ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΤΡΩΑΔΕΣ

ΤΡΩΑΔΕΣ

"Τρωάδες" του Ευριπίδη
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν: Λυδία Κονιόρδου, Γιάννης Τσορτέκης, Μαρία Καλλιμάνη, Μαρία Κίτσου, Μιχάλης Οικονόμου, Αμαλία Τσεκούρα, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Ορέστης Τζιόβας [περίοδος 2009-2010], Δήμητρα Λαρεντζάκη, Αιμιλία Βάλβη, Ειρήνη Τζανετουλάκου, Ελίτα Κουνάδη και ο μικρός Μιχάλης Καφούσιας [περίοδος 2009-2010]

Μια από τις πιο δημοφιλείς σωζόμενες τραγωδίες ανέβηκε σε κλειστό χώρο, με οδηγό τη σκληρή διαχρονικότητά της. Η παράσταση παίχτηκε πρώτα στον Πάνω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και έπειτα δουλεύτηκε ξανά για ανοιχτούς χώρους και το καλοκαίρι 2010 περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα.


Τα δεινά του πολέμου και η συμφορά της προσφυγιάς δεν έχουν εγκαταλείψει την ανθρωπότητα από τον καιρό του τρωικού πολέμου μέχρι σήμερα και, δυστυχώς, δεν γνωρίζουν γεωγραφικά σύνορα. Κάθε εξουσία που ασκείται με αλαζονεία είχε, έχει και θα έχει ολέθριες συνέπειες για τους λαούς.
Ο Ευριπίδης, στα 415 π.Χ., επιλέγει να μιλήσει για όλα αυτά μέσα από τη ματιά των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας, που ετοιμάζονται, σκλάβες πια, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να ακολουθήσουν τους νικητές Έλληνες σε μια νέα, άγνωστη πατρίδα. Η οξύτητα της καταγγελίας παράλληλα με τη συγκινητική ποιητική ευαισθησία, αναδεικνύουν το έργο σε ένα από τα αριστουργήματα όχι μόνο του αρχαίου δράματος, μα και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.


Για τη σκηνοθεσία της παράστασης ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος τιμήθηκε με το Βραβείο "Φώτος Πολίτης" του Θεατρικού Μουσείου.


Συντελεστές 
Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Σκηνικό - Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Τάκης Φαραζής
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης



Παίζουν οι ηθοποιοί 

Λυδία Κονιόρδου (Εκάβη), Γιάννης Τσορτέκης (Ταλθύβιος), Μαρία Καλλιμάνη (Ανδρομάχη), Μαρία Κίτσου (Κασσάνδρα), Μιχάλης Οικονόμου (Μενέλαος / Ποσειδώνας [Καλοκαίρι 2010]), Αμαλία Τσεκούρα (Ελένη), Ιωάννα Κανελλοπούλου (Αθηνά), Ορέστης Τζιόβας (Ποσειδώνας) [περίοδος 2009-2010], Δήμητρα Λαρεντζάκη, Αιμιλία Βάλβη, Ειρήνη Τζανετουλάκου, Ελίτα Κουνάδη και ο μικρός Μιχάλης Καφούσιας (Αστυάνακτας) [περίοδος 2009-2010]


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή
από 13.1.2010 μέχρι 2.5.2010

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΘΕΡΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ - ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010
27/6, ΚΟΖΑΝΗ, Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο Κοζάνης
28/6, ΚΑΣΤΟΡΙΑ, Θέατρο Βουνού
30/6-1/7, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Θέατρο Δάσους
2/7, ΚΑΒΑΛΑ, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
3/7, ΘΑΣΟΣ, Αρχαίο Θέατρο Θάσου
5/7, ΚΙΛΚΙΣ, Θέατρο Λόφου
6/7, ΒΕΡΟΙΑ, Θέατρο Άλσους «Μελίνα Μερκούρη»
7/7, ΛΑΡΙΣΑ, Κηποθέατρο Αλκαζάρ
8/7, ΒΟΛΟΣ, Ανοιχτό Δημοτικό Θέατρο «Μελίνα Μερκούρη»
10/7, ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ, Πολιτιστικό και Αθλητικό Πάρκο Δήμου Ν. Μάκρης
11/7, ΒΥΡΩΝΑΣ, Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
12-13/7, ΧΑΛΑΝΔΡΙ, Ευριπίδειο Θέατρο Ρεματιάς
15/7, ΟΙΝΙΑΔΕΣ, Αρχαίο Θέατρο Οινιάδων
16/7, ΠΑΤΡΑ, Ρωμαϊκό Ωδείο
19/7, ΙΩΑΝΝΙΝΑ, Υπαίθριο Θέατρο Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών 
20/7, ΚΕΡΚΥΡΑ, Θέατρο Μον Ρεπό «Ρένα Βλαχοπούλου»
21/7, ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ, Αρχαίο Θέατρο 
25/7, ΝΕΜΕΑ, Green Theater
26/7, ΤΡΙΠΟΛΗ, Θέατρο Άλσους Αγίου Γεωργίου
27/7, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, Αρχαίο Θέατρο Ζακύνθου
31/7, ΡΑΦΗΝΑ, Προαύλιο Γυμνασίου-Λυκείου Ραφήνας
2/8, ΛΗΞΟΥΡΙ, Κηποθέατρο Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης
3/8, ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ, Αύλειος Χώρος Ξενία
4/8, ΟΛΥΜΠΙΑ, Θέατρο «Ολυμπία»
5/8, ΚΑΛΑΜΑΤΑ, Αμφιθέατρο Κάστρου Καλαμάτας
18/8, ΗΡΑΚΛΕΙΟ, Κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης»
19/8, ΡΕΘΥΜΝΟ, Θέατρο «Ερωφίλη»
20/8, ΧΑΝΙΑ, Θέατρο Ανατολικής Τάφρου
26/8, ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ, Δημοτικό Αμφιθέατρο «Θανάσης Βέγγος»
28/8, ΣΑΛΑΜΙΝΑ, Ευριπίδειο Θέατρο
1/9, ΠΑΠΑΓΟΥ, Κηποθέατρο 
5/9, ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ, Θέατρο Πέτρας
8/9, ΑΘΗΝΑ, Θέατρο Δώρας Στράτου
10/9, ΠΕΙΡΑΙΑΣ, Βεάκειο 
13/9, ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ, Δημοτικό Θέατρο Άλσους «Δ. Κιντής»

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Κατερίνα Σφοντούρη, in2life.gr, 06/04/2010

Τρωάδες: Η Λυδία Κονιόρδου "ζωντανεύει" τη σπαρακτική Εκάβη

 

Από την αρχή της σαιζόν το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο σε ορισμένες ενδιαφέρουσες θεατρικές συνεργασίες. Μία από αυτές, η συνεργασία του σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, «ψυχή» του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, με την καταξιωμένη -κυρίως στο αρχαίο δράμα- ηθοποιό, Λυδία Κονιόρδου. «Καρπός» ετούτης της ένωσης δυνάμεων είναι η παράσταση «Τρωάδες» του Ευριπίδη, που παρουσιάζεται στον Πάνω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Ανάμεσα στα ερείπια, οι φωνές των γυναικών

Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε παραστάσεις αρχαίου δράματος σε υπαίθρια θέατρα. Όμως, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος απέδειξε ότι το αρχαίο δράμα μπορεί να παρουσιαστεί ακόμη και σε κλειστούς χώρους. Χάνοντας ίσως κάτι σε ό,τι αφορά την ατμόσφαιρα, το κοινό έχει την ευκαιρία να δει λεπτομέρειες και να έρθει πιο κοντά στα πάθη των ηρώων της τραγωδίας.

Επιλέγει μια συγκρατημένη γραμμή στη σκηνοθεσία του, αφήνοντας το μεγαλείο του κειμένου να φανεί. Η σκουρόχρωμη σκηνή χωρίζεται σε δύο επίπεδα: στο κατώτερο όπου κινούνται κυρίως η Εκάβη κι ο Χορός, μία σκάλα και το ανώτερο επίπεδο από το οποίο οι Θεοί παρουσιάζονται σαν απειλή. Βλέπουν, περιγράφουν τη βαρβαρότητα των Ελλήνων και προειδοποιούν.

Με την παρουσία του Ποσειδώνα και της θεάς Αθηνάς ξεκινά η παράσταση. Οι δυο τους κρίνουν όσα έχουν συμβεί στην Τροία. Ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης και πολλές χαμένες ζωές. Μια πικραμένη -από την κακή της τύχη – γυναίκα κάθεται μαυροφορεμένη και μοιρολογεί. Είναι η Εκάβη, η σύζυγος του βασιλιά της Τροίας Πριάμου. Στενάζει για τον χαμό του συζύγου της στον Τρωικό πόλεμο, αλλά και για το θάνατο του Έκτορα. Μόνη παρηγοριά της, ο Χορός. Γυναίκες, Τρωαδίτισσες μαυροφορεμένες που αγωνιούν για την τύχη τους. Τα νέα δεν αργούν να φτάσουν.

Ο κήρυκας Ταλθύβιος τις πληροφορεί σε ποιον δόθηκε η καθεμιά ως λάφυρο: η Εκάβη στον Οδυσσέα, η Κασσάνδρα στον Αγαμέμνονα. Ευθύς η Κασσάνδρα, μορφή εκστατική, εισβάλλει στη σκηνή με πυρσούς, χορεύοντας και τραγουδώντας. Προβλέπει τι θα συμβεί. Έπειτα, η Ανδρομάχη μαθαίνει για το μέλλον του παιδιού της, του Αστυάνακτα.

Η ωραία Ελένη κάνει αισθητή την παρουσία της όταν ζητά να μιλήσει, ρίχνοντας στην Εκάβη και τον Πάρη το φταίξιμο για ό,τι συνέβη. Όσο τραχύς κι αν είναι ο λόγος της Εκάβης όμως, τίποτα πλέον δεν μπορεί να αλλάξει. Ο Μενέλαος θα πάρει μαζί του πίσω στο Άργος την Ελένη, ο Αστυάνακτας είναι πια νεκρός και το δράμα κορυφώνεται με τις Τρωαδίτισσες που τραβούν το δρόμο για τα καράβια.

Συνεπείς απέναντι στο κοινό τους

Στον γεμάτο από κόσμο Πάνω Χώρο του θεάτρου, η φετινή συνεργασία-έκπληξη φαίνεται ότι απέδωσε εξαιρετικούς καρπούς. Η Λυδία Κονιόρδου ως Εκάβη, πραγματικά καθηλώνει ακόμη και τους πιο απαίδευτους θεατές. Εκφραστικά μέσα πλήρως αποτελεσματικά ακόμη και σε κλειστό θέατρο, φανερώνουν την ερμηνευτική δύναμη της ηθοποιού. Επιβλητική η παρουσία της, χωρίς να γίνεται μελοδραματική. Έξοχος ο τόνος της φωνής της κατά την στιχομυθία με την Ελένη.

Μια Κασσάνδρα άκρως εκστατική, είναι η Μαρία Κίτσου. Ντυμένη νύφη, πλέκει το «εγκώμιο» μιας Δημοκρατίας ξεπεσμένης. Αναμφισβήτητα μια καλή ηθοποιός σε έναν ακραίων στιγμών ρόλο.

Μαζί τους, ως Μενέλαος ο Μιχάλης Οικονόμου (πρόσφατα κέρδισε το βραβείο Χορν). Ξενίζει με την «κωμική γραμμή» που ακολουθεί σε ένα κατά τα άλλα τραγικό έργο, ενώ ως Ελένη η όμορφη Αμαλία Τσεκούρα θεωρούμε πως αποτελεί μια πολύ καλή επιλογή. Βοηθά η εξωτερική εμφάνιση και το ανέκφραστο στοιχείο στο πρόσωπό της.

Αν κα την παράσταση σίγουρα κλέβει η Λυδία Κονιόρδου, δεν μπορούμε παρά να συγχαρούμε τον μεταφραστή Παντελή Μπουκάλα. Οι «Τρωάδες» μεταφέρονται στο σήμερα με τρόπο άμεσο, επιτρέποντας να διαφανεί η διαχρονικότητα του αρχαίου δράματος.

Φεύγοντας

Τι κι αν μιλάμε για μια ιστορία τόσο μακρινή; Όσο ζούμε, θα βιώνουμε καταστάσεις λύπης, συμφοράς, απόγνωσης. Κι αν δεν είναι ο Ποσειδώνας ή η θεά Αθηνά αυτοί από τους οποίους θα ζητήσουμε βοήθεια, τότε θα είναι κάποιες άλλες -ανώτερες ή μή- δυνάμεις. Είτε ο ίδιος μας ο εαυτός είτε οι γύρω μας. Έτσι η ιστορία των παθών των ανθρώπων συνεχίζεται.

Μια παράσταση που μέσα σε λίγα λεπτά μας συνεπήρε, μάς οδήγησε στην ερειπωμένη Τροία. Ένα αντιπολεμικό έργο αλλά και μια κραυγή για τον εκφυλισμό της Δημοκρατίας, εκείνη και κατ’επέκτασιν ετούτη εδώ την εποχή. 
 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Θυμέλη, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 10/03/2010

Εχοντας στο ενεργητικό του την περσινή, ενδιαφέρουσα παράσταση, με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Εθνικό Θέατρο Αλβανίας, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανέβασε στο θέατρό του αυτή την οικουμενικώς επίκαιρη αντιπολεμική τραγωδία, στηρίζοντας το εγχείρημά του με ένα ισχυρό «ατού». Τη βαθύτατα ποιητικού αισθήματος, αληθινά μοντέρνου ποιητικού μέτρου και ρυθμού και ταυτόχρονα νοηματικά καίριας και άμεσης γλώσσας, μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα.

Εχοντας στο ενεργητικό του την περσινή, ενδιαφέρουσα παράσταση, με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Εθνικό Θέατρο Αλβανίας, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανέβασε στο θέατρό του αυτή την οικουμενικώς επίκαιρη αντιπολεμική τραγωδία, στηρίζοντας το εγχείρημά του με ένα ισχυρό «ατού». Τη βαθύτατα ποιητικού αισθήματος, αληθινά μοντέρνου ποιητικού μέτρου και ρυθμού και ταυτόχρονα νοηματικά καίριας και άμεσης γλώσσας, μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα. Μετάφραση που υπηρετεί θαυμαστά το συνταρακτικής αλήθειας ρεαλισμό του Ευριπίδη. Ρεαλισμός που θα ήταν ωμότατος, αν ο Ευριπίδης μπορούσε να παραβεί τον «κανόνα» του αρχαίου θεάτρου που «απαγόρευε» την επί σκηνής αναπαράσταση φονικών πράξεων, αν δηλαδή παρίστανε επί σκηνής τη θανάτωση των σκλαβωμένων Τρώων από τους νικητές Ελληνες. Ρεαλιστής ο Ευριπίδης θεωρούσε τον κάθε μορφής επεκτατισμό ανθρώπων βούληση και πράξη και όχι «θεών». Κι επειδή η θρησκευτική τύφλωση της αρχαιότητας καταδίκαζε τη διαλεκτική αλήθεια, ο μεγαλοφυής Ευριπίδης ελίχθηκε δραματουργικά. Διατήρησε – βάσει του μύθου – τους εμπλεκόμενους με τον Τρωικό Πόλεμο «θεούς», αλλά με σφόδρα ειρωνεία τους ενανθρώπισε, παραδίδοντας στη χλεύη των «ξυπνών» θεατών της εποχής του όλες τις σχετικές με τον Τρωικό Πόλεμο, «θεϊκές» βουλήσεις. «Βουλήσεις» μάλιστα αντιφατικές, με τους «θεούς» άλλοτε σύμμαχους, άλλοτε αντίμαχους, άλλοτε υποστηρικτές, άλλοτε τιμωρούς των κατακτητών, αναλόγως των μελλοντικών βουλήσεων της ισχυρότερης δύναμης. Ανάλογοι του Ποσειδώνα και της Αθηνάς είναι οι «θεοί» που βούλονται τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους των καιρών μας. Ο σκηνοθέτης, με καθοριστικό παράγοντα τη μετάφραση, αλλά και πιστεύοντας ο ίδιος στην επικαιρικότητα της ευριπιδικής τραγωδίας, με τη συμβολή του αφαιρετικά συμβολικού σκηνικού και των σύγχρονων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης), τους ζοφώδεις φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), την εκφραστική κινησιολογία (Αγγελική Στελλάτου), τις εξαιρετικά αισθαντικές μουσικές, και τα μελισμένα με παραδοσιακά ελληνικά θρηνητικά ακούσματα Χορικά (Τάκης Φαραζής), έστησε μια παράσταση λιτή, που και με τις συνολικά καλές ερμηνείες μεταδίδει το κάλλος και το ρεαλισμό του λόγου. Κυρίαρχη η ερμηνεία της Λυδίας Κονιόρδου, η οποία με την πολύπειρη «σοφία» και τεχνική των εκφραστικών μέσων της και το δυναμικό αίσθημά της, ενσαρκώνει μια Εκάβη σαν γνώριμη, τεράστιας αξιοπρέπειας και στη συντριβή της, σκλαβωμένη και χαροκαμένη μάνα. Σημαντική, βαθιά αισθαντική και εκφραστική σε όλα τα μέσα της είναι η ερμηνεία της Μαρίας Κίτσου (Κασσάνδρα). Ενδιαφέρουσα είναι η ερμηνεία του Γιάννη Τσορτέκη, που πλάθει το Ταλθύβιο σα διχασμένο, συνειδησιακά ταλαντευόμενο «όργανο» του κατακτητή. Αξιες αναφοράς είναι οι ερμηνείες και των Μαρίας Καλλιμάνη, Ιωάννας Κανελλοπούλου, Μιχάλη Οικονόμου, Αμαλίας Τσεκούρα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρία Κυριάκη, Επί Σκηνής,

Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου είδαμε την συγκλονιστική και πάντα επίκαιρη αυτή τραγωδία σε κλειστό χώρο και με μία αισθητική ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, η οποία παρεκκλίνει από τις κλασσικές δομές, χωρίς όμως να αποκόβεται κι από την νοηματική του έργου και τις βαθύτερες και ουσιώδεις δυναμικές του.

Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου είδαμε την συγκλονιστική και πάντα επίκαιρη αυτή τραγωδία σε κλειστό χώρο και με μία αισθητική ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, η οποία παρεκκλίνει από τις κλασσικές δομές, χωρίς όμως να αποκόβεται κι από την νοηματική του έργου και τις βαθύτερες και ουσιώδεις δυναμικές του.

 Όλοι γνωρίζουμε πως οι «Τρωάδες» μια από τις ελάχιστες τραγωδίες χωρίς κεντρικό ήρωα, ο οποίος διαπράττει Ύβρη για να οδηγηθεί στη Νέμεση, φέρει αντιμέτωπους στην ουσία έναν ανώτερο λαό κατακτημένο κι έναν κατώτερο λαό κατακτητή, ανηλεή και βαθιά αλαζονικό. Οι Τρώες δεν έχασαν φυσικά αυτόν τον πόλεμο εξ αιτίας της ανεπάρκειας των αμυντικών τους μηχανισμών αλλά με μέσο ύπουλο και από πράξη υποκριτική, αποδεχόμενοι ως δώρο τον δούρειο ίππο και φέροντας οι ίδιοι στην πόλη τους, τους εξολοθρευτές Έλληνες, χωρίς η πόλη τους να έχει εκπορθηθεί. Οι άντρες έχουν εξολοθρευτεί, οι γυναίκες σύρονται ως σκλάβες στα παλάτια των νικητών βασιλιάδων, υπάρχει έντονη η αίσθηση πως η βαρβαρότητα, η οποία δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί σ’ όλο της το μεγαλείο, διαχέεται μέσα από τις ίδιες τις δυναμικές των μονολόγων των επιφανών γυναικών, που ακολουθούν στην ουσία ο ένας τον άλλον για να κορυφωθούν με την αντιπαράθεση της Εκάβης και της Ελένης ενώ ο μικρός Αστυάνακτας, η τελευταία ελπίδα για αναβίωση ενός περήφανου και ικανού, ηθικού αλλά κι ευκολόπιστου λαού, γκρεμίζεται από τα τείχη, σφραγίζοντας τον όλεθρο της πάλαι ποτέ κραταιής πολιτείας.

Η Κασσάνδρα, η ευνοούμενη του Απόλλωνα, παρά την απελπισία της για το χαμό της ίδιας και της χώρας της, μεταφέρει συλλαβίζοντας τα μελλοντικά γεγονότα, τη μοναδική ελπιδοφόρα φλόγα, με το προμάντεμα της καταστροφής που θα συντροφεύσει εξίσου εκείνην και τους δικούς της όσο και τον μέγα στρατηλάτη, καταστροφέα της πόλης. Η Εκάβη, τραγική φιγούρα εκπιπτούσης βασίλισσας παραδομένης στην ατιμωτική προσφυγιά, δεν παραιτείται ούτε για μια στιγμή από την επιθετική, δυναμική στάση της, δεν λυγίζει ούτε ακόμα κι όταν σηκώνουν για την ταφή, τη σωρό του εγγονού της, φέρει μέσα στην ατίμωσή της, το μεγαλείο και την ποιότητα ενός λαού που, πέρα από ερωτικές αντιζηλίες και πολιτικές ίντριγκες, ήταν καταδικασμένος να συντριβεί εξ αιτίας της ανωτερότητάς του και της υψηλής ηθικής και πολιτιστικής του ποιότητας. Προάγγελος όλων των πολεμικών συρράξεων ως τις μέρες μας ο Ευριπίδης, αντλώντας κι από την Ομηρική παράδοση, εμφανίζει ως αποτέλεσμα της ήττας των Τρώων όχι την πολεμική ανωτερότητα των Ελλήνων αλλά τη διαμεσολάβηση της ίντριγκας, η οποία αναιρεί την επί ίσοις όροις αναμέτρηση για την επικράτηση του καλύτερου, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με το νέο είδος πολέμου, όπου η γενναιότητα κι οι πολεμικές αρετές είναι που κυρίως ηττώνται και όχι οι ίδιοι οι λαοί. Η γενοκτονία, η προσφυγιά, ο τρόμος μπροστά στην ατίμωση, ο βαθύτατος πόνος της πολλαπλής απώλειας, η απελπισία και η θλίψη για την καταστροφή της πατρίδας και των αγαπημένων, ο σπαραγμός της μάνας μπροστά την απώλεια των ίδιων της των τέκνων αλλά και του αγαπημένου συζύγου, το ανήμπορο μίσος για την εξουσία του κατακτητή που διαφεύγει με θρασύτητα από κάθε δικαιοσύνη, συνθέτουν όχι την ιστορία της άλωσης της Τροίας αλλά την ιστορία του κάθε άδικου πολέμου ως τις μέρες μας, διασχίζοντας την επίπονη πορεία της ανθρωπότητας και φτάνοντας ως τους βομβαρδισμούς στη λωρίδα της Γάζας, την καταστροφή της Βαγδάτης, την εξολόθρευση των αμάχων στο Βιετνάμ και τη διπλή ήττα στον πόλεμο της Κορέας.

Η χαμηλών τόνων και υψηλής αισθητικής, παράσταση του Θεοδωρόπουλου, ενισχύει τη διαχρονικότητα του έργου μέσα από τη σκηνοθετική, σκηνογραφική και ενδυματολογική αντίληψη.

Υποδειγματική Εκάβη η Λυδία Κονιόρδου, τηρεί ένα εξαιρετικό μέτρο ανάμεσα στο θρήνο και την αξιοπρέπεια, φέροντας τη φιγούρα της αρχαίας βασίλισσας στη σκηνή, εμβληματική και πάσχουσα ως το αιώνιο σύμβολο της ώριμης γυναίκας που υποφέροντας τις συνέπειες των αντρικών αψιμαχιών, μετράει νεκρούς και ζωντανούς, ατενίζοντας όρθια το αύριο έστω κι αν αυτό το αύριο δεν θα είναι παρά η εγγύηση της ολοκλήρωσης του ολέθρου. Με έλεγχο των εκφραστικών της μέσων και θαυμάσια κινησιολογική ισορροπία, η έμπειρη ηθοποιός, αντιμετωπίζει το ρόλο της σαν προέκταση της ύπαρξής της κι όχι σαν αντίπαλο δέος. Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία της Κασσάνδρας, ενισχύει την παρθενικότητα της ηρωίδας, χωρίς να αποδυναμώνει τη δαιμονική της έξαρση. Υποτονική η Ελένη δεν καταφέρνει να πείσει πως η επιβολή της πάνω στον Μενέλαο υποβόσκει παρά το απειλητικό του ύφος. Συγκινητικός ο Ταλθύβιος, μεταδίδει την εκδηλωμένη αντιπάθειά του προς την ίδια την ιδιότητά του, μέσα από μια μετρημένη αλλά και εσωτερική ερμηνεία που ισορροπεί θαυμάσια με την αλαζονική και έντονα υποκριτική στάση του Μενέλαου.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιάννης Βαρβέρης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02/05/2010

Οδύνη και φιλοσοφία επί σκηνής

(...) Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, βασισμένος στην καθαρή και λυρική μετάφραση του εκλεκτού ποιητή Παντ. Μπουκάλα, σ' έναν «εύκολο», σχεδόν ολοσκότεινο χώρο (Αγγ. Μέντης) θέλησε να φωτίσει ιδίως τον λόγο και τις έννοιες. 

Ελεος και φόβος παράγονται -αν παράγονται- στις Τρωάδες ως προϊόντα λόγου αναγόμενου σε πράξεις. Ο λόγος, βέβαια, υπό τη μορφή ενός παρατεταμένου κομμού, οφείλει απλώς να ανακαλεί τη βιαιότητα της πράξης. Αρα κανείς δεν δικαιούται να εξεικονίσει (όπως π.χ. οι Ιάπωνες του Θεάτρου Σκοτ το 1985) την αγριότητα: θα ήταν σαν να υποκαθιστούσε τον Ευριπίδη στην αληθινή του πρόθεση, μετατοπίζοντας το τραγικό αίσθημα από τις χορδές της ψυχής του θεατή στο πλάνο και επιδερμικό οπτικό του πεδίο.

Αντιλαμβάνομαι την αμηχανία του κάθε σκηνοθέτη, που θα αντιμετωπίσει τις Τρωάδες. Εχει να τα βάλει μ' ένα σχετικά αδύνατο έργο, που χαρακτηρίζεται από την αντιαριστοτελική δομή του. Εδώ, απουσιάζει ο μπούσουλας της «σπουδαίας και τελείας» μιμητικής πράξεως. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, βασισμένος στην καθαρή και λυρική μετάφραση του εκλεκτού ποιητή Παντ. Μπουκάλα, σ' έναν «εύκολο», σχεδόν ολοσκότεινο χώρο (Αγγ. Μέντης) θέλησε να φωτίσει ιδίως τον λόγο και τις έννοιες. (Σε κλειστό, είχε προσπαθήσει και η «Στοά» το '71 με την Ε. Καρπέτα.) Ηξερε, όπως και η Λ. Κονιόρδου - Εκάβη, ότι ο ρόλος και το έργο είναι πολυφορεμένα. Ετσι αμφότεροι και ιδίως η τραγωδός, άβολη στον κλειστό χώρο, τον δάμασε ανανεώνοντας τη βασίλισσα. Με τη θηριώδη τεχνική της η ηθοποιός χρησιμοποίησε άλλα από τα συνήθη εκφραστικά μέσα, έστιξε το κείμενο δικανικά, με βωβούς γόους, με απροσδόκητες αλλά αποδοτικές διακυμάνσεις και ύφη. Ο Τ. Φαραζής δίδαξε φωνητικά μοιρολόγια στον Χορό, που προσωπικά με κούρασαν. Την κίνησή του επιμελήθηκε επιτυχώς η Αγγ. Στελλάτου.

Το κακό σ' αυτή την -εικαστικά κατά σημεία αρκετά ενδιαφέρουσα- παράσταση του Θεοδωρόπουλου ήταν η ερμηνευτική πενία. Πέρα από την Κονιόρδου, μόνον ο άγριος και μετά «λυγισμένος» Ταλθύβιος του Γιάν. Τσορτέκη και η τεχνική κι ευαίσθητη Ανδρομάχη της Μαρ. Καλλιμάνη μπορούν με άνεση να συζητηθούν ως αρωγοί του εγχειρήματος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γρηγόρης Ιωαννίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 20/02/2010

Ο μικρός χώρος δίνει αισθαντικότητα στην τραγωδία

Μέρος της συζήτησης γύρω από την παράσταση των «Τρωάδων» του Νέου Κόσμου επικεντρώνεται μοιραία στον χώρο του θεάτρου. Φαίνεται πως εξακολουθεί στο ελληνικό θέατρο να λανθάνει κάποιος ενδιάθετος αρνητισμός στην ανατροπή της «κανονικότητας», που θέλει το αρχαίο θέατρο να αναπνέει σε ανοιχτό χώρο και θερινό χρόνο.

Μέρος της συζήτησης γύρω από την παράσταση των «Τρωάδων» του Νέου Κόσμου επικεντρώνεται μοιραία στον χώρο του θεάτρου. Φαίνεται πως εξακολουθεί στο ελληνικό θέατρο να λανθάνει κάποιος ενδιάθετος αρνητισμός στην ανατροπή της «κανονικότητας», που θέλει το αρχαίο θέατρο να αναπνέει σε ανοιχτό χώρο και θερινό χρόνο.

Το στοίχημα όμως του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι σε αυτή την περίπτωση μεγαλύτερο: Η κεντρική σκηνή του θεάτρου του, με τα μόλις 150 καθίσματα, δεν είναι ασφαλώς οποιοσδήποτε «κλειστός χώρος». Και η αισθητική της παράστασης δεν είναι ούτε παρεμβατική ούτε ακραία ερευνητική, όπως οι χειμερινές απόπειρες νεανικών κυρίως ομάδων.

Πρόκειται περισσότερο για ένταξη του αρχαίου λόγου στο δραματολόγιο ενός κεντρικού θιάσου. Και για τη μεταφορά της προβληματικής στο μέγεθος και στα μέσα του αστικού θεάτρου. Είναι ασφαλώς ζήτημα θεατρικής φόρμας. Το μικρό θέατρο στηρίζεται στην υποβολή και αντικαθιστά το μέγεθος με την αισθαντικότητα. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου θεοί και εντάσεις αποδυναμώνονται. Στη θέση τους μπαίνουν άνθρωποι, με το δικό τους μέτρημα της αδυναμίας και της συμφοράς. Χάνει ασφαλώς κάτι το αρχαίο θέατρο από τη μεταφορά του στο κλειστό θέατρο. Και κάτι ασφαλώς κερδίζει. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου νιώθουμε τον ιδρώτα της αμηχανίας να κυλάει στο χιτώνιο του Ταλθύβιου. Αγγίζουμε το ντεκολτέ της Ελένης με το βλέμμα του Μενέλαου. Βλέπουμε την Τροία να καίγεται στα μάτια της Εκάβης.

Πριν από περίπου δύο χρόνια είχαμε δει τη διδασκαλία του Θεοδωρόπουλου στο ίδιο έργο με το Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας. Είχαμε από τότε εντοπίσει τη δημιουργική χρήση των πολυφωνικών τραγουδιών και τη μουσική διατύπωση του συλλογικού πεπρωμένου. Κάποιες άλλες σκέψεις, για την παρουσία της Κασσάνδρας, για το ζεύγος του Μενέλαου και της Ελένης, τις είχαμε δει εκεί σε μια πρώτη μορφή.

Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον μετατίθεται στη θεματική του έργου. Ο Θεοδωρόπουλος, με τη βοήθεια της στέρεας μετάφρασης του Παντελή Μπουκάλα, στοχεύει στην ηθική καταξίωση των νικημένων, συνθέτει έναν ύμνο στο τελευταίο οχυρό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι Τρωάδες χάνουν τα πάντα, όχι όμως τον πολιτισμό τους. Είναι αυτός που τους βοηθάει να διατηρήσουν μέσα στον χαμό το ανάστημά τους, όπως τους επιβάλλει να ξεπροβοδίσουν μέχρι τέλους τους νεκρούς τους.

Οπως είναι επόμενο, στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η Εκάβη της Κονιόρδου. Σαν τον βιρτουόζο που δοκιμάζει ένα μουσικό όργανο, που παίζει με τις δυνατότητες και την ακουστική του, διαστέλλει και συστέλλει τον ρόλο της, γίνεται κατ' επιλογήν «ταλαίπωρος γυνή» του Παπαδιαμάντη, μάνα-Κουράγιο, βασίλισσα της Τροίας, μυθική μορφή. Και είναι αυτή η διαφορά της με τους υπόλοιπους που από ένα σημείο και μετά κόβει άθελά της το έργο στα δύο: όταν παίζει η Κονιόρδου, βλέπουμε μια άλλη παράσταση.

Αν παραβλέψει κανείς τη σύγκριση, οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι από μόνοι τους αξιόλογοι. Πριν από όλους η Μαρία Κίτσου δίνει μια πολιτική διάσταση στο πρόσωπο της Κασσάνδρας, χωρίς υστερίες ή θεατρινισμούς. Πολύ καλός ο διαρκώς εξελισσόμενος Ταλθύβιος του Γιάννη Τσορτέκη. Ο κρετίνος Μενέλαος του Μιχάλη Οικονόμου γίνεται εύκολο θύμα της αισθησιακής Ελένης της Αμαλίας Τσεκούρα. Ικανοποιητική η Ανδρομάχη της Μαρίας Καλλιμάνη. Ο Ποσειδώνας του Ορέστη Τζιόβα και η Αθηνά της Ιωάννας Κανελλοπούλου δεν αποκτούν αντίλαλο μέσα μας.

Ο Χορός φαίνεται καλά ασκημένος στο μουσικό μέλος του Τάκη Φαραζή, ενώ η κίνησή του από την Αγγελική Στελλάτου αποφεύγει τις γνωστές κακοτοπιές της ενορχηστρωμένης γυμναστικής. Δυστυχώς, όμως, η παράσταση χάνει πολλά στο εικαστικό μέρος -μεγάλη απώλεια για παράσταση αρχαίου δράματος σε κλειστό χώρο. Τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη είναι πληκτικά και αδιάφορα. Και, τέλος πάντων, γιατί αυτή η άχαρη ομοιογένεια στην εμφάνιση των Τρωάδων; *

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ελένη Πετάση, LIFO, 01/04/2010

ΤΡΩΑΔΕΣ

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί Ευριπίδη σε κλειστό χώρο

Σε βαθιά νερά καταδύθηκε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανεβάζοντας τις Τρωάδες του Ευριπίδη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

 

Σε βαθιά νερά καταδύθηκε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανεβάζοντας τις Τρωάδες του Ευριπίδη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Αφενός ο συγκεκριμένος κλειστός χώρος εγκλώβισε την παράσταση στην αστική αισθητική του. Αφετέρου η σκηνοθεσία αμφιταλαντεύθηκε ανάμεσα σε μια ορθόδοξη και μια πιο σύγχρονη δραματική γλώσσα.Κατ' επέκταση, αυτός ο διχασμός δημιούργησε σύγχυση, καθώς τα πρόσωπα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, κινήθηκαν ερμηνευτικά πάνω σε οικείους κώδικες, γειώνοντας την τραγωδία στο σήμερα, ενώ τόσο ο Χορός όσο και η Λυδία Κονιόρδου ακολούθησαν την κλασική οδό.

Και ναι μεν η Κονιόρδου αντιμετώπισε την πρόκληση με τη θηριώδη τεχνική της, δίνοντας μια συγκλονιστική Εκάβη, οι περισσότεροι ηθοποιοί, όμως, χάνοντας τον προσανατολισμό τους, έμοιαζαν να προέρχονται -και δεν είναι βέβαια δικό τους το λάθος- από άλλο έργο. Σε ανάλογη παγίδα έπεσε το εικαστικό μέρος της παράστασης (Άγγελος Μέντης). Το αφαιρετικό σκηνικό και τα σύγχρονα κοστούμια των ηρώων δεν μπόρεσαν να συμβαδίσουν με την κλασικότροπα πένθιμη ομοιομορφία των Τρωάδων.

Από τη μια, λοιπόν, είδαμε μια Εκάβη πάνω απ' όλα βασίλισσα, «... όχι γιατί φόρεσε ένα στέμμα, αλλά γιατί νοιάζεται για το συλλογικό καλό και το μέλλον. Και βλέπει μπροστά της να γκρεμίζονται τα ίδια της τα παιδιά, η ίδια της η πόλη».

Από την άλλη είδαμε έναν Μενέλαο-καρικατούρα (Μιχάλης Οικονόμου), μια γελοιογραφική εκδοχή της Ελένης (Αμαλία Τσεκούρα), έναν ισοπεδωμένο Ταλθύβιο (Γιάννης Τσορτέκης), και απομυθοποιημένους θεούς ( Ποσειδώνας-Αθηνά) από τον Ορέστη Ζιόβα και την Ιωάννα Κανελλοπούλου αντίστοιχα. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιες εξαιρέσεις. Όπως η Μαρία Κίτσου που έδωσε πολιτική χροιά στην Κασσάνδρα και γέμισε τις λέξεις με ρωγμές αλλοφροσύνης, φόβου και πόνου αλλά και η Μαρία Καλλιμάνη με τη συγκροτημένη Ανδρομάχη της. Ακόμη και ο Χορός, παρότι δέσμιος ενός παλλαϊκού λυρισμού, χάρη στην ενδιαφέρουσα κινησιολογία  της Αγγελικής Στελλάτου και τις φωνητικές του ικανότητες, κατάφερε να βρει σημείο επαφής, αναδεικνύοντας την έξοχη μουσική του Τάκη Φαραζή (έναν συνδυασμό από νέες συνθέσεις και πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια).

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, μετά την παράσταση της ευριπίδειας τραγωδίας στην Αλβανία, επεξεργάστηκε εκ νέου το έργο, επικεντρώνοντας την ανάγνωσή του σε εκείνες τις πτυχές που ανασύρουν νεοελληνικές μνήμες. Έχοντας την αρωγή της γερής μετάφρασης του Παντελή Μπουκάλα, επεδίωξε να φωτίσει θέματα που, δυστυχώς, είναι επίκαιρα από την εποχή του Τρωικού Πολέμου μέχρι σήμερα. Η φρίκη του πολέμου, η προσφυγιά, η απελπισία του άμαχου πληθυσμού και η αξιοπρέπεια των ηττημένων αποτελούν στην Ιστορία μας -και όχι μόνο- κοινό λόγο και τόπο.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP