ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

"Ο Μουνής" της Λένας Κιτσοπούλου
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Παίζουν: Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη

Συμπαραγωγή με την Ομάδα 4Frontal

Μετά την επιτυχία της προηγούμενης σαιζόν, επαναλαμβάνεται για λίγες παραστάσεις.

Ένα υπέροχο χωριό της ελληνικής επαρχίας κάπου στην δεκαετία της Αλλαγής. Μια ιστορία ακραία και απόκοσμα βίαιη. Όλοι ξέρουν, αλλά όλοι σιωπούν. Και όλα λύνονται με πολύ ξύλο πίσω από κλειστές πόρτες ή χορεύοντας ένα λεβέντικο τσάμικο στην κεντρική πλατεία του  χωριού. Οι ήρωες της Κιτσοπούλου παγιδευμένοι στις προκαταλήψεις και στους φόβους τους αγωνίζονται να κρατήσουν καθαρό το παρατσούκλι τους, μη και μαθευτούν οι εξάρσεις τους και γίνουν διήγημα.

"Αυτός ο άνθρωπος παράξενο τρένο. Έπινε πάντα σιωπηλός το καφεδάκι του στον καφενέ της πλατείας και με ένα μικρό μολυβάκι ζωγράφιζε το χάρτινο τραπεζομάντιλο. Αυτό ήταν το χούι του."

Ένα υπέροχο χωριό της ελληνικής επαρχίας κάπου στην δεκαετία της Αλλαγής, ένα παραλίγο φονικό του Αργύρη του κοντοκουρεμένου, ένας βιαστικός γάμος του Κωστή του ανάπηρου με την Κωλαθηνά, μια τελετή ενηλικίωσης του μικρού Λαζάρ του γιου του Μπερδούλια, ένα αυτί απλωμένο στο σκοινί της μπουγάδας της Παντζάραινας και η μεγάλη απόφαση της τσαχπίνας της Ανθής συνθέτουν το σκηνικό της παράξενης ιστορίας του Μουνή. Μιας ιστορίας ακραίας  και απόκοσμα βίαιης. Όλοι ξέρουν, αλλά όλοι σιωπούν. Και όλα λύνονται με πολύ ξύλο πίσω από κλειστές πόρτες ή χορεύοντας ένα λεβέντικο τσάμικο στην κεντρική πλατεία του  χωριού.

Οι ήρωες της Κιτσοπούλου παγιδευμένοι στις προκαταλήψεις και στους φόβους τους αγωνίζονται να κρατήσουν καθαρό το παρατσούκλι τους, μη και μαθευτούν οι εξάρσεις τους και γίνουν διήγημα.


Σημείωμα σκηνοθέτη

Το διήγημα μας μεταφέρει στην δεκαετία του '80 λίγο πριν ξεκινήσει ο “εκσυγχρονισμός” της ελληνικής κοινωνίας. Λίγο πριν αρχίσει η επιδότηση της αγροτιάς και η μεταμόρφωση των ηθών και των συνηθειών της επαρχίας. Τότε που οι άνθρωποι ήταν φαινομενικά πιο αυθεντικοί, πιο σκληροί, πιο βίαιοι.  Στο χωριό του Μουνή συναντάμε πρόσωπα εγκλωβισμένα και φοβισμένα, που ο ψυχαναγκασμός και η προάσπιση της ηθικής και του φαίνεσθαι , γεννάει σ' αυτά τα πρόσωπα ακραίες συμπεριφορές. Τις περισσότερες φορές δέκτες αυτών των ακραίων και βίαιων συμπεριφορών είναι οι γυναίκες και τα παιδιά, δηλαδή τα πιο αδύναμα μέλη της οικογένειας. Και στον αντίποδα ο Άντρας, η μορφή του “λεβέντη” Έλληνα. Του λεβέντη Έλληνα που είναι μάγκας και το κέφι του θα κάνει, του λεβέντη Έλληνα που ξέρει καλά πως όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.  Κι εκεί που κάθεσαι ήσυχος στην πολυθρόνα σου και σκέφτεσαι πως όλα αυτά συνέβαιναν μόνο σε κάτι χωριουδάκια της “άξεστης ελληνικής επαρχίας” - και μάλιστα σε μια παρελθοντική εποχή - σου έρχονται ξαφνικά κάτι αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία, σκέφτεσαι αυτά που βλέπεις κάθε μέρα στους δρόμους και αυτά που διαβάζεις στις εφημερίδες, κοιτάς ύποπτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη, ακούς καλύτερα τους “ήχους” από το γειτονικό σπίτι, συνειδητοποιείς πως τα τελευταία χρόνια η όξυνση της κρατικής και της φασιστικής βίας έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη. Και νιώθεις φόβο και απογοήτευση. Και σου γίνεται πιο ξεκάθαρο πως το διήγημα της Κιτσοπούλου δεν είναι μια ηθογραφία ούτε μια φανταστική ιστορία. Είναι η περιγραφή του πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας που έχει μείνει αναλλοίωτος μέσα στο πέρασμα του χρόνου και συνεχίζει να αναπαράγει, την χαιρεκακία, το κουτσομπολιό, την ενοχή, το θράσος, τον τσαμπουκά, την σωματική και ψυχολογική βία. Και τότε νιώθεις εσύ εγκλωβισμένος στο “μικρό χωριό”. Και τότε είσαι εσύ που θες να φύγεις...


Σκέψεις των ηθοποιών 

Σταύρος Γιαννουλάδης

Εκεί που η κοινωνία γίνεται ο θύτης

Εκεί που η κοινωνία  γίνεται φυλακή

Εκεί που γίνεσαι τέρας ανάμεσα στα τέρατα

Εκεί που γίνεσαι τέρας για να σωθείς

Εκεί το για πάντα είναι κατάρα

Εκεί οι άνθρωποι είναι μισοί

Εκεί η βία είναι καθημερινότητα

Εκεί όπως Εδώ

Θανάσης Ζερίτης

Διάβασα πρώτη φορά το κείμενο στο μετρό και έβλεπα γύρω μου τους ήρωες της Κιτσοπούλου.

Σκέφτηκα πόσο  «λερώθηκα» αφού  το διάβασα.

Τώρα σκέφτομαι πόσο «λερωμένος» ήμουν  πριν το διαβάσω …

Αριστέα Σταφυλαράκη

"Καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα.”

Κι άμα σου βγουν και τα δυο τί γίνεται; Τότε τί γίνεται;

 



Ελένη Κουτσιούμπα

 Γι' άστρα και ήλιους δεν ξέρω ν' αραδιάζω,

 πώς τυραννιούνται οι άνθρωποι κοιτάζω.

 Μένει ο μικρός θεός του κόσμου ίδιας λογής,

 πάντα παράξενος ως ήταν εξαρχής.

 Ίσως μπορούσε πιο καλά να ζήσει,

 μια σπίθα ουράνιο φως αν δεν του είχες χαρίσει,

τη λέγει νου και τον βοηθά να γίνει

μόνο κτήνος χειρότερο απ' τα κτήνη. 

(Φάουστ Γκαίτε/μετάφραση Κ. Χατζόπουλος)

Νεφέλη Μαϊστράλη

"Στράβωσε το στόμα της, αλλά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Τη φρίκη καμιά φορά οι άνθρωποι θέλουν να την κοιτάζουν." Ο τραυματίας του τροχαίου που συνέβη λίγα μέτρα μπροστά από εσένα βρίσκεται αιμόφυτος στο κράσπεδο. Ακαριαία χώνεσαι μέσα στο πλήθος που έχει μαζευτεί γύρω του και προσπαθείς να δεις... τι; υπάρχουν κάτι ένστικτα στους ανθρώπους που όσο πιο μικρές είναι οι κοινωνίες τόσο πιο πολύ φαίνονται. Στο διήγημα της Κιτσοπούλου αυτά τα ένστικτα δίνουν και παίρνουν. Αισθάνθηκα αποστροφή και μετά φόβο και μετά ανάγκη για να τα διαπραγματευτώ, μήπως και τα καταλάβω… λίγο. Έτσι κάπως γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου γι' αυτή την ιστορία.

 


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Σκηνικά - Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες: Κάλλι Χαρόβα
Βοηθοί σκηνοθέτη: Πάνος Τοψίδης, Αγάπη Κουρομπλή


Παίζουν οι ηθοποιοί

Σταύρος Γιαννουλάδης
Θανάσης Ζερίτης
Ελένη Κουτσιούμπα
Νεφέλη Μαϊστράλη
Αριστέα Σταφυλαράκη

Ω² (ομάδα αποφοίτων δραματικής σχολής Ωδείου Αθηνών)


http://4frontal.com/ 

 


Πού και πότε

Περίοδος 2013-2014:

Κάτω Χώρος, από 10.10.2013 μέχρι 15.12.2013

Κεντρική Σκηνή, από 28.12.2013 μέχρι 13.4.2014

 

Περίοδος 2014-2015:

Κάτω Χώρος, από 11/10/2014 μέχρι 2/4/2015 

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Γιώργος Σαρηγιάννης, ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ, 15/12/2013

Ένα συγκλονιστικό κείμενο σε μία συναρπαστική παράσταση που θα σας καθηλώσει -σίγουρα από τις καλύτερες της χρονιάς. Να πάτε! Μη φοβηθείτε ότι θα σας σοκάρει. Η ζωή γύρω μας, οι άστεγοι στους δρόμους, αυτοί που ψάχνουν στα σκουπίδια σοκάρουν περισσότερο.

Το έργο.

Ένα -ανώνυμο- χωριό. Της αγνής ελληνικής υπαίθρου. Όλοι εκεί έχουν τα παρατσούκλια τους. Εκεί ο Γιάννης ο Μουνής που απόκτησε το δικό του γιατί δεν γνώρισε πατέρα, μεγάλωσε ανάμεσα σε γυναίκες. «Παράξενο τρένο», σιωπηλός, μονήρης, που ζωγραφίζει πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντηλα του καφενέ όλους και όλα όσα συμβαίνουν στο χωριό -νωπογραφίες ολόκληρες. Εκεί κι ο αγροίκος ο Παντζαράς που δεν χάνει την ευκαιρία να σπάει στο ξύλο την οικογένειά του: την Νίτσα, την Παντζάραινα, τη γυναίκα του που πολλά πάρε-δώσε είχε με τον Μουνή αλλά όταν άρχισαν να την κουτσομπολεύουν τα έκοψε, την Ντόστω Γλίνα, την πεθερά του, την ανήμπορη και άπλυτη, που βρωμάει, και τα Παντζαράκια του, το Φροσάκι το κακοσούλουπο και κακάσχημο, που το φωνάζουνε Κωλαθηνά, το όμορφο το μικρό, το Λουκούδι, και τους άχαρους, τους ψηλούς, τους δίδυμους τους πανομοιότυπους, με τα αυτιά τα τεράστια -τον Αργύρη, που τον έχει κουρέψει με την ψιλή για να τους ξεχωρίζει, και τον Νίκο με την αφάνα το μαλλί εξ ου και Αφάνας. Αυτούς που όσο μεγαλώνανε τόσο και πιο πολύ μοιάζανε στον Μουνή και τόσο τα κουτσομπολιά φουντώνανε στο χωριό και τόσο φούντωνε και ο Παντζαράς που, στο τέλος, εκτός εαυτού, έκοψε μια μέρα το αυτί του Αργύρη και τον βάλανε φυλακή. Αφήστε που γκαστρώθηκε η Κωλαθηνά η οποία ποτέ δεν έβγαινε από το σπίτι… -από ποιον; Άγνωστο…

Εκεί ο παπα-Χαράλαμπος με την παπαδιά του, που της τρώει κι αυτή τις σβουριχτές της, και στο καροτσάκι το γιο τον ανάπηρο, τον Κωστή, με πόδια παράλυτα και μυαλό μισερό, που όταν ήταν παιδάκι τον βασάνιζε ο πατέρας του μέχρι να καταλάβουν πως δεν ήταν τεμπέλικο αλλά άρρωστο. Και που οι Παντζαραίοι τον ζητάνε για γαμπρό και τον παντρεύουνε, άρον-άρον, με την Κωλαθηνά -ποια θα τον έπαιρνε το σακάτη;...- για να κουκουλώσουν την εγκυμοσύνη της και η μάνα της, η κυρά-Νίτσα, την πρώτη νύχτα του γάμου, γιατί η κόρη της δεν τα καταφέρνει, καβαλάει στα σκοτεινά τον Κωστή ως Κωλαθηνά δήθεν, για να τον πείσει ότι το παιδί που θα γεννηθεί είναι δικό του. Εκεί και ο Αντώνης ο καφετζής με την Χαϊβάνα, τη γυναίκα του, και το γιο τον οκτάχρονο, τον Χρηστάκη, που ζαχαρώνει το Λουκούδι, τη συμμαθήτριά του, και μαζεύει -κάτι νοιώθει- αυτά τα ζωγραφισμένα τα τραπεζομάντηλα του Μουνή και τα φυλάει.

Εκεί η Μάλαμα με το σύζυγο τον Σιχτάνη και τα ντερέκια τις τρεις κόρες. Που τη μία, την Αθηνά, την όμορφη και ζωηρούλα και καλαμπουρτζού, όταν ο πατέρας της συστήνει στα κορίτσια να μην πιάσει καμιά τους την ανθοδέσμη της νύφης του ύποπτου γάμου που πολλοί από το χωριό τον μποϊκοτάρησαν και εκείνη αντιμιλάει -«όχι, θα την πιάσω»-, της κλείνει το στόμα με ταινία, τη δένει χειροπόδαρα και την κρεμάει σαν σφαχτάρι από το τσιγκέλι που κρεμούν το αρνί το πασχαλιάτικο για να μην πάει στο γάμο. Εκεί και η δασκάλα η Μαρία η Σούσκα που βασανίζει τα όμορφα τα κορίτσια του σχολείου και κρύβει τα χρόνια της.

Εκεί η Πόπη, η κομμώτρια που το κομμωτήριό της είναι το κέντρο του κουτσομπολιού, με τον Μπερδούλια τον άντρα της -άλλος αγριάθρωπος- που πήγε να τον πεθάνει το γιο τους, τον μικρό τον Λαζάρ, όταν τον έπιασε να σπιουνεύει, εντεταλμένος από τη μάνα του, τις γυναίκες κρυμμένος κάτω από το γαμήλιο τραπέζι και ο γάμος σχόλασε νωρίς. Εκεί, στης Πόπης το κομμωτήριο, η κυρά-Νίτσα η Παντζάραινα θα σύρει τον Νίκο της τον Αφάνα -που, μετά το μαχαίρι που σήκωσε ο πατέρας στον αδελφό του και το αυτί που του έκοψε, έχει πέσει στην ψυχοπάθεια και κρύβει τα μαχαίρια στο χώμα και τα αυτιά του με τα χέρια του- να του ισιώσει την αφάνα για να τις κρύψει τις αυτάρες τις πληγιασμένες που τις κοροϊδεύει όλο το χωριό. Και εκεί, όταν η Πόπη τα ισιώσει τα μαλλιά του και τις κρύψει τις αυτάρες και μάνα και γιος φύγουν, η Ανθή η καλαμπουρτζού θα τους πει πως τον έκανε η Πόπη τον Αφάνα σαν την  Κατερίνα τη Γιουλάκη. Και θα πνιγούν, θα ξεραθούν στα γέλια όλες. Έστω και αν της Ανθής το γέλιο θα καταλήξει σε κλάμα σπαρακτικό. Γιατί εκείνο που η Ανθή ήθελε -και δεν θα το καταφέρει- ήταν να φύγει από το χωριό αυτό.

Το χωριό που εικόνα της κοινωνίας μας είναι και που –πολύ…-της μοιάζει: υποκρισία, σκληρότητα, βία, μίσος, κακία, αναισθησία, άντρες σαδιστές… Μία πινακοθήκη τεράτων. Αν δεν είναι αυτό ο φασισμός -ο καθημερινός φασισμός-, τότε τι είναι φασισμός;… Η Λένα Κιτσοπούλου, απαισιόδοξη, απελπισμένη, απεγνωσμένη, ελάχιστες αχτίδες φωτός αφήνει να περάσουν -το Λουκούδι ίσως, ο Χρηστάκης…- στο διήγημά της «Ο Μουνής» (περιλαμβάνεται στη συλλογή της «Μεγάλοι δρόμοι», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010) όπου προβάλλει ανάγλυφα την κοινωνία αυτή -τη δικιά μας.

Ένα διήγημα που, παρά το ότι κάπως παραπαίει ως προς τον άξονά του -τα ζωγραφισμένα τραπεζομάντηλα και ο Μουνής εγκαταλείπονται στο τέλος και το κέντρο μετατοπίζεται στην Ανθή-, παρά τον υπερβάλλοντα νατουραλισμό του που πολύ αγαπάει η συγγραφέας, έχει μία δύναμη ζωική, μία γλώσσα κρουστή, άμεση, μία ταχύτητα χειμάρου. Και καταγράφει με τόση ενάργεια -σαν τις παράξενες τις ζωγραφιές του Μουνή- τους χαρακτήρες αυτούς στις 59 σελίδες του που σε αφοπλίζει και σε συνεπαίρνει. Ένα διήγημα γραμμένο με μία οργή, με μία επιθετικότητα αναρχικού, που, λίγο να τις ξύσεις όμως, από κάτω κρύβουν μία βαθύτατη, πληγωμένη ευαισθησία. Ένα διήγημα που δεν ξέρω αν θα φανώ ασεβής αλλά εμένα τον αξεπέραστο Δημήτρη Χατζή μου θύμισε. Και ας απέχει παρασάγγας από τον τρόπο εκείνου.

Η παράσταση.

Αυτό το διήγημα το έκανε παράσταση θεατρική η νεανική ομάδα «4Frontal». Και το έχει κάνει καλή θεατρική παράσταση. Παράσταση εξαιρετική.

Ο Παντελής Δεντάκης που υπογράφει τη σκηνοθεσία στόχευσε σωστά και πέτυχε διάνα. Η παράστασή του, που ανοίγει με τους πέντε νεαρούς ηθοποιούς να συλλαβίζουν, να πιπιλίζουν, να σφυρίζουν προκλητικά το παρατσούκλι του ήρωα και μπαίνει στο ψαχνό με έναν στεντόρειο, πανηγυρτζίδικο, «λεβέντικο» τσάμικο -το «Ένας αητός καθότανε»- ο οποίος επανέρχεται αντιστικτικά προς τα τεκταινόμενα -ή μάλλον προς αυτά που οι ηθοποιοί αφηγούνται-, μεταφέρει το πνεύμα, το τσαγανό του βιβλίου όχι απλώς με ακρίβεια αλλά σε πλήρη, εντυπωσιακή ταύτιση. Κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες, χωρίς καμία στιγμή να χάνει τον έλεγχο και να μπατάρει. Το χοντροκομμένο, το «χωριάτικο», το αθυρόστομο ποτέ δεν εξελίσσεται σε χυδαίο.

Βεβαίως και οι περικοπές που αναγκαστικά έγιναν -το διήγημα είναι αρκετά μεγάλο- μειώνουν κάπως την αποτελεσματικότητα του κειμένου -διαβάζοντάς το διαπίστωσα πως τίποτα δεν μπορείς να κόψεις, τίποτα δεν μπορείς να πετάξεις, τίποτα δεν είναι περιττό- αλλά ο τρόπος που προσεγγίζεται, η επιδεξιότητα με την οποία η αφήγηση γίνεται θέατρο, η εκτέλεση από το σύνολο -ένα βάρβαρο κουιντέτο θα το χαρακτήριζα-, οι καταιγιστικοί ρυθμοί, το απολαυστικό χιούμορ με την πικρή, δηλητηριώδη, τραγική στόφα που σε ανατριχιάζει και σε παγώνει, αποστομώνουν.

Η κίνηση που επιμελήθηκε η καλή Αγγελική Στελλάτου, τα εμπνευσμένα από τα ζωγραφισμένα τραπεζομάντηλα του Μουνή σκηνικά και τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα, η μουσική του Κώστα Νικολόπουλου και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη βοηθούν στο εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Οι ερμηνείες.

Οι πέντε πολύ νέοι ηθοποιοί, καλά διδαγμένοι, τα δίνουν όλα: υπερασπίζονται την παράσταση από τα σπλάχνα τους. Είναι ο Σταύρος Γιαννουλάδης, ο Θανάσης Ζερίτης, η Ελένη Κουτσιούμπα, η Νεφέλη Μαϊστράλη και η Αριστέα Σταφυλαράκη. Και δεν είναι εύκολο να ταυτιστείς με τέρατα... Μπράβο!

Το συμπέρασμα.

Ένα συγκλονιστικό κείμενο σε μία συναρπαστική παράσταση που θα σας καθηλώσει -σίγουρα από τις καλύτερες της χρονιάς. Να πάτε! Μη φοβηθείτε ότι θα σας σοκάρει. Η ζωή γύρω μας, οι άστεγοι στους δρόμους, αυτοί που ψάχνουν στα σκουπίδια σοκάρουν περισσότερο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιάννης Αγουρίδης, Η ΑΥΓΗ, 01/11/2013

Ζωντανεύει μνήμες... ξυπνά συναισθήματα... και μας μεταφέρει σε μια Ελλάδα η οποία έστρωσε πανηγυρικά το "χαλί" για να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση, ξύνοντας παράλληλα τις "πληγές" του πρόσφατου παρελθόντος. Ο λόγος για την παράσταση ο "Μουνής" της Λένας Κιτσοπούλου, που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Παντελή Δεντάκη.

Η εισαγωγή των πέντε ηθοποιών της Ομάδας 4Frontal (Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη) πραγματοποιείται υπό τους ήχους "άφθονου" κλαρίνου, το οποίο... χτυπά στους ρυθμούς του γνωστού δημοτικού τραγουδιού "Ένας αητός καθότανε", οι οποίοι εφορμούν στη σκηνή, αρχίζοντας να διηγούνται την ιστορία του χωριού, στο οποίο αναφέρεται το έργο, αραδιάζοντας ένα σωρό παρατσούκλια, τα οποία χαρακτηρίζουν τους κατοίκους του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ροή του λόγου είναι απαράμιλλη, ενώ η σύνδεση της ιστορίας του ενός προσώπου με το άλλο πραγματοποιείται ομαλά, καθώς παρεμβάλλονται σκηνές από το κομμωτήριο του χωριού όπου οι γυναίκες σχολιάζουν, αποθεώνοντας το κιτς μιας παλιάς ελληνικής υπαίθρου, η οποία διακρίνεται από εξαιρετική σκληρότητα ως προς την κριτική των πάντων και κυρίως των "αδυνάμων", ενώ η χαρακτηριστική άσκηση βίας της εποχής εκείνης ξεπετάγεται με κάθε ευκαιρία, ακόμη και χωρίς αφορμή.

Ο περί ου ο λόγος Μουνής είναι ένας "παράξενος" για τους συγχωριανούς του τύπος, που έχει τη συνήθεια να ζωγραφίζει τα όσα συμβαίνουν δημοσίως αλλά και στα ενδότερα των σπιτιών του χωριού πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντιλα της ταβέρνας, ακόμη και όταν δεν βρίσκεται μπροστά στα γεγονότα. Το αρχικό μειδίαμα των θεατών γρήγορα "παγώνει", αφού τα κωμικά στοιχεία οδηγούν γρήγορα στην περιγραφή εμετικών καταστάσεων, γνώριμων σε όλους μας, με στόχο όμως την καταγγελία της βίας και του φασισμού που κρύβουμε μέσα μας.

Η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη δείχνει να έχει "δέσει" άρρηκτα με το ιδιότυπο ύφος του έργου της Λένας Κιτσοπούλου, ισορροπώντας τέλεια μεταξύ του κωμικού και του τραγικού.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Σοφία Σιμελιτίδου, Artic.gr, 21/11/2013

Το διήγημα «Ο Μουνής», της Λένας Κιτσοπούλου, μεταφέρεται επί σκηνής από την ομάδα 4Frontal και τον Παντελή Δεντάκη, στον κάτω χώρο του θεάτρου του Νέου Κόσμου, δίνοντας έτσι μια ιδιαίτερη δυναμική στον ήδη δυναμικό χαρακτήρα του διηγήματος. Ο Μουνής, ο ήρωας του διηγήματος, το κεντρικό πρόσωπο του έργου, αποτελεί και τον νοηματικό άξονα που συνδέει όλα τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που θα λάβουν χώρα επί σκηνής. Έτσι λοιπόν αρχίζει να συντίθεται ένα παζλ, με κεντρικό κομμάτι του τον Μουνή, που αντανακλά όλη την «αγνότητα», της πολυαγαπημένης της Λ. Κιτσοπούλου, ελληνικής επαρχίας.

Βρίσκουμε λοιπόν τις θέσεις μας στην πλατεία, και αρχίζει να ακούγεται μια διασκευασμένη και κάπως «πανηγυριώτικη» εκδοχή του δημοτικού μας άσματος «Ένας αητός καθότανε...», βλέποντας επί σκηνής τον ηθοποιό να το τραγουδάει σε play back με ένα μη συνδεδεμένο μικρόφωνο. Ο ηθοποιός με την αμφίεση «λαϊκού τραγουδιστή στο πανηγύρι του χωριού», καθώς και το τραγούδι, το οποίο έπαιζε σε εξαιρετικά δυνατή ένταση, μας έβαλε στην άμεσα συνειρμική διαδικασία, συνταιριάζοντας απόλυτα τη δράση με την ελληνική ύπαιθρο. Η άμεση εισαγωγή μας στα σημαινόμενα της παράστασης με το δημοτικό τραγούδι, συνεχίστηκε με την επεξήγηση του ονόματος με την απρεπή χροιά, Μουνής, και την κατάδειξη της «χαριτωμένης» συνήθειας των «παρατσουκλιών» στην επαρχιακή Ελλάδα. Το έργο τοποθετημένο στις αρχές της δεκαετίες του '80, μιας δεκαετίας αλλαγών, δεν μας πάει μακριά στην καταγεγραμμένη ιστορία του τόπου μας, αλλά σε ένα πολύ κοντινό παρελθόν, το οποίο δεν απέχει και πολύ από το παρόν μας. Η βία, η «αυθεντικότητα» και η «αντρίκεια» φύση των Ελλήνων, έκαναν πολύ έντονη παρουσία ενώ τα γυναικόπαιδα στην μειονεκτική τους θέση δήλωναν ευλαβικά μια αέναη και πλαστή υποταγή. Ο λεβέντης άντρας, η φύση του βίαιου καταπιεστή, δήλωναν συνεχώς την θέση των υπολοίπων ετεροπροσδιορίζοντας έτσι τη φύση τους. Ο Μουνής ο κεντρικός ήρωας, δεν συνέβαλε ιδιαίτερα στα τεκταινόμενα με τη φυσική του παρουσία, αλλά σίγουρα συνέβαλε απόλυτα στην νοηματοδότηση μιας ελευθερίας, αποτέλεσε δηλαδή ουσιαστικά μια απελευθερωτική και παράξενη για τους ντόπιους μορφή που μπορούσε να τους εικονοποιήσει τόσο ρεαλιστικά μέσα από τις ζωγραφιές του, κάνοντας τους να αντικρίζουν την σήψη της κοινωνίας τους. «Αυτός ο άνθρωπος μυστήριο τρένο...», αναφέρεται στην παράσταση για τον Μουνή, έναν «τύπο» που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν, αφού στην τυπολογική κατάταξη των αντρών, αυτός δεν αρχειοθετούνταν, ήταν διαφορετικός. Οι ζωγραφιές του ήρωα απεικόνιζαν από την μία την ελεύθερη φύση ενός ταξιδευτή (βάρκες και εξωτικά ονόματα), αλλά και την τοπική κοινωνική ζωή, τον φόβο και το αίμα.

Η αφηγηματικότητα του διηγήματος της Λ. Κιτσοπούλου, βρήκε το αντίκρυσμά της στην προφορικότητα και την απαγγελτική παρουσία της ομάδας. Ο Παντελής Δεντάκης δημιούργησε μια ατελείωτη απαγγελία, που δεν αναπαριστούσε αλλά καταδείκνυε. Η αναπαράσταση επήλθε μόνο σωματικά, αφού οι ηθοποιοί ενώ μας περιέγραφαν την πράξη σαν παρατηρητές μας την έδειχναν ταυτόχρονα με τα σώματα τους. Παραδόξως και παρά τον τόσο εν ροή λόγο, η παράσταση δεν στερούνταν αποτελεσματικότητας στην κινητοποίηση της σκέψης μας. Βέβαια, λόγω ίσως του υπερβάλλοντος ζήλου, δεν ήταν απόλυτα πιστή στην γραμμή που από την αρχή αναμέναμε, κάνοντας μικρές βουτιές στον ρεαλισμό. Η κίνηση των ηθοποιών ήταν αρκετά εντυπωσιακή όσο και κοπιαστική, αφού η ειρωνική τοποθέτηση τους πάνω στους παραδοσιακούς μας χορούς, καθώς και η συνεχής παραστατικότητα της νευρωτικής φύσης των ηρώων του έργου απαιτούσαν μεγάλες σωματικές αντοχές.

Η αισθητική της παράστασης, δεν είχε καμία απόκλιση από το νόημα που έφερε η παράσταση στο σύνολο της. Έκανε αντιληπτή την ειρωνεία τόσο στην ευπρεπή εικόνα των γυναικών, και στην σεξιστική αντιμετώπιση του φύλου τους όσο και στην «μάτσο» αμφίεση των ανδρών. Το κιτς και η παραφωνία απαντούσαν τόσο στις συμπεριφορές που προβάλλονταν κυρίως σωματικά, που αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι της νοηματοδότησης. Η σκηνική γραφή, λιτή στην αρχή με τους τοίχους της σκηνής καλυμμένους από τις ζωγραφιές του Μουνή, εναλλασσόταν στην πορεία σύμφωνα με τις ανάγκες της δράσης. Η εναλλαγή αυτή των σκηνικών χαρακτηριζόταν από την επανατοποθέτηση των ίδιων σκηνικών σε διαφορετικές θέσεις, κάνοντας έτσι τους ηθοποιούς αλλάζοντας τα σκηνικά να αλλάζουν και τον ήρωα που καταδείκνυαν. Η μουσική όπως προαναφέρθηκε απαρτιζόταν από δημοτικά άσματα στην πιο γκροτέσκο εκδοχή τους, τα οποία υπέβαλαν την ατμόσφαιρα που ήδη ήταν δημιουργημένη δια του λόγου.

Τα νοήματα βέβαια της παράστασης δεν περιορίζονταν σε μια απλή ειρωνική τοποθέτηση στην επαρχία της Ελλάδας, αλλά με την βία και τον ψυχαναγκασμό που προέβαλε το θέαμα, έκανε αναφορές στο πόσο βαθιά ριζωμένη είναι εν τέλει η νοοτροπία της υποταγής και της εγκατάλειψης της ελευθερίας στον ελληνικό λαό. Η ανελεύθερη εποχή που τοποθετήθηκε το διήγημα, με τις γυναίκες και τα παιδιά σε μια θέση απαλλαγμένη από την ευθύνη των αποφάσεων για την ζωή τους, με τον άντρα-καταπιεστή, με τους θύτες και τα θύματα, δεν έχει μεγάλες διαφορές από την κατάσταση στο τώρα. Ο φόβος , η αγανάκτηση, η ανάγκη για ελευθερία αλλά και η συνεχής αύξηση των ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών, είναι μια συνθήκη που όλοι την βιώνουμε, όχι στην επαρχία του '80, αλλά πολύ περισσότερο στα αστικά κέντρα του σήμερα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 13/11/2013

Ό,τι ξεκινά με γλέντια και κλαρίνα, σε αυτόν τον τόπο τελειώνει με λυγμούς και φονικά. Δραματοποιώντας ένα οργισμένο κι αθυρόστομο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου, μια νεανική ομάδα εκθέτει με παθιασμένο σαρκασμό τις γνωστές παθογένειες που εμφιλοχωρούσαν στην ελληνική επαρχία του 1980, η οποία λειτουργεί εδώ αλληγορικά σαν μικρογραφία ολόκληρης της χώρας και όλων των εποχών της…

«Τέρατα! Είναι όλοι τους τέρατα!» Με αυτήν τη φράση, ειπωμένη από τη γεμάτη πάθος νεαρή ηθοποιό Ελένη Κουτσιούμπα, τελειώνει η παράσταση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Και ήταν πράγματι όμοιοι με τέρατα (ή, τέλος πάντων, ικανοί για σημεία και τέρατα ) όλοι οι κάτοικοι του ελληνικού χωριού της δεκαετίας του 1980 που περιγράφει η Λένα Κιτσοπούλου στο διήγημά της «Ο Μουνής» (από τη συλλογή «Μεγάλοι Δρόμοι», εκδ. Μεταίχμιο, 2010 ). 

Η συνθήκη του περιορισμού ευνοεί, ανεξαρτήτως βέβαια κοινωνικής τάξεως, πάσης φύσεως παθογένειες και πειθαναγκασμούς. Μολονότι οι ήρωες της Κιτσοπούλου περιγράφονται με αδρό, ωμό ρεαλισμό, είναι πρόσωπα-σύμβολα, για γιγαντωμένες εκδοχές της αμορφωσιάς, της ανεντιμότητας, της ηθικής και σεξουαλικής ασυδοσίας που εμφιλοχωρεί στα κλειστά περιβάλλοντα. Η ελληνική επαρχία μοντελοποιείται: η συγγραφέας τη χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα, εντός του οποίου μπορούν να αναπτυχθούν με μεγαλύτερη ευκρίνεια και με γκροτέσκα υπερβολή οι παρασιτικοί οργανισμοί που διαβρώνουν εν γένει τη νεοελληνική κοινωνία. Οι περιπτώσεις αιμομιξίας και συζυγικής απιστίας δίνουν και παίρνουν, η ραστώνη της επαρχίας εξάπτει τη φαντασία όσο και την παράνοια, η ανάγκη διατήρησης του «φαίνεσθαι» έχει ολέθριες επιπτώσεις στο «είναι» και όλα αυτά τα γνωστά και μη εξαιρετέα –καθώς διυλίζονται στη χειμαρρώδη, επιθετική, υβριστική και θρασεία γραφή της Κιτσοπούλου– αποκτούν μια αγριεμένη, σουρεαλιστικά ποιητική διάθεση. 

Η εικόνα του φασιστοειδούς πατέρα που κόβει το (ύποπτα μεγάλο ) αφτί του γιου του κι εκείνη της μισαλλόδοξης πεθεράς που συνευρίσκεται με τον παραπληγικό γαμπρό της στοιχειώνουν την παράσταση. Δραματοποιώντας το συγκεκριμένο διήγημα, ο σκηνοθέτης Παντελής Δεντάκης και ο πενταμελής νεανικός θίασος βρέθηκαν σε συμβιωτική σχέση με τον πυρήνα του προβληματισμού της συγγραφέως. Μολονότι η αφηγηματικότητα του διηγήματος υπονομεύει ως ένα βαθμό τη θεατρικότητα της παράστασης, το όλο εγχείρημα εμφορείται από ένα δυναμισμό που δύσκολα σε αφήνει αδιάφορο. Η σωματοποίηση των μύχιων πόθων και των εκτραχηλισμένων παθών και ο κωμικοτραγικός τόνος κυριαρχούν. Με κλαρίνα, λεβέντικους χορούς αλλά και με την αίσθηση ενός νοσηρού εφιάλτη ξεκινά η παράσταση. Με φωνές στη διαπασών, χαστούκια και βρισιές εξελίσσεται, καθώς οι πέντε ηθοποιοί –άλλοτε ως αφηγητές και άλλοτε ως φορείς των ρόλων– εξιστορούν ή αναπαριστούν τις μοχθηρές σκέψεις και πράξεις των προσώπων του «Μουνή». 

Καθένας από τους ηθοποιούς, παρά την προφανή –λόγω νεότητας– έλλειψη πείρας, έχει τη δική του μεγάλη στιγμή, με τη Νεφέλη Μαϊστράλη να ξεχωρίζει σαν παπαδιά και τον Θανάση Ζερίτη ως ανάπηρο. Υπάρχει, θαρρείς, μια άρρωστη σαγήνη στο να παρακολουθείς την παρέλαση των αφόρητα «άσχημων» αντι-ηρώων της Κιτσοπούλου επί σκηνής: η παράσταση λειτουργεί σχεδόν αποτροπαϊκά. Διαπιστώνεις δηλαδή ότι οι φανταστικοί ήρωες του «Μουνή» δεν διαφέρουν πολύ από υπαρκτούς συμπατριώτες σου, εύχεσαι όμως να μπορούσε η παράσταση να τους ξορκίσει… 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Τώνια Καράογλου, ElCulture.gr, 14/10/2013

Στο «Κουρδιστό πορτοκάλι», την επική ελεγεία πάνω στη βία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής, καθηλωμένος στην καρέκλα και καταναγκασμένος να έχει τα μάτια του ανοιχτά, υποβάλλεται στην παρακολούθηση μαγνητοσκοπημένων σκηνών βίας, προκειμένου να «θεραπευτεί». Κάπως έτσι ένιωσα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, στριμωγμένη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες θεατών, ένα επίπεδο υπό του εδάφους, καθώς παρακολουθούσα τον «Μουνή», το διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου που ανέλαβε να φέρει επί σκηνής με την ομάδα 4Frontal ο Παντελής Δεντάκης.

Μια δυσφορία που όλο και κλιμακωνόταν και την οποία διαδέχτηκε μια απροσδιόριστη θλίψη και μετά ξανά έντονη δυσφορία και στο τέλος ένα αίσθημα θυμού. Ήταν τόσο κακή η παράσταση; - είναι το (πρώτο) ερώτημα που προκύπτει εύλογα. Όχι. Το αντίθετο. Θα έλεγα μάλιστα ότι πρόκειται για μια πολύ καλή παράσταση - με εξαιρετικές ερμηνείες, άποψη, συνέπεια, αισθητική, μια παράσταση καλοκουρδισμένη προς την επίτευξη του στόχου της: να δώσει θεατρική πνοή στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου.

Όμως η Λένα Κιτσοπούλου δεν είναι απλή περίπτωση δημιουργού. Αντιθέτως, το όνομα της είναι «εγγύηση» ότι κάτι ακραίο συναισθηματικά μας περιμένει. Από την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το έργο της, τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες», τα συναισθήματα ήταν ακριβώς τα ίδια: μια έντονη ορμή να πετάξω το βιβλίο μακριά, παράλληλα με την αδιαμφισβήτητη παραδοχή του συγγραφικού της οίστρου και ταλέντου - και ένας θυμός έντονος και κλιμακούμενος που κατέληγε στην ίδια θλίψη για τον αρρωστημένο πυρήνα της οικογένειας και της κοινωνίας που τόσο γλαφυρά παρουσιάζει η Κιτσοπούλου ως νομοτελειακό, αναπόφευκτο, συντριπτικό γεγονός.

Το ίδιο και στον «Μουνή», όπου η Κιτσοπούλου καταπιάνεται με την αγαπημένη της επαρχία και μας μεταφέρει σε ένα ελληνικό χωριό κάπου τη δεκαετία του '80 («η επαρχία είναι ένας χώρος που με εμπνέει πολύ και βυθίζομαι μέσα της. Είμαι ικανή να καθίσω σε μια ταβέρνα για ώρες, να πιάσω κουβέντα με τον ταβερνιάρη, ν' ακούσω ιστορίες από τους ντόπιους, κουτσομπολιά για συμπεριφορές, αιμομιξίες. Τρελαίνομαι να ακούω, να βλέπω και να μπαίνω στις ζωές άλλων. Φεύγω από την Αθήνα για μήνες», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της). Η Κιτσοπούλου μας «πετάει στα μούτρα» μια κλειστή κοινωνία σήψης, υποκρισίας και συνενοχής που τρέφεται από τη δυστυχία, από το αίμα των άλλων. Ένα ψηφιδωτό ανθρώπων και οικογενειακών τραγωδιών συνθέτουν τον κόσμο του «Μουνή». Ήρωες ανάπηροι και ακρωτηριασμένοι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ασκούν βία και υπόκεινται στη βία - βία συζυγική, γονεϊκή, σεξουαλική, ψυχολογική. Ένα κομμένο παιδικό αυτί απλωμένο σαν μπουγάδα από τα χέρια του «κερατά» πατέρα του / μια κόρη δεμένη χειροπόδαρα και κρεμασμένη στο τσιγκέλι προκειμένου να μην πάει στον γάμο / μια μυστική εγκυμοσύνη και ένας βιαστικός, σικέ γάμος με έναν σακάτη / ο δημόσιος (σεξουαλικός) εξευτελισμός ενός αγοριού προκειμένου να «ανδρωθεί». Αυτά -και άλλα πολλά- καταναλώνονται ηδονικά, σαρδόνια και άκρως σαδιστικά από τη μικρή κοινωνία του χωριού. Ένα ζωντανό «splatter» θέαμα σε μια προ reality show εποχή, όπου το καφενείο, το κομμωτήριο, το παραδοσιακό γαμήλιο γλέντι αντικαθιστούν τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Αυτό το ψηφιδωτό, που τόσο γλαφυρά ζωντανεύει ο λόγος της Κιτσοπούλου, ομολογουμένως το ίδιο ζωηρά πρέπει να αποτυπωθεί και επί σκηνής. Δεν παίρνεις ένα «αρρωστημένο» κείμενο για να το εξομαλύνεις ανεβάζοντάς το, αλλά για να το αναδείξεις. Από αυτή την άποψη, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι ο Παντελής Δεντάκης έκανε εξαιρετική δουλειά. Πήρε τον σαν χείμαρρο λόγο της Κιτσοπούλου και τον μετέτρεψε σε μία αντίστοιχα χειμαρρώδη παράσταση. Μια παράσταση που, όπως και η δημιουργός του διηγήματος, δεν εκθέτει ακριβώς αλλά μας «πετάει στα μούτρα» τα δρώμενα. (Άραγε, θα μπορούσε η παράσταση να σταθεί ως ελληνική εκδοχή του in-yer-face-theatre;) Μάλιστα, το σημαντικότερο επίτευγμα του σκηνοθέτη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστά τη βία επί σκηνής - όχι μόνο στις μεμονωμένες πράξεις αλλά στη συνολική ατμόσφαιρα σήψης που δημιουργεί: δεν βασίζεται στον ρεαλισμό, αλλά στον συμβολισμό, την υπερβολή, την επανάληψη, τη διόγκωση, το μαύρο χιούμορ και τα αφήνει να δράσουν ύπουλα και άκρως αποτελεσματικά. Επιμέρους έπαινοι πρέπει να διατυπωθούν επίσης για τις ερμηνείες των πέντε ηθοποιών, για τη δουλειά πάνω στο κείμενο και τον λόγο, την πετυχημένη αναμέτρηση με το δίπολο αφήγηση-δράση, για τημουσική και τα κοστούμια, που συνείσφεραν τα μέγιστα στην οπτικοποίηση της εποχής και του τόπου.

Το θέατρο, όμως, ως αισθητική απόλαυση πρωτίστως, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως υποκειμενική εμπειρία. Αυτή την απόλαυση, που δεν σχετίζεται φυσικά με το θέμα του έργου αλλά με τον «μαγικό» εκείνο συντελεστή που κάνει ακόμη και το πιο «μαύρο» θέαμα να αποτελεί πηγή μέγιστης ευχαρίστησης και ψυχ-αγωγίας, προσωπικά, δεν κατάφερα να τον βρω στην εν λόγω δουλειά. Αντιθέτως, η παράσταση στάθηκε για μένα ένα αβάσταχτο μαρτύριο. Πάντως, δεν θα επέμενα τόσο πολύ στο θέμα της προσωπικής εμπειρίας, αν δεν διαισθανόμουν ότι κάτι τέτοιο δικαιολογείται -αν δεν είναι ακόμη και στόχος της- από την ίδια την παράσταση. Όπως ακριβώς η αναμέτρηση με το κείμενο στάθηκε για τους ηθοποιούς μια ιδιαίτερη, δύσκολη διαδικασία, καθώς τους ανάγκασε να έρθουν αντιμέτωποι με τις σκοτεινές πλευρές τους (κατά τα λεγόμενα του σκηνοθέτη), είναι λογικό από την ίδια διαδικασία να περνούν και οι θεατές, και να εκδηλώνουν πολύ προσωπικές σε κάθε περίπτωση αντιδράσεις.

Και μια που άνοιξα με κινηματογραφική αναφορά, ας κλείσω με άλλη μία: ο «Μουνής» της Λένας Κιτσοπούλου και του Παντελή Δεντάκη νομίζω ότι είναι κάπως σαν τις ταινίες του Λαρς φον Τρίερ: λίγους θα τους αφήσουν αδιάφορους - οι υπόλοιποι ή θα τις λατρέψουν ή θα τις μισήσουν. Συχνά για τον ίδιους ακριβώς λόγους.

Η θεατρική παράσταση «Ο Μουνής» ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου έως 15/12 και έπειτα από μια μικρή παύση επανέρχεται στις 28 Δεκεμβρίου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιωακείμ Ναβροζίδης, Tralala.gr, 20/02/2014

Σάββατο 15 του Φλεβάρη, θέατρο του Νέου Κόσμου.

Σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο θέατρο. Ο μουνής. Προσέξτε, ο μουνής. Αυτός ο μουνής, αυτό το παράξενο τρένο, αυτή η παράξενη ιστορία, σ’ ένα παράξενο θέατρο, με παράξενο κόσμο. Αυτή η τόσο παράξενη λέξη. Που μπορεί να ξενίζει, που μπορεί να μοιάζει πρόστυχη. Προσέξτε, ο μουνής είναι πρόστυχος, όπως ακριβώς πρόστυχη είναι η ζωή.

Ο μουνής βασίζεται στο ομότιτλο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου, στο βιβλίο της με διηγήματα ”Μεγάλοι δρόμοι’‘. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο νωρίτερα, έχοντας δει έργα της Κιτσοπούλου στο παρελθόν, ήξερα πάνω κάτω τι θα δω. Το ήξερα. Και όχι, αυτό δεν το έκανε λιγότερο συγκλονιστικό.

Είναι μία ωμή, βίαια εμπειρία θεάτρου και ζωής, όπως ακριβώς και το διήγημα. Η ίδια σκληρή γλώσσα, προσαρμοσμένη με στοιχεία της επαρχίας και τοπικών διαλέκτων, καθότι και η ιστορία διαδραματίζεται ακριβώς στην ηπειρωτική Ελλάδα, σ’ ένα μικρό χωριό, σ’ ένα μικρό χωριό όπως αυτό που καταγόμαστε, αυτό που έχουμε επισκεφτεί, αυτό που έχουμε ζήσει και ζούμε ακόμα.

Η ιστορία σχετίζεται λοιπόν με αυτούς τους απλούς, τους καθημερινούς ανθρώπους ενός χωριού, αυτούς τους απλούς ανθρώπους που βλέπουν τηλεόραση και Ρετιρέ, που ξεφαντώνουν σε πανηγύρια, που κουτσομπολεύουν, που περνάνε όλη τη μέρα τους στον καφενέ του χωριού, που βρίζουν, που βρίζουν άσχημα, που χτυπάνε τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους, που στήνουν γλέντια τρικούβερτα στους γάμους και τις χαρές, που παντρεύουν τα παιδιά τους, που παντρεύουν τις κόρες τους για να κρύψουν μια εγκυμοσύνη, που απατούν τους άντρες και τις γυναίκες τους, που ρεζιλεύουν τους γιους τους, που γελάνε εις βάρος του άλλου, που τρέφονται από τον πόνο του άλλου, που βγάζουν παρατσούκλια όπως Παντζαράς και Παντζάραινα, Τρόκολας, Κωλαθηνά, Σάπιος, Κλέφτης, Ψεύτης, όπως Μουνής. Είναι αυτές οι τόσο παραδοσιακές μα τόσο σύγχρονες συνάμα κοινωνίες των χωριών, των πόλεων, των μεγαλουπόλεων και των Αθηνών, όπου οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι, όπου οι άνθρωποι είναι τέρατα και πέφτουνε απάνω ο ένας στον άλλο και τρώνε ο ένας τον άλλο, δύσμοιρε εσύ, άνθρωπε εσύ που ‘χεις μείνει μόνο ο εαυτός σου. Το κείμενο και η σκληρή, πρόστυχη γλώσσα του διηγήματος, όπως και διατηρήθηκε στην παράσταση είναι άρτια. Έχουν τόσα να πουν και με αυτή την παράσταση βρίσκουν ακριβώς την ευκαιρία να πάρουν ζωή, να ξεπηδήσουν από τις σελίδες και τα λόγια να γίνουνε πράξεις, πράξεις των ηθοποιών. Η ομάδα των ηθοποιών εκτελεί πολύ καλά τη δουλειά της. Νέα παιδιά, με όρεξη για ζωή και πάθος, μπαίνει σε αυτό που είναι να κάνει, μπαίνει στο έργο, βουτά και μας το δίνει. Πέντε ηθοποιοί, η ομάδα αποφοίτων του Ωδείου Αθηνών Ω², οι Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη και Αριστέα Σταφυλαράκη ουσιαστικά αναλαμβάνουν χρέη αφηγητή καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, ακολουθώντας τη γραμμή και το κείμενο του διηγήματος. Βέβαια στην πορεία και ενώ αφηγούνται, σταδιακά μεταμορφώνονται σε ρόλους, σε χαρακτήρες διακριτούς και ξαφνικά η ζωή αυτής της επαρχίας παίρνει σάρκα και οστά, η ιστορία ζωντανεύει πιο πολύ από ποτέ και η τραγικότητα απλά δε σε αφήνει να αναπνεύσεις.

Με κοστούμια της εποχής, μιας και η πλοκή τοποθετείται κάπου το ’80, με λιτά σκηνικά – μερικές καρέκλες, δυο τραπέζια και ένα ζωγραφισμένο πανί, οι ηθοποιοί λένε την ιστορία τους. Οι ερμηνείες είναι καθηλωτικές, έρχονται να σε ταράξουν και να σου θυμίσουν πόσο απίστευτα τρομακτικό και τραγικό ον είναι ο άνθρωπος. Με καθαρότητα και σαφήνεια σε αυτό που κάνουν, βγαίνουν έξω στη σκηνή, όπως ακριβώς βγαίνει ο άνθρωπος σε έναν δρόμο, σε ένα σπίτι, σε ένα κομμωτήριο, σε ένα καφενείο, σε ένα χωράφι, όπως ακριβώς βγαίνει ο άνθρωπος έξω, στη ζωή και εκτίθεται. Είναι ειλικρινής και εκτίθεται. Είναι ειλικρινείς και εκτίθενται. Και είναι τόσο μα τόσο ωραίο πράγμα να βλέπεις ένα ειλικρινές τσαλάκωμα, που όμως στα αλήθεια δεν είναι τσαλάκωμα, είναι έκφραση και αλήθεια, είναι ο άνθρωπος ο ίδιος. Οι ήρωες μας δεν είναι αληθοφανείς, μοιάζουν ψεύτικοι γιατί θέλουν να είναι αληθοφανείς, όμως στην ουσία είναι αληθινοί. Τους έχουμε δει, τους ξέρουμε αυτούς τους ανθρώπους, είμαστε εμείς αυτοί οι άνθρωποι, είναι οι γονείς, οι παππούδες και οι θειάδες μας, είναι οι ιστορίες που έχουμε ακούσει, έχουμε δει, έχουμε ζήσει, ζούμε ακόμα, οι ιστορίες που κρύβουμε και απ’ τις οποίες κρυβόμαστε. Πρόκειται πρακτικά για έναν μονόλογο, έναν σπαρακτικά αληθινό μονόλογο, τον οποίο αναλαμβάνουν να περατώσουν και τα 5 νεαρά παιδιά. Μέσα από τις κιτς ενδυματολογικές επιλογές με ρούχα σε έντονους χρωματισμούς κι αυστηρές γραμμές, βγαλμένα από εποχές του ’80 και ’90, με αντίστοιχα υπερβολικές κι ενοχλητικά αληθινές στυλιστικές επιλογές, όλα υπό τις σκηνογραφικές οδηγίες της Γεωργίας Μπούρδα, σε συνδυασμό με τη μουσική επιμέλεια του Κώστα Νικολόπουλου με ένα γνωστό μουσικό γαμό-τράγουδο που γίνεται ύμνος της παράστασης, σε ένα πλαίσιο τραγικού πανηγυριού που στήνεται, όπου η ένταση και το γλέντι συναντούν τον πόνο, την αλήθεια, τη ζωή, η παράσταση πετυχαίνει ακριβώς αυτό που θέλει: να δεις μπροστά σου τον άνθρωπο, να τον δεις, να τον φτύσεις, να τον λυπηθείς, να τον συμπονέσεις, να τον αγκαλιάσεις και να κλάψεις μαζί του. Και μετά να τον βρίσεις πάλι. Να τον βρίσεις, ρε.

Η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη, κατορθώνοντας αυτά, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί έξυπνη, ευφυής και καίρια στα σημεία της. Δημιουργεί εξαιρετικές εικόνες, εικαστικά, μουσικά και σκηνικά και χτίζει ένα αποτέλεσμα που τσακίζει κόκαλα, οδηγώντας τους ηθοποιούς της ομάδας σε ερμηνείες καθαρές κι άμεσες. Ο Δεντάκης ακολουθεί ξεκάθαρα μία Κιτσοπουλική οδό κι ακούει το κείμενο. Ο μουνής. Είναι κιτς. Είναι έντονος. Είναι ζωντανός. Είναι υπερβολικός. Είναι άμεσος. Είναι τραγικός. Είναι αστείος. Είναι αστεία τραγικός. Είναι καθολικός. Είναι βρώμικος. Και πολύ καθαρός. Ο μουνής είναι γλέντι. Είναι μια χαρούμενη ζωή. Που όμως εκδικείται. Μια ζωή που πονά. Που πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Είναι αληθινός. Είναι αλήθεια. Είναι καθρέφτης. Είναι ζωή. Είναι ο μουνής, στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Θα βρίσκεται εκεί και τον Μάρτιο – από παράταση σε παράταση γαρ. Πηγαίνετε για να διαπιστώσετε πόσο πολύ μισείτε τον άνθρωπο. Αυτό θα ‘ναι και το πρώτο βήμα για να τον αγαπήστε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Έφη Μαρίνου, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 02/10/2013

«Έτσι κι αλλιώς η υπογραφή της Κιτσοπούλου προϊδεάζει μερίδα του κοινού για κάτι ακραίο και τολμηρό. Ο σκηνοθέτης της παράστασης Παντελής Δεντάκης πιστεύει ότι η συμπεριφορά των ηρώων της, κατοίκων μικρής πόλης στη δεκαετία του 1980, έχει ως πρώτη ύλη εκείνη που «έχτισε τα κορμιά και τα μυαλά των χρυσαυγιτών».

Ελληνική επαρχία στη δεκαετία του 1980. Ενας πατέρας κόβει το αυτί του παιδιού του και το απλώνει στο μπουγαδόσκοινο. Ενας άλλος δέρνει την κόρη του και την κρεμάει σαν αρνί στο τσιγκέλι επειδή ήθελε να πάει σ΄ ένα γάμο. Ενας πιτσιρικάς ξυλοκοπείται σε δημόσια θέα από τον γονιό του για να γίνει άντρας…

«Ο Μουνής», ένα διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου από τη συλλογή «Μεγάλοι δρόμοι» (εκδόσεις Μεταίχμιο), ανεβαίνει στις 10 Οκτωβρίου στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη.

Σημεία και τέρατα συμβαίνουν σε μια τοπική κοινωνία. Ολοι ξέρουν αλλά σιωπούν. Και όλα λύνονται με πολύ ξύλο πίσω από κλειστές πόρτες ή χορεύοντας ένα λεβέντικο τσάμικο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ολοι οι ήρωες με παρατσούκλια: Κωλαθηνάς, Μπερδούλιας, Παντάραινας, Μουνής. Μια ιστορία ακραία και απόκοσμα βίαιη. Ανθρωποι υποτίθεται «αυθεντικοί» που φέρουν τη σκληράδα και τη βία του παλικαριού….

«Οι βασικοί θεματικοί άξονες του διηγήματος είναι μερικές σκληρές, βίαιες ιστορίες», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Παντελής Δεντάκης. «Τα πρόσωπα που κυρίως δέχονται τη σωματική βία είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Ωστόσο όλοι είναι θύτες και θύματα της ψυχολογικής βίας, όλοι ψυχαναγκάζονται μεταξύ τους να γίνουν τιμωροί, να αποδώσουν δικαιοσύνη. Η εικόνα τού Ελληναρά που θέλει να λύνει όλα τα προβλήματα με τη βία είναι ανάγλυφη. Οι πράξεις του προέρχονται από την πακτωμένη νοοτροπία αιώνων, ακουμπούν στον εγκλωβισμό και τον φόβο. Ο καθένας προσπαθεί να υπερασπιστεί το οικοπεδάκι της “περηφάνιας” του. Τα προσωπικά αδιέξοδα αυτού του αναγνωρίσιμου Ελληναρά, που καταφεύγει στη βία, είναι εμφανή. Ο τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία είναι ένα χωριό αλλά όσο προχωράς στην ανάγνωση διαπιστώνεις την αντιστοιχία που υπάρχει στην πόλη, τη χώρα, την οικογένεια».

Αλλά ποιος είναι ο Μουνής; «Αυτός ο άνθρωπος είναι παράξενο τρένο. Επινε πάντα σιωπηλός το καφεδάκι του στον καφενέ της πλατείας και με ένα μικρό μολυβάκι ζωγράφιζε το χάρτινο τραπεζομάντιλο. Αυτό ήταν το χούι του», λέει η συγγραφέας. «Ενας τύπος που φαινομενικά δεν συμμετέχει σε όλα αυτά, μάτι διορατικό και νους ευφάνταστος, ανάμεσα σε παρατηρητή και καταγραφέα των γεγονότων αφού όλα τα ζωγραφίζει στα χάρτινα τραπεζομάντηλα που καλύπτουν τους τοίχους της αίθουσας».

«Τα πρόσωπα είναι φιγούρες τραβηγμένες στα άκρα που όμως μαρτυρούν πράγματα που έχουμε βιώσει, σε κάποιο βαθμό, και οι ίδιοι. Είναι αυτή η λεβεντομαλακία που εντοπίζουμε συχνότατα στο περιβάλλον, στην οικογένειά μας αλλά και μέσα μας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς», συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Ενας τσαμπουκάς που συνδέεται με μια συγκεκριμένη μορφή του παραδοσιακού Ελληνα. Του λεβέντη Ελληνα που είναι μάγκας και το κέφι του θα κάνει, που ξέρει καλά ότι όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Κι εκεί που κάθεσαι ήσυχος στην πολυθρόνα σου και σκέφτεσαι πως όλα αυτά συνέβαιναν κάπου, κάποτε, σε χωριουδάκια της “άξεστης ελληνικής επαρχίας”, ξαφνικά εφορμούν αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία, σκέφτεσαι αυτά που βλέπεις κάθε μέρα στους δρόμους κι αυτά που διαβάζεις στις εφημερίδες, κοιτάς ύποπτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη, ακούς καλύτερα τους “ήχους” από το γειτονικό σπίτι, συνειδητοποιείς πως τα τελευταία χρόνια η όξυνση της κρατικής και της φασιστικής βίας έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη. Και η συμπεριφορά των ηρώων της Κιτσοπούλου σού υπενθυμίζει ότι έχει ως πρώτη ύλη εκείνη που “έχτισε” τα κορμιά και τα μυαλά των Χρυσαυγιτών».

Ο Παντελής Δεντάκης ανεβάζει έτσι που η δράση να μην αποτυπώνει ευθέως τα γεγονότα. Η παράσταση έχει βία, αλλά το υπονοούμενο δίνει τον τόνο.

«Η υπογραφή της συγγραφέως Λένας Κιτσοπούλου αρκεί για να προϊδεάσει ανάλογα το κοινό. Πράγματι πρόκειται για μια δουλειά δύσκολη, ιδιαίτερη, προκλητική. Παρ΄ όλο που δεν μου αρέσει το ακραίο στη σκηνή, το κείμενο στρέφει αναγκαστικά τη ματιά μου προς τα εκεί. Κι ας ήταν λίγο αντιφατικό σε σχέση με την ομάδα των νέων παιδιών που παίζουν, ακόμα φρέσκα, αθώα, ατσαλάκωτα. Προσπαθώντας να βρουν σκοτεινές πλευρές τους, αντιμετώπισαν πρακτικά δυσκολίες. Αλλά απ΄ την άλλη ήταν και μια χρήσιμη εμπειρία. Να δουν τη ζωή και αλλιώς. Δουλεύοντας το διήγημα της Κιτσοπούλου καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για ηθογραφία ούτε για μια φανταστική ιστορία. Είναι η περιγραφή του πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας που έχει μείνει αναλλοίωτος μέσα στο πέρασμα του χρόνου και συνεχίζει να αναπαράγει τη χαιρεκακία, το κουτσομπολιό, την ενοχή, το θράσος, τον τσαμπουκά, τη σωματική και ψυχολογική βία. Και τότε νιώθεις εσύ εγκλωβισμένος στο “μικρό χωριό”. Και τότε είσαι εσύ που θες να φύγεις…»

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13/10/2013

Τι είναι η πατρίδα μας;

Λένα Κιτσοπούλου, «Ο Μουνής» *** Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης. Ομάδα 4Frontal Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

Κάτω από το ερώτημα του τίτλου της παρούσης κριτικής στεγάστηκαν τα δύο προηγούμενα χρόνια οι παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Επιστέγασμα, όμως, του ερωτήματος φαίνεται να υπήρξε μία και μόνη παράσταση που συγκίνησε σύσσωμο το πανελλήνιο: η «Γκόλφω» του Περεσιάδη σε σκηνοθεσία Καραθάνου.

Όχι για την ομολογουμένως άψογη αισθητική της, αλλά για τα συναισθήματα που ζωντάνεψε στις ρομαντικές ψυχές μας καθώς εισήλθαμε μεταφορικά, υπό τους ήχους δημοτικών τραγουδιών, στη φύση της αγνής ελληνικής υπαίθρου που υπερπροσδιορίζει τους έρωτες, τις προδοσίες, τους καημούς, την αθωότητα, εν τέλει, του Τάσου και της Γκόλφως που, ενάντια σε κάθε λογική, γερνούν μαζί ευτυχισμένοι μέσω των σημαδεμένων από το χρόνο προσώπων του Γ. Βογιατζή και της Α. Αλεξανδράκη. Αυτή η αγνή, γεμάτη ομορφιά Φύση που μεταγγίζει αισθήματα εξαίσια στους ανθρώπους που ζουν δίπλα της ακόμη κι όταν πονούν από τον άδικο χωρισμό: ποιος ξεχνά τα ρίγη συγκίνησης, τα δάκρυα σκηνής και πλατείας, καθώς η ραγισμένη Γκόλφω-Φωτοπούλου εκφέρει τους στίχους του εμβόλιμου στο έργο ποιήματος «Είναι η αγάπη» της Λένας Κιτσοπούλου;

«Ένας αητός καθότανε...»

Με το γνωστό δημοτικό τραγούδι σε εκκωφαντικό πλέιμπακ και τον ηθοποιό επί σκηνής να το «τραγουδάει» με μικρόφωνο και κιτσάτη εμφάνιση ξεκινάει η παράσταση, βασισμένη στο διήγημα με τον «ανάρμοστο» τίτλο «Ο Μουνής» της ίδιας αυτής Λένας Κιτσοπούλου, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Και αμέσως μετά, οι πέντε ηθοποιοί της Ομάδας 4Frontal ορμούν στη σκηνή και αρχίζουν τη διήγηση της ζωής του ήρωα αλλά και όσων προσώπων του ελληνικού χωριού, στο οποίο ζει, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα μαζί του, χωριού μιας πρόσφατης δεκαετίας. Και η αρχή γίνεται με την επεξήγηση για το παρατσούκλι του, που η συνέχεια θα υπονοήσει, ανάμεσα στα ανείπωτα, μάλλον την πιο πικάντικη εκδοχή του.

Ο λόγος, ρέων, με τη χαρακτηριστική προφορικότητα που διακρίνει τα έργα της Κιτσοπούλου, με την επίσης χαρακτηριστική αθυροστομία της, που όμως εδώ δένει οργανικά στην υπόθεση, με την αφηγηματικά έξυπνη μετάβαση-σύνδεση της ιστορίας του ενός προσώπου με το άλλο και τις εμβόλιμες, εν είδει χορικού, συνευρέσεις στο κομμωτήριο του χωριού όλων των γυναικών που σχολιάζουν και ερμηνεύουν πιπεράτα τα τεκταινόμενα, δίνεται η άλλη, αυθεντική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου, πέρα από κάθε «γκολφικό» ρομαντισμό και συγκίνηση: το σκληρό όσο και αηδιαστικό της πρόσωπο.

Ορμώμενη από μαρτυρίες στα ψιλά του Τύπου, άμεσες εμπειρίες της ή άλλες πηγές, η Κιτσοπούλου συνθέτει, στο καλύτερο από όσα εγώ γνωρίζω έργο της, την κρυφή όψη της ειδυλλιακής επαρχίας με την οικογενειακή βία, την υποκρισία, τις δολοφονικές απόπειρες, τα εξώγαμα και τους κατά συνθήκη γάμους που επικυρώνονται με λαϊκά γλέντια και τσάμικους χορούς διογκώνοντας καταστάσεις και προβαίνοντας σε περιγραφές που ανατριχιάζουν το θεατή με τις αηδιαστικές τους λεπτομέρειες. Ο Μουνής, παράδοξος για τους συγχωριανούς του, ένα χούι έχει: ζωγραφίζει τα όσα συμβαίνουν δημοσίως αλλά και στα ενδότερα των σπιτιών του χωριού πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντιλα της ταβέρνας, ζωγραφιές αναπαραστατικές, που ο μικρός γιος του ταβερνιάρη συλλέγει και φυλάει προσεκτικά, δημιουργώντας την πινακοθήκη των ακατονόμαστων δραστηριοτήτων των ανθρώπων του χωριού.

Η παντοκρατορία του κιτς

Η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη ακολουθεί με συνέπεια τα λεκτικά δρώμενα, υιοθετώντας μια αφαιρετική στην αρχή, στη συνέχεια όμως περισσότερο πιστή περιγραφή τους επί σκηνής, εντείνοντας το γκροτέσκο προσώπων και ιστοριών. Το αρχικό γέλιο των θεατών γρήγορα παγώνει. Τα χιουμοριστικά στοιχεία μετατρέπονται σε αφόρητες σε σκληρότητα, εμετικές καταστάσεις, που ξεπερνούν το «καλό γούστο» του θεατή. Τις αντοχές του. Επιτυγχάνεται έτσι ο στόχος του έργου.

Τα απλά σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα αποδεικνύονται λειτουργικά για την κιτς κατάσταση που υπηρετούν, αν και τα σκηνικά αντικείμενα, ειδικά τα πλαστικά φαγητά του γάμου, πιστεύω πως θα έπρεπε να είναι πιο χονδροειδή στην κατασκευή τους, ώστε να μη θυμίζουν σκηνικά «αντίγραφα».

Η επένδυση όλων των τοίχων της σκηνής με απλοϊκά σχέδια αναπαριστά ευρηματικά τα βασικά μοτίβα της ελληνοπρεπούς υπόθεσης. Τα «ευπρεπή» κοστούμια της που μυρίζουν επαρχιωτισμό γρήγορα αποδομούνται μαζί με τους φορείς τους. Τα μουσικά ακούσματα του Κώστα Νικολόπουλου είναι πειραγμένα δημοτικο-λαϊκά άσματα που άδονται παράφωνα ή χορεύονται με επίπλαστο κέφι, ενώ οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη καλύπτουν με νοσηρή φωτεινότητα τη σκηνή.

Οι πέντε νεαροί ηθοποιοί της Ομάδας (Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη), μη αυτο-σκηνοθετούμενοι όπως σε περσινή τους παράσταση, είναι εδώ υπό έλεγχο, ακολουθώντας πειστικά και με διαθεσιμότητα την γκροτέσκα απόδοση που τους έχει ζητηθεί. Από το σημείο του γαμήλιου γλεντιού, όμως, πρόσεξα ότι εγκαταλείπουν εν μέρει αυτή την οπτική και υιοθετούν ένα πιο ρεαλιστικό παίξιμο, που δεν αρμόζει στο ζητούμενο.

Η παράσταση του Δεντάκη, ξένη ως προς την αισθητική των άλλων παραστάσεών του, προσαρμόστηκε στο ύφος του έργου της Κιτσοπούλου με επιτυχία. Παράσταση που απαιτεί γερό στομάχι και διαθέτει δυναμισμό να γίνει «καλτ», αρκεί, βέβαια, ο θεατής να διακρίνει σε αυτήν την ουσία του έργου: την καταγγελία της βίας και του υφέρποντος φασισμού που κρύβει στους κόλπους της η αγία οικογένεια της επαρχίας, πυρήνας της ελληνικής κοινωνίας καθ' όλον τον 20ό αιώνα.

Διότι η ωραιοποιημένη, νοσταλγική εικόνα της Γκόλφως και της ρομαντικο-εθνικιστικής λατρείας της φύσης και του ελληνικού τοπίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί μαζί με το όμορφο παραμύθι της, που κατασκεύαζε επί σειρά ετών μια επιτήδεια μηχανή αποκοίμισης συνειδήσεων.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP