντλούνται στη λογική ή στο συναίσθημα, ζητούμενο είναι να ακουστεί ο μεγαλειώδης και αδιάκοπος διάλογος του ανθρώπου με το πεπρωμένο του».

Το άγνωστο και γραμμένο για μαριονέτες «Εσωτερικό» (1891 ) λειτουργεί σαν ιαπωνικό χαϊκού: συμπυκνώνει όλη τη σοφία του για το «καθημερινό τραγικό». Μόλις στη δεύτερη σκηνοθεσία της, η Σοφία Μαραθάκη στήνει με διακριτό αντι-ψυχολογικό ύφος μια παράσταση στατική, αλλά νευρώδη, βαθιά ανησυχαστική και εικαστικά αγέρωχη (σκηνικά: Εύα Μαραθάκη, κοστούμια: Ιωάν. Τσάμη ). 

Σχεδόν ασάλευτοι, αλλά σε εσωτερική εγρήγορση βρίσκονται οι τρεις μαντατοφόροι-αφηγητές (Ν. Κοψιδάς, Αλ. Ντεληθέου και Σ. Τσακομίδης ) και αντιστικτικά λειτουργούν οι συγγενείς της νεκρής (Ε. Νικηφόρου, Κ. Παπαθεοδώρου, Φ. Παπαχριστοπούλου ): βωβά πρόσωπα, κινούμενα σαν νευρόσπαστες μαριονέτες, ίσως όμως με μια γκροτέσκα υπερβολή που δεν χρειαζόταν. Ειδική μνεία αρμόζει στη μετάφραση του Δ. Δημητριάδη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Θωμάς Τσαλαπάτης, UNFOLLOW, 11/04/2014

Η περιγραφή του Εσωτερικού του Μωρίς Μαίτερλινκ πρέπει να συντάσσεται με τη δομική απλότητα του ίδιου του έργου: στο εσωτερικό ενός σπιτιού μια οικογένεια (άντρας, γυναίκα, κόρη) περνούν την ανάλαφρη χαμογελαστή τους καθημερινότητα. Ακριβώς έξω από το σπίτι, τρεις αγγελιοφόροι παρατηρούν την οικογένεια, έτοιμοι να της μεταφέρουν το τραγικό νέο: η άλλη κόρη τους βρέθηκε πνιγμένη στο ποτάμι.

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τοπίο μηδενικής δράσης, στην απλωμένη στιγμή που συμπυκνώνοντας το βάρος του ακαριαίου εμπεριέχει ό,τι έχει προηγηθεί και ό,τι θα ακολουθήσει. Η στιγμή γίνεται το μάτι της βελόνας απ’ όπου θα τυλιχτεί ολόκληρη η κλωστή της ζωής. Μέσα από τους διαλόγους των αγγελιοφόρων αντιλαμβανόμαστε το βάρος της είδησης, παρατηρούμε μαζί το εσωτερικό και αναπλάθουμε την αλλαγή.

Το αριστούργημα του Μαίτερλινκ δεν είναι τίποτα περισσότερο από την περιγραφή μιας στιγμής, και η ουσία του το βάρος αυτής της στιγμής. Καινοτομώντας μέσα από την κομψότητα της μικρογραφίας, ο συγγραφέας καταφέρνει να υπογραμμίσει τα όρια, τα λεπτά σύνορα ανάμεσα στις ανθρώπινες καταστάσεις, την αλλαγή και τη ρευστότητα, ως δομικά στοιχεία στο ανθρώπινο συνεχές. Ο λιτός ποιητικός λόγος του Μαίτερλινκ (εξαιρετική η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη) κουβαλά όλο το στοχασμό του για τη ζωή και το θάνατο, την τραγωδία και την ελάχιστη απόστασή της από το καθημερινό.

Η συμβίωση του καθημερινού με το τραγικό, αποδίδεται δραματικά, μέσα από το παιχνίδι της θέασης. Κοιτούμε την οικογένεια στο εσωτερικό, σιωπηλό σαν βυθός, με την αυτάρκεια του μόνιμου χαμόγελου, σαν κοινότοπος πίνακας που θα μπορούσε να στολίζει το κάθε εσωτερικό σπιτιού, την κάθε ατάραχη οικογενειακή θαλπωρή. Ταυτόχρονα όμως κοιτούμε τους αγγελιοφόρους που κοιτούν το εσωτερικό. Μέσα από το λόγο τους δεν περιγράφουν απλώς τα όσα βλέπουμε (και τα όσα θα έρθουν) περιγράφουν ταυτόχρονα και το βλέμμα μας. Μέσα από την καλειδοσκοπική ταύτιση, το παράδειγμα του συμβάντος που παρακολουθούμε πολλαπλασιάζεται. Βρισκόμαστε ταυτόχρονα μπροστά σε ένα παράδοξο. Πρωταγωνιστές του έργου δεν είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν (οι αγγελιοφόροι), αλλά αυτοί που βρίσκονται στο εσωτερικό. Και η ζωή που ενσαρκώνουν  γνωρίζουμε πως πια δεν υπάρχει, αυτό που κοιτούμε είναι το παρελθόν των πρωταγωνιστών, η απώλειά τους μετά την αναγγελία του πνιγμού. Οι πρωταγωνιστές του έργου δεν βρίσκονται καν μπροστά μας, κατοικούνε πια τη σιωπή.

Η παράσταση του Εσωτερικού στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από την ομάδα Ατονάλ, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Μαραθάκη, επιτυγχάνει ακριβώς γιατί καταφέρνει να μεταδώσει την ελάχιστη απόσταση και τη μέγιστη αντίθεση, ανάμεσα στους δύο χώρους και στις δύο καταστάσεις. Οι εξαιρετικές ερμηνείες αποδίδουν ανάγλυφα το κοινότοπο και το έκτακτο, οδηγώντας τα δεμένα προς την κορύφωση. Και μέσα από τον τονισμό του παιχνιδιού της θέασης, φεύγοντας αντιλαμβανόμαστε ποιο το εσωτερικό και ποιοι οι κάτοικοί του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Κωνσταντίνος Καρασσαβίδης, Επί Σκηνής, 13/03/2014

Ο Βέλγος νομπελίστας Maurice Maeterlinck έλεγε πως «χρέος του δραματικού ποιητή είναι να κάνει απτό το Άγνωστο, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται, στην πραγματική, την καθημερινή ζωή». Αυτό ακριβώς το Άγνωστο ταυτίζεται και συμβολίζεται από τον Θάνατο στο μονόπρακτό του Εσωτερικό, γραμμένο το 1894. Αρχικά το δημοσίευσε ως ένα από τα τρία του «μικρά δράματα για μαριονέττες» ίσως για να καταδείξει ότι όπως η μαριονέττα – υποκατάστατο του ηθοποιού ή του χαρακτήρα – κινείται παθητικά από κάποιον άλλο, έτσι κι ο άνθρωπος είναι υπαρξιακά ανίσχυρος μπροστά στο αναπόδραστο, στο πεπρωμένο που καθορίζει την ύπαρξή του. Η όποια δράση του ανθρώπου είναι κατ’ επίφασιν, καθώς αυτός παραμένει σε μια μόνιμη κατάσταση πλήρους απάθειας και παθητικότητας μέχρι τη στιγμή που θα αποκτήσει συνείδηση του Θανάτου. 

Η υπόθεση είναι απλή στη σύλληψή της. Ένα κορίτσι που άφησε το πρωί την οικογένειά της για να επισκεφτεί την γιαγιά της βρίσκει τον θάνατο από πνιγμό, ενώ διασχίζει το ποτάμι. Οι γονείς και η αδερφή της, που δεν την περιμένουν να γυρίσει σύντομα, περνούν ένα ήσυχο βράδυ στον καλά προφυλαγμένο χώρο του «εσωτερικού» του σπιτιού τους. Ταυτόχρονα ένας γέρος, ένας ξένος και μια νέα έχουν προπορευτεί και φτάνουν στο σπίτι για να τους ενημερώσουν, πριν ένα πλήθος χωρικών φέρει στο σπίτι τη νεκρή. Συζητούν στον κήπο, μπροστά από τα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού, σχολιάζουν τις κινήσεις των προσώπων πίσω από αυτά και το πόσο θα αλλάξουν την φαινομενικά ήρεμη ζωή τους, όταν τους μεταφέρουν την είδηση του θανάτου.

Η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη ρέει σαν ένας χείμαρρος λέξεων που η ορμητικότητά της σταματά μόνο με το τέλος της παράστασης, χάρη στη δραματουργική επεξεργασία της από την Έλενα Τριανταφυλλοπούλου. Παρόλο που η τελευταία αφαίρεσε δύο πρόσωπα, το έργο του Μαίτερλινκ δεν αλλοιώθηκε ούτε ως προς το ύφος του, ούτε ως προς τον χαρακτήρα των ηρώων – άλλωστε μεταφέρθηκαν κάποια από τα «κομμένα λόγια» στους βασικούς χαρακτήρες– και δεν δημιουργήθηκαν νοηματικά χάσματα. Κατάφερε δηλαδή να δημιουργήσει ένα νέο κείμενο, που ανταποκρίνεται απόλυτα στις ανάγκες του σύγχρονου ανεβάσματος και ταυτόχρονα διατηρεί όλες τις αρετές του πρωτοτύπου.

Η σκηνοθετική ματιά της Σοφίας Μαραθάκη δεν είναι μονάχα ενδιαφέρουσα, αλλά και με τις αισθητικές της επιλογές κατάφερε να μεταφέρει με ακρίβεια αυτό που ήθελε να περάσει από γραφής ο Μαίτερλινκ. Σε όλη τη σκηνοθεσία της αναμειγνύει τη σκιά και το φως, αλλά χωρίς να αντιτίθεται το ένα στο άλλο. Το ένα υπάρχει χάρη στο άλλο, ό,τι ακριβώς δηλαδή ισχύει για τη ζωή και το θάνατο, το γνωστό και το άγνωστο. Παίζοντας με το φως ταυτόχρονα κατάφερε να ορίσει με πανέξυπνο τρόπο τον σκηνικό χώρο της δράσης, αλλά και τον δραματικό χρόνο, στην προσπάθειά της να καταδείξει αυτήν ακριβώς την συνύπαρξη των αντιθετικών ζευγών μέσα στον ίδιο χωροχρόνο. Χώρος και χρόνος διαστέλλονται και συστέλλονται κατά τη διάρκεια της παράστασης, ανάλογα με το τι θέλει να τονίσει η σκηνοθέτις κάθε φορά.

Το δράμα χωρίζεται στα βουβά πρόσωπα του σπιτιού (βουβά θύματα του πεπρωμένου) και στα ομιλούντα πρόσωπα του κήπου. Τα βουβά πρόσωπα, ο Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, η Φωτεινή Παπαχριστοπούλου και η Εύα Νικηφόρου κατάφεραν με το στυλιζαρισμένο παίξιμό τους – σαν πραγματικές μαριονέττες – να υποβάλλουν την όποια δράση και την αργή αφύπνιση του χαρακτήρα τους απέναντι στο μοιραίο και να αποκτήσουν μια πραγματική υπόσταση, ισοδύναμη με τα ομιλούντα πρόσωπα. Τα ομιλούντα πρόσωπα ο Σωτήρης Τσακομίδης, ο Νέστωρ Κοψιδάς και η Αλεξάνδρα Ντεληθέου σταμάτησαν να λειτουργούν ως ηθοποιοί και μεταμορφώθηκαν σε μύστες ενός θεάτρου νοητικού και εσωτερικού. Και μπορεί στο έργο να παρατηρούν τις σκέψεις, τις κινήσεις των προσώπων μέσα στο σπίτι και την ουσία που ενδέχεται να υπάρχει εκεί μέσα, όμως κατάφεραν με αριστουργηματικό τρόπο να μεταδώσουν στους θεατές ότι το «εσωτερικό» που παρακολουθούν είναι το «εσωτερικό του καθενός». 

Τα σκηνικά της εικαστικού Εύας Μαραθάκη λειτούργησαν απόλυτα στην υποβλητική ατμόσφαιρα που ήθελε να πετύχει η σκηνοθέτις, μοιάζοντας με μια εγκατάσταση (installation) σε κάποιον χώρο μοντέρνας τέχνης. Τα κοστούμια της παράστασης δια χειρός της βραβευμένης Ιωάννας Τσάμη συνετέλεσαν επίσης με τον δικό τους τρόπο στο συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα, ενώ ο σχεδιασμός των φώτων από τον Σάκη Μπιρμπίλη πέτυχε να μεταδώσει όλο αυτό το «φιλοσοφικό» παιχνίδι του έργου και να γίνει ένα με την μουσική του Βασίλη Τζαβάρα και την επιμέλεια της κίνησης από την Βρησηίδα Σολωμού.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Στέλλα Χαχάλη, Artic.gr, 10/03/2014

Το Θέατρο του Νέου Κόσμου φιλοξενεί το έργο του Βέλγου νομπελίστα Μαίτερλινκ: «Εσωτερικό», μια συμπαραγωγή με την ομάδα ΑΤΟΝΑλ, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Μαραθάκη. Ο Μαίτερλινκ (1862-1949) εισάγει το «Θέατρο της ψυχής», όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τον συμβολισμό, καθιερώνοντας μια νέα θεατρική φόρμα και ανατρέποντας τις έως τότε δραματικές συμβάσεις. Σε αυτήν την φόρμα κυριαρχούν τρεις αρχές: το στατικό δράμα, το υψηλό πρόσωπο (που συχνά ταυτίζεται με τον θάνατο, την μοίρα ή το πεπρωμένο) και η καθημερινότητα του τραγικού (απώλεια κάθε είδους ηρωισμού και υπέρβασης).

Η θεατρική σκηνή διαιρείται σε δύο συμβατικούς χώρους, στο εσωτερικό του σπιτιού και στον κήπο του. Τα βουβά πρόσωπα του σπιτιού είναι η ανυποψίαστη οικογένεια του πνιγμένου κοριτσιού και τα ομιλούντα πρόσωπα του κήπου είναι κάποιοι ξένοι χωρικοί, που ανέλαβαν να ανακοινώσουν την αποτρόπαιη είδηση του πνιγμού. Αυτοί είναι οι επίδοξοι αγγελιοφόροι, που κρατούν το μήνυμα του θανάτου. Σε αυτούς τους δύο χώρους σε παράλληλο χρόνο εξελίσσεται το δράμα του Μαίτερλινκ. Ωστόσο, αυτό που κάνει τον συγγραφέα διαμορφωτή μιας καινούριας θεατρικής παράδοσης είναι το πώς χειρίζεται αυτό το κατά τα άλλα κοινότυπο θεατρικό υλικό. Οι λέξεις και οι σιωπές, που εκτοξεύονται στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είναι ένας αντικατοπτρισμός των συγκρούσεων ανάμεσα στην δυναμική της ψυχής και στο αναπόφευκτο και επώδυνο του θανάτου.

Το «Εσωτερικό» είναι μια πραγματεία στον θάνατο, όχι από την οπτική των ηρώων, που θρηνούν και πάσχουν, αλλά από την εστίαση των καθηλωμένων από την οδυνηρή αποστολή της αποκάλυψης αγγελιαφόρων. Αυτά τα πρόσωπα, οι μαντατοφόροι, έπαιζαν λειτουργικό ρόλο για την πλοκή του έργου και στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Είναι αυτοί, που επιβεβαιώνουν στους ήρωες των υπερβάσεων τις υποψίες θανάτου και τιμωρίας, που πλανώνται απειλητικά καθόλη την διάρκεια του έργου, οδηγώντας στην αποκάλυψη του αδυσώπητου της μοίρας. Εδώ, όμως, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεάτρου, ο αγγελιαφόρος και όχι ο πάσχων είναι ο ήρωας και  πρωταγωνιστής. Όλη η παράσταση είναι η προετοιμασία αυτής της αναγγελίας: «Πρέπει να πιάνουμε λίγο την κουβέντα με τους δυστυχισμένους, για να αισθάνονται ότι κάποιος τους φροντίζει. Ακόμη κι οι πιο αδιάφοροι κουβαλούν, χωρίς να το καταλάβουν, ένα μέρος  απ’ τον πόνο. Έτσι, ο πόνος μοιράζεται αθόρυβα και άκοπα, όπως ο αέρας ή το φως…» θα σχολιάσει ο γέρος άγγελος, ενώ λίγο αργότερα θα συμπληρώσει: «Αυτή η δυστυχία είναι ο κύριός τους. Θα πρέπει να τον ακολουθήσουν.

Ο Μαίτερλινκ κατατάσσει αυτό του το έργο ειδολογικά στα λεγόμενα στατικά δράματα. Η δράση έχει αντικατασταθεί από την κατάσταση, ενώ η κατ’ επίφαση απώλεια κινήσεων και αντιδράσεων φωτίζει ακόμη εντονότερα τις παλλόμενες εσωτερικές κινήσεις της ψυχής, καθώς και τις σιωπηλές συγκρούσεις με το πεπρωμένο. Ο ήρωας είναι παθητικός μέχρι τη στιγμή συνείδησης του θανάτου. Από αυτήν την κρίσιμη υπαρξιακή στιγμή γίνεται έρμαιο της ακατάλυτης δύναμης του θανάτου και παράλληλα μύστης σε μια τελετουργία μύησης στο ανεξιχνίαστο της μοίρας. Εδώ η σύγκρουση δεν γίνεται ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, ούτε μεταξύ των ανθρώπων, αλλά στο εσωτερικό της ίδιας της ψυχής. Αυτό, που παρουσιάζεται στο έργο δεν είναι η δυστυχία, που συντρίβει τους ήρωες, αλλά ο υστερικός φόβος για την απειλούμενη ευτυχία. Τα βουβά πρόσωπα του σπιτιού σε όλη την διάρκεια της παράστασης περνούν ανέμελα στιγμές καθημερινής ευτυχίας, ενώ οι θεατές και οι αγγελιοφόροι παρατηρούν εμβρόντητοι το ιλιγγιώδες άδειασμα της κλεψύδρας του χρόνου της τραγικής συνειδητοποίησης του θανάτου του παιδιού. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα είναι βουβά, καθώς είναι θύματα του πεπρωμένου και αθύρματα στα χέρια της προδιαγεγραμμένης μοίρας.

Η σκηνοθετική ερμηνεία της Σοφίας Μαραθάκη ήταν εξαιρετική, καθώς αποκαλύπτει την βαθιά μελέτη της πάνω στον Βέλγο δραματουργό. Τα βουβά πρόσωπα του σπιτιού κινούνται με σπασμωδικές κινήσεις, ενώ τα πρόσωπά τους αποδίδουν τις παγωμένες εκφράσεις πορσελάνινης κούκλας. Αυτό  δεν εξυπηρετεί τίποτε άλλο, παρά την αρχική επιθυμία του Μαίτερλινκ να δημοσιεύσει το «Εσωτερικό» ως ένα από τα τρία του «μικρά δράματα για μαριονέτες». Τα πρόσωπα είναι κινούμενες κούκλες στα χέρια του πεπρωμένου του θανάτου. Εξίσου ευφυής σκηνοθετική σύλληψη είναι η διαφάνεια του εσωτερικού του σπιτιού, με μόνα διαχωριστικά του χώρου δύο αιωρούμενα από κλωστές παράθυρα, που αποκαλύπτουν την διαφάνεια και της ψυχής, αλλά και την έκθεση του ανθρώπου στην απειλή του θανάτου, ακόμη κι αν όλα δείχνουν ασφαλή: « Πιστεύουν ότι δεν θα συμβεί τίποτε, επειδή έχουν κλείσει την πόρτα, και δεν ξέρουν ότι πάντα κάτι συμβαίνει μέσα στις ψυχές […] και δεν υποψιάζονται ότι εγώ, ένας φτωχός γέρος, κρατώ εδώ, δύο βήματα από την πόρτα τους, όλη την μικρούλα ευτυχία τους μέσα στα γέρικα χέρια μου, που δεν τολμώ να τα ανοίξω…». Όλη η προσπάθεια σύνδεσης χώρου και χρόνου στην σκηνή επιτυγχάνεται με το ρολόι, σημείο συνεχούς παρατήρησης του χρόνου, αλλά και με το ξετύλιγμα του κόκκινου και του λευκού κουβαριού, του νήματος της ζωής και του θανάτου. Τέλος, η σκηνοθετική επιλογή αναπαράστασης της αποκάλυψης της είδησης μέσα από τους ίδιους τους πάσχοντες, οι οποίοι σαν να έχουν βγει από τους ρόλους τους, διηγούνται τις αντιδράσεις τους σε τρίτο πρόσωπο, εξυπηρετεί την ανάγκη εσωτερικής δραματικής κορύφωσης, μέσα από την απώλεια μελοδραματισμού. Οι ήρωες, στο τέλος, επανενδύονται την βουβή τους ιδιότητα και παραδίδονται σε ένα επιληπτικό λαχάνιασμα, όμοιο με τον εναγώνιο επιθανάτιο ρόγχο. 

Τα πρόσωπα στο εσωτερικού του σπιτιού (Εύα Νικηφόρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου) απέδωσαν καταπληκτικά τις παγωμένες φιγούρες-μαριονέτες επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο του ηθοποιού, που καλείται να ενσαρκώσει έναν ρόλο (μαριονέτα) μέσα σε έναν άλλο ρόλο (μέλος ανίδεης οικογένειας). Εξίσου εκφραστικοί και χειμαρώδεις στις σκέψεις και στις εντυπώσεις τους ήταν τα πρόσωπα του κήπου (Νέστωρ Κοψιδάς, Αλεξάνδρα Ντεληθέου και Σωτήρης Τσακομίδής). Οι ηθοποιοί κατόρθωσαν να εξωτερικεύσουν αυτήν την εσωτερικευμένη δυναμική της ψυχής χωρίς φανφαρονισμούς και μελοδραματικές εκρήξεις.

Ο Μαίτερλινκ κάνοντας ένα εσωτερικό θέατρο ταξιδεύει στα εσωτικά τοπία της ψυχής των ηρώων ακριβώς την στιγμή, που η ψυχή τους βάλλεται από την αμείλικτη σφραγίδα του θανάτου, θέτοντας έτσι νέους κώδικες στην παγκόσμια δραματουργία. Βέβαια, το έργο του τελειώνει με μια κραυγή ελπίδας για την συνέχεια της ζωής και την αέναη επανάληψη της εναλλαγής ζωής και θανάτου, σκιάς και φωτός: «Το παιδί δεν ξύπνησε!», θα πει ο αγγελιαφόρος για το μωρό στο σπίτι, που ανίδεο κοιμάται και ονειρεύεται μέσα στην ανυποψίαστη συνείδηση της θνητότητάς του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νίκη Πρασσά, Camera Stylo Online, 23/03/2014

Υπάρχει μια ιστορία άξια να ειπωθεί με χίλιες λέξεις και όμως κανένας φθόγγος δεν μπορεί να λύσει τη σιωπή εκείνων που την κατέχουν. Ένα μυστικό ικανό, θαρρείς, να κουβαλιέται στους ώμους των ανύποπτων θυμάτων του και όμως επικίνδυνα κλεισμένο στο εξωτερικό της αληθινής του κατοικίας. Στον κάτω χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, μια ομάδα ταλαντούχων καλλιτεχνών αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την πένα ενός τολμηρού συγγραφέα προκειμένου να επικοινωνήσει το υπαρξιακό δράμα ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η Σοφία Μαραθάκη , ικανότατη ερμηνεύτρια τόσο της θεατρικής όσο και της κινηματογραφικής σκηνής, αναλαμβάνει την ενορχήστρωση μιας συμφωνίας προορισμένης να σαγηνεύσει την κριτική σκέψη των θεατών. Ο Maeterlinck αποφάσισε να εκτελέσει το έργο του με την υποστήριξη μαριονεττών, η σκηνοθέτης ωστόσο προτίμησε να βάλει στο περιθώριο της σκηνής αλλά κέντρο τελικά της όλης διαπλοκής τρεις ηθοποιούς σε ρόλους μαριονέτας.

Άνευ λόγου, με περίσσεια ωστόσο εκφραστικών μέσων, οι Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Εύα Νικηφόρου και Κων/νος Παπαθεοδώρου παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης το σημείο προσοχής τόσο των συμπρωταγωνιστών όσο και ημών. Η αρχική εισαγωγή με την εξαιρετική μουσική υπόκρουση δημιουργεί την ανάλαφρη ατμόσφαιρα ακριβώς όπως θα ταίριαζε στην ειδυλλιακή καθημερινότητα μιας οικογένειας, για να καθηλωθεί στη σκηνή υπό το βάρος των γεγονότων που αποτελούν ήδη παρελθόν στο γαλήνιο παρόν της. Ο διάλογος που ακολουθεί μεταξύ των τριών «αγγελιοφόρων» κακών μαντάτων (Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Νέστορας Κοψιδάς, Σωτήρης Τσακομίδης), καυστικός και βαθύτατα τραγικός, δεν αποτελεί παρά μια εύστοχη φιλοσοφική ανάλυση του αναπόφευκτου πεπρωμένου της ανθρώπινης οντότητας Κι αν ο Μπέκετ έβαζε μετέπειτα τους ήρωές τους να περιμένουν ατέρμονα κάτι που δεν έρχεται ποτέ, εδώ είναι αυτό το τίποτα έτοιμο να κατασπαράξει το πάντα μέσα στο οποίο χάνεται ο μικροαστικός νους.

Συμπρωταγωνιστές της παράστασης οι εύστοχοι σχεδιασμοί φωτισμών από τον Σάκη Μπιρμπίλη – το παιχνίδι με την σκιά στα παγωμένα πρόσωπα πίσω από τα «παράθυρα» αποτυπώνει τον τρόμο της ψυχής μπροστά στον θάνατο. Τα κοστούμια και τα σκηνικά – Ιωάννα Τσάμη και Εύα Μαραθάκη – ως οι πλέον κατάλληλες νότες δημιουργούν την πιο εύστοχη μελωδία, συμπληρώνοντας την εύστοχη ανασύσταση εποχής μαζί με την μουσική του Βασίλη Τζαβάρα.

Η επιστροφή στο σπίτι μετά το τέλος της παράστασης, θα σε κάνει να αναρωτηθείς αν το χαμόγελο της καθημερινότητάς σου θα μετατραπεί σε λαχανιασμένη ανάσα πριν το ρολόι χτυπήσει εννιά και πριν προλάβεις να κλειδώσεις το αναπότρεπτο της μοίρας σου έξω από την πόρτα του ασφαλούς καταφύγιού σου. Σε αιφνιδίασαν λοιπόν και πάλι οι επισκέπτες – σκιές στο εσωτερικό της ψυχής σου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Τζωρτζίνα Κακουδάκη, popaganda.gr, 13/03/2014

Πόσο διαρκεί η στιγμή της ευτυχίας; Μπορείς να παραμένεις ευτυχής όταν παύεις να είσαι αθώος; Και ποια είναι μεγαλύτερη ενηλικίωση του ανθρώπου, από το θάνατο ενός άλλου;

Για μια διαδικασία ενηλικίωσης μιλάει αυτό το αριστουργηματικό έργο του 1894. Την ενηλικίωση ενός γέρου, ενός πατέρα, ενός νεαρού κοριτσιού, μιας μάνας, ενός βρέφους, μιας κοινωνίας ολόκληρης, με αφορμή τον τυχαίο θάνατο μέσα στο ποτάμι ενός νεαρού κοριτσιού. Ποιος θα το πει; Πώς θα το δικαιολογήσει, πώς θα προλάβει τη βίαιο ενθουσιασμό της κοινωνίας για την αρχετυπική λειτουργία της ανθρωποθυσίας, για την ηδονή του αυτόπτη μάρτυρα σε συγγενείς που καταρρέουν; Πώς να δεχτεί κανείς σε αυτόν τον κυνικό σύγχρονο κόσμο ότι καμιά πράξη πια δεν προκαλεί αλλά ούτε αποτρέπει το θάνατο, κανείς δεν ευθύνεται για αυτόν, κανείς δεν εξιλεώνεται, κανείς δεν τιμωρείται, αλλά ο θάνατος συμβαίνει;

Ένα έργο γραμμένο στην αλλαγή του αιώνα που προοικονομεί όλα τα κακά αυτού του κόσμου. Τη αγία οικογένεια χωρίς την πυρηνική της αυτοτέλεια, τα κακά μαντάτα του έξω κόσμου που πλέον μπήκε στα σπίτια μας μέσα από οθόνες, την αδυναμία μιας κοινωνίας στο μικροσκόπιο, μόνιμοι πρωταγωνιστές μιας candid camera. Ο καθένας μπορεί και γίνεται φορέας δυστυχίας, ο καθένας εξιλαστήριο θύμα, ο καθένας ηρωικό σύμβολο, ο καθένας  τραγική φιγούρα προς παρατήρηση. Χιλιάδες μικρά τίποτα απαρτίζουν πια τον κόσμο, σαν pixel ενός κατασκευασμένου κόσμου.

Ένα έργο που σε κάνει να παρατηρείς τον εαυτό σου και την κρυφή σου ηδονοβλεπτική αναστάτωση, όταν βλέπεις τα γδαρμένα σώματα των αμερικανικών βασανιστηρίων, το κοριτσάκι της Αιθιοπίας δίπλα από τον γύπα, τα φουσκωμένα σώματα των λαθρομεταναστών στις ιστορίες φρίκης της τηλεόρασης. Σήμερα είμαστε εμείς που βλέπουμε μέσα από τα τηλεοπτικά παράθυρα το χρονικό της φρίκης. Το έργο, και η εξαιρετική παράσταση της ομάδας Ατονάλ με την καθοδήγηση της Σοφίας Μαραθάκη, επιχειρεί, χρόνια πριν την επιβολή της τηλεόρασης ως ενδιάμεσο της ζωής, να δείξει τον κόσμο μέσα από το παράθυρο, να δει εμάς, στην αποχαυνωτική μας θαλπωρή, την επίπλαστη ασφάλεια του οίκου, της πατρίδας, της οχύρωσής μας. Το Εσωτερικό, μια παράσταση κάτοπτρο που καθρεφτίζει το δικό μας εύθραυστο κι ανοχύρωτο εσωτερικό τοπίο, συνδέει μια μεγάλη ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου ως μέρος των παθών αυτού του κόσμου. Από τον αρχαίο αγγελιαφόρο που αφηγείται τις κακές ειδήσεις, στις ειδήσεις σήμερα που μεταδίδουν βίαια τα πάθη και τους καημούς του πραγματικού κόσμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το έργο Εσωτερικό, υπήρξε ο πρόδρομος, το 2005, της πολύ επιτυχημένης σειράς «Η γλώσσα του θεάτρου» στις εκδόσεις Νεφέλη που είχε τη φιλοδοξία «να φιλοξενεί κείμενα εκτός σκηνικής επικαιρότητας και ανέκδοτα μέχρι σήμερα στην Ελλάδα». Η σειρά έθετε ως στόχο «να υποστηρίξει ενεργά την ανανέωση της θεατρικής γραφής, συμβάλλοντας παράλληλα στον διάλογο γύρω από τη δραματική φόρμα. Ενδιαφερόταν (…) να προτείνει έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, γνωστά ή αφανή, που θεωρείται ότι επηρέασαν την εξέλιξη του λογοτεχνικού αυτού είδους κατά τον εικοστό αιώνα» (σημείωση της επιμελήτριας της σειράς Δήμητρας Κονδυλάκη). Εννέα χρόνια μετά, και μετά την ανάδειξη πολλών Ελλήνων συγγραφέων με προεξέχοντες τον Γιάννη Μαυριτσάκη και τον Δημήτρη Δημητριάδη, η σειρά αποδίδει στο έπακρο τους αρχικούς της στόχους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13/03/2014

Την εύθραυστη, αόρατη γραμμή του ορίου μεταξύ της ανθρώπινης ευτυχίας και της ανθρώπινης δυστυχίας σκιτσάρει ανάγλυφα ο Μορίς Μέτερλιγκ (1862-1949) στο «Εσωτερικό» του, που παρουσιάζεται σε μια αξιόλογη παράσταση από την ομάδα Ατονάλ (στο Θέατρο του Νέου Κόσμου).

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς ο Βέλγος νομπελίστας παρουσιάζει τους ανύποπτους ακόμα για τη δυστυχία που τους περιμένει ήρωές του, μέσα από τα λόγια των μαντατοφόρων του κακού, που παρακολουθούν τα «θύματα» της κακοτυχίας στο μεγαλύτερο μέρος του έργου αμφιθυμικοί -δειλιάζουν να ανακοινώσουν την μαύρη είδηση- από τα παράθυρα της οικίας τους: «Φαίνονται ευτυχισμένοι. Πιστεύουν πως είναι ασφαλείς επειδή έχουν βάλει κλειδαριές στην πόρτα». (Οι άνθρωποι πάντοτε θα ζούμε μέσα στην πλάνη, μαρτυρά ο Μέτερλινγκ.)

Ο αγγελιαφόρος του αποτρόπαιου πνιγμού της κόρης γνωρίζει ότι κρατά στα χέρια του όλη την ευτυχία τους. Κι όλο αναβάλλει να ανατρέψει τη ζωή τους με το κακό νέο. Το έργο εκτυλίσσεται με μοιρασμένη τη δράση μεταξύ του ταραγμένου εξωτερικού χώρου της οικίας, όπου οι μαντατοφόροι σχεδιάζουν και επανασχεδιάζουν τον τρόπο που θα μεταδώσουν την είδηση, και του ήρεμου εσωτερικού, που ακόμα δεν έχει στοιχειώσει το κακό που όμως ήδη υφίσταται. «Ο Μέτερλινγκ δεν μεταγράφει τη ζωή μιας οικογένειας στο εσωτερικό ενός σπιτιού, αλλά το εσωτερικό μάλλον του καθενός. Εγκαινιάζει αυτό που ο Εντγκάρ Μορέν διερμηνεύει με τρόπο πολύ απλό ως εκείνο που είναι όχι πλέον η εποχή του ανθρώπου των σπηλαίων, αλλά η εποχή των σπηλαίων του ανθρώπου. Το ζήτημα είναι να μην αφήσει κανείς αυτά τα χωρίς εικόνα σπήλαια να ζήσουν μόνα την αγωνία τους. Πρέπει να επισκεφθείς, να εξερευνήσεις αυτά τα σπήλαια και να αποπειραθείς να δώσεις μαρτυρία γι' αυτά μ' έναν τρόπο τυφλό, ασυνείδητο και σκοτεινό», σημειώνει ο αειθαλής Claude Regy.

Η καλή σκηνοθεσία της Σοφίας Μαραθάκη αποδίδει αυτό το φόβο της εξερεύνησης και διογκώνει το χάσμα μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου, παρουσιάζοντας το σιωπηλό, αύταρκες, ευτυχές ζευγάρι των γονιών της νεκρής σαν σπαστικές μαριονέτες, ενώ οι ήρωες στον εξωτερικό χώρο (τους χωρίζουν τρία κάδρα-παράθυρα) ενσαρκώνονται εντελώς ρεαλιστικά. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα: «Γραμμένο κανονικά για μαριονέτες, το έργο διακηρύσσει τη θέληση της μη ενσάρκωσης και απομακρύνει κάθε είδους ρεαλιστική σκηνοθεσία», υποστηρίζει εύστοχα ο Regy.

Ακριβείας και στους υπαινιγμούς είναι η μετάφραση του Δ. Δημητριάδη και δυνατή η υποκριτική ομάδα: Σωτήρης Τσακομίδης, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Εύα Νικηφόρου, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Νέστωρ Κοψιδάς.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP