ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ
ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ

"Ματωμένος γάμος" του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Σκηνοθεσία: Βασίλης Ανδρέου

Συμπαραγωγή με τη Θεατρική Ομάδα "Αίολος"

Ο Ματωμένος γάμος είναι ένα έργο που στο άκουσμα του τίτλου και μόνο κάτι μέσα μας ξυπνά. Αυτή η ιστορία, βασισμένη σε πραγματικό γεγονός, είναι πια κλασική γιατί έχει έρωτα και θάνατο. Ο γάμος αυτός, πέρα από τους νεόνυμφους και τους γονείς, έχει προσκεκλημένους τον αντεραστή με την οικογένειά του. Στον ουρανό απρόσκλητο το φεγγάρι, που ρίχνει φως στα ανείπωτα. Όλα είναι πια στο έλεος της αγάπης και του πάθους. Η στιγμή για το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. 

Ο χαμένος παράδεισος, η καταδυνάστευση της ψυχής, ο έρωτας είναι αυτά που πολλές φορές οδηγούν και το συλλογικό βήμα του κόσμου.
Ο «Ματωμένος Γάμος» παύει να είναι μια ιστορία σ’ ένα χαμένο στο χώμα χωριό, τριών εραστών, καθώς ο Λόρκα ζωγραφίζει μέσα στη φύση την ιστορία του κόσμου την αιμάτινη, εκεί που κάθε επανάσταση βάφεται στο αίμα. Για μας ο έρωτας είναι η πρώτη πηγή για τις μεγάλες πράξεις κι ας υπάρχει ένα καταραμένο φεγγάρι μοίρας να μας πατάει.
Με τους ηθοποιούς αποφασίσαμε ν' αγωνιστούμε με τα υλικά της γης και τους ήχους, που αφήνουν τα θυμωμένα πόδια των ανθρώπων.
Η Ομάδα Αίολος ταξιδέψε με την υπέροχη μετάφραση του Πάνου Κυπαρίσση, πιστή στις λέξεις του Λόρκα, και με τις μουσικές του Σπύρου Παρασκευάκου και παρουσιάζει τον «Ματωμένο Γάμο» σε συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στον Κάτω χώρο. Αφηγούμαστε μια ιστορία γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη την παραμυθία, την παρηγοριά.
Πόσο γοητευτικό είναι ένα φεγγάρι να εισβάλλει σ’ ένα τόσο ρεαλιστικό έργο, να εξανθρωπίζεται και να γίνεται καθρέφτης όλων. Ήρωες ενός έργου, που ξυπνά τη ρίζα της κραυγής.            


Συντελεστές

Μετάφραση: Πάνος Κυπαρίσσης
Σκηνοθεσία: Βασιλης Ανδρέου
Μουσική: Σπύρος Παρασκευάκος
Κουστούμια: Νίκος Καρδώνης
Σκηνικά: Βασίλης Ανδρέου
Φωτισμοι: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Καστρησίου


Παίζουν οι ηθοποιοί

Χριστίνα Κοροβίλα, Κώστας Κουνέλλας, Γιώργος Μακρής, Φαίδρα Παπανικολάου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Σίσσυ Τουμάση, Ντίνος Φλώρος, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος 

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Μαρία Κυριάκη, Επί Σκηνής, 23/10/2014

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ

(...) Η ομάδα «Αίολος» με σκηνοθέτη τον Βασίλη Ανδρέου ανέλαβε φέτος το ανέβασμα αυτού του έργου μέσα από σεβασμό στο κείμενο αλλά και στις σύγχρονες δομές της δραματουργικής πράξης που απαιτούν μια νέα, πιστή αλλά εξελιγμένη ανάγνωση του διαχρονικού κειμένου.

Ο συγγραφέας
Ο Λόρκα γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος στη Γρανάδα από πατέρα αγρότη και μάνα δασκάλα πιάνου. Με ένα πρόβλημα στα πόδια, μια πλατυποδία η οποία θα τον υποχρεώνει να κουτσαίνει ελαφρώς σε όλη του τη ζωή, ο Φεντερίκο αποκτά την πρώτη του εμμονή η οποία έχει να κάνει με το πόδι, σύμβολο της ψυχής και φυσικά με το παπούτσι που παγιδεύει το πόδι αλλά ταυτόχρονα το καθορίζει.
Το μεταφυσικό στοιχείο θα στοιχειώσει επίσης όλη τη ζωή του γοητευτικού άντρα με το πηγαίο, χαρακτηριστικό γέλιο και τον αυθόρμητο, ευσυγκίνητο χαρακτήρα, αναμεμιγμένο με τον περίκλειστο τόπο του, το υνί που τη σκίζει τη μαύρη γη, το μαχαίρι που σκίζει τη σάρκα, το βέλος που καρφώνεται στο κορμί του μάρτυρα Αγίου Σεβαστιανού, το επικίνδυνο πέος που προκαλεί μέσα από το σαρκοβόρο πάθος τον όλεθρο αφού ανατρέπει όλους του κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, το φεγγάρι, σαν ένα ανυπεράσπιστο, παγωμένο παιδί αλλά και τον σκληρό τιμωρό μέσα από το φως της αποκάλυψης, τη νύχτα-μάγισσα και φόνισσα, τις μαύρες λεύκες που ψιθυρίζουν το όνομά του, τους περιπλανώμενους τσιγγάνους της Ανδαλουσίας με το σκοτεινό βλέμμα και τις δίβουλες προθέσεις, τα κέρατα του ταύρου, το αίμα, τον κυρίαρχο θάνατο που συχνά παίρνει τη μορφή μιας γυναίκας, το άλογο και τον καβαλάρη-διακορευτή, τους ψηλούς τοίχους που χωρίζουν το βλέμμα των γυναικών από τα πεινασμένα δάκτυλα των αντρών, τη γιορτή, το «κάντε χόντο», την κόψη όπου το πανηγύρι συναντά το βαρύ πένθος μιας κηδείας και το τραγούδι μέσα από τον ίδιο δρόμο μετατρέπεται σε μοιρολόι.

Η ζωή του Λόρκα καθορίστηκε από μια σειρά συμπτώσεων που όρισαν το μεταφυσικό ιδίωμα της ίδιας του της ύπαρξης. Ο Αύγουστος, το κορύφωμα του καλοκαιριού υπήρξε μοιραίος γι’ αυτόν. Ο αγαπημένος του φίλος, ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας πεθαίνει χτυπημένος από ταύρο στις 11 Αυγούστου του -34. Ο ποιητής εκτελέστηκε στα 38 του χρόνια, στις 18 Αυγούστου του 1936, στο Φουέντε Γκράντε το οποίο οι Άραβες είχαν ονομάσει Αϊναδαμάρ, η πηγή των δακρύων. Όπως και το είχε προβλέψει σε ένα εξαίσιο ποίημα του, θα δολοφονηθεί και το νεκρό κορμί του δεν θα βρεθεί ποτέ. Ένα χρόνο μετά, στις 18 Αυγούστου του -37, ο αγαπημένος του Ραφαέλ Ροντρίγιεθ Ραπούν σχεδόν αφήνοντας τον εαυτό του στο έλεος μιας βόμβας στη διάρκεια συμπλοκής, σκοτώνεται σε ηλικία είκοσι-πέντε χρονών. 

Το κατάλαβα πως με είχαν δολοφονήσει
Ερεύνησαν τα καφενεία, τα νεκροταφεία και τις εκκλησίες
Έψαξαν στα βαρέλια και στα ντουλάπια
Εσύλησαν τρεις σκελετούς για να τραβήξουν τα χρυσά τους δόντια
Μα δεν με βρήκαν.
Ποτέ δεν με βρήκαν;
Όχι, ποτέ δεν με βρήκαν.
No, no me encotraron

Το έργο

Ο «Ματωμένος γάμος» ή τα «Ματωμένα στέφανα» γράφτηκε το 1932 κι ανέβηκε το 1933 λίγο πριν ταξιδέψει ο ποιητής στην Νότιο Αμερική. Ο ίδιος ονομάζει το έργο τραγωδία αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μια επιτυχημένη θεατρική απόδοση του Ισπανικού ντουέντε, μια μαγική μίξη της ποιητικής έκρηξης με το επικό και λυρικό στοιχείο και πάντα στην κόψη, εκεί που το απραγματοποίητο εξαναγκάζεται να υπάρξει κι αυτό σημαίνει αιματοχυσία. Ο συγγραφέας είναι η επιτομή του ντουέντε, μπορεί να αντιληφθεί τη ζωή στην μέγιστη καταξίωσή της, αποκλειστικά μέσα από τον θάνατο. Η μόνη ύβρις που διαπράττεται πάντως σ’ αυτό του το έργο και σε πολλά άλλα του, είναι ο ακατανίκητος πόθος που «καίει το αίμα» και η μόνη τιμωρία, ο αναπότρεπτος θάνατος. Πρόκειται για ένα δράμα σωμάτων, κορμιών, σάρκας κι όχι για μια ηθική διένεξη όπως θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει σε πρώτο επίπεδο. Το σώμα είναι επικίνδυνο σε κάθε περίσταση και μπορεί να γίνει όπλο ή νερό. Να σκοτώσει ή να ξεδιψάσει. Και τα δύο είναι κρίσιμα. Ή το ένα ή το άλλο πρέπει απαραιτήτως να συμβεί γιατί μόνο έτσι οι ψυχές ελευθερώνονται. Το σύμπλεγμα κι η σύγκρουση του νερού με το μαχαίρι, ορίζουν επίσης ένα μεγάλο μέρος του ποιητικού και δραματουργικού έργου του Λόρκα ο οποίος ήταν ένας σκληρός συγγραφέας επηρεασμένος από την ηθογραφία, τον λυρισμό, τον συμβολισμό και τον σουρεαλισμό αλλά κι από τις νέες επαναστατικές ιδέες της σκοτεινής εποχής του κι η ποίησή του «κυριολεκτεί» αδυσώπητα παρά την γλωσσοπλαστική της μεταμφίεση. Επίσης ως μουσικός διαθέτει μια τόσο σθεναρή αντίληψη για το ρυθμό ώστε θα τολμούσα να πω πως τα θεατρικά του έργα είναι μεταφράσεις μουσικών συνθέσεων με τη μορφή του λόγου. Υπήρξε σ’ αυτό καινοτόμος. Γι’ αυτό άλλωστε κατάφερε μέσα από σκοτεινούς καιρούς να καθιερωθεί διαχρονικά και παγκόσμια. Οι κλασσικές εμμονές του μεταφέρονται από έργο σε έργο παίρνοντας τη θέση τους στο μοιραίο κι ορίζοντας το αναπότρεπτο. Στην εύθραυστη κλωστή καταμεσής ζωής και θανάτου ο Λόρκα ισορροπεί επιδέξια δημιουργώντας τον ελάχιστο χρόνο μέσα στον οποίο μπορεί να ανάψει και να σβήσει η σπίθα της ύπαρξης. Κι αυτό είναι η δραματουργία του.

Ο Ματωμένος γάμος ταξίδεψε για πρώτη φορά στη χώρα μας σε μια ιδιαίτερα ποιητική απόδοση του Νίκου Γκάτσου η οποία καθόρισε για πολλά χρόνια την αντίληψη των Ελλήνων για τον Λόρκα. Μόνο που ο Ισπανός ποιητής και συγγραφέας ορίζει τον λόγο του με έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο υπερισχύοντας σε ωμές περιγραφές και σκιαγραφώντας το ποιητικό τοπίο με μια απειλητική σχεδόν βιαιότητα και έναν ενδόμυχο σπαραγμό που στην μετάφραση μετατράπηκαν σε λυρικά κορυφώματα. Η πρώτη παράσταση υπογράφτηκε από τον Κάρολο Κουν κι ανέβηκε το 1948, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του ενώ στην Ελλάδα μαίνεται ακόμα ο εμφύλιος. Πρωταγωνιστούν η Βάσω Μεταξά στο ρόλο της μάνας κι η Έλλη Λαμπέτη στο ρόλο της νύφης. Στο ρόλο του Φεγγαριού, ο Αλέξης Δαμιανός και στα σκηνικά και κοστούμια ο Γιάννης Τσαρούχης. Την εμβληματική κι αξεπέραστη μουσική συνθέτει ο Μάνος Χατζιδάκις. Πολλές παραστάσεις ακολούθησαν μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω εκείνην του 1970 σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή με μάνα την Κατίνα Παξινού και νύφη την εξαίσια Νίκη Τριανταφυλλίδη η οποία τιμήθηκε για την ερμηνεία της αυτή με το βραβείο Κοτοπούλη.

Η παράσταση

Η ομάδα «Αίολος» με σκηνοθέτη τον Βασίλη Ανδρέου ανέλαβε φέτος το ανέβασμα αυτού του έργου μέσα από σεβασμό στο κείμενο αλλά και στις σύγχρονες δομές της δραματουργικής πράξης που απαιτούν μια νέα, πιστή αλλά εξελιγμένη ανάγνωση του διαχρονικού κειμένου. Η μετάφραση του Πάνου Κυπαρίσση, χωρίς να χάνει από ποιητικότητα και λυρισμό, προσγειώνει ταυτόχρονα το κείμενο σε μια συνθήκη αμεσότητας και ωμού ρεαλισμού που εξυπηρετεί κατά τη γνώμη μου με τον καλύτερο τρόπο την ουσία του έργου και του λόγου του Λόρκα. Η παράσταση βασίζεται στη φόρμα της αφήγησης από τον ηθοποιό-φεγγάρι και περιλαμβάνονται στο έργο οι σκηνικές οδηγίες σαν ένα κομμάτι της δραματουργίας με στόχο να αναδειχθεί η αίσθηση της εξιστόρησης ενός γεγονότος που αν κι έρχεται από τα παλιά είναι πάντα παρόν αλλάζοντας μορφή ή πρόσωπα. Μας διηγείται λοιπόν την ιστορία το φεγγάρι περιγράφοντας τον ιδανικό «τόπο» της κι εισβάλλουν τα πρόσωπα για την ζωντανέψουν. Τα ευέλικτα, διαρκώς μεταποιούμενα σκηνικά με κυρίαρχο το ξύλο, ορίζουν τους χώρους και τις συνθήκες εισβάλλοντας στις δράσεις κι ενισχύοντας τους συμβολισμούς.

Οι ήρωες, έχουν καθένας κι ένα τρόπο για να κινηθούν, να αναπνεύσουν, να τραγουδήσουν αλλά ταυτόχρονα μέσα από μια μαγική χημεία ο τρόπος του ενός συναρμόζει με τον τρόπο του άλλου σε ένα απόλυτα αρμονικό σύνολο, μια εξαίσια «χαρτογραφημένη» χορογραφία χωρίς χάσματα. Οι σχέσεις ενδυναμώνονται μέσα από το αντιφατικό νόημα των λέξεων, αποκτούν ένα δεύτερο επίπεδο στο οποίο μια χειρονομία αναιρεί τον λόγο αποκαλύπτοντας την ρίζα του, το «αμίλητο» που τον υποσκάπτει. Από την αρχή τονίζεται η συγγένεια των σωμάτων, η εκρηκτική δυναμική τους, ο τρόπος με τον οποίο συγγενεύουν σε όλα τα επίπεδα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο φωτισμός βοηθάει το σκηνοθέτη να δημιουργήσει διαφορετικές εστίες δράσης, να επικεντρώσει στα πρόσωπα, να ορίσει τα γενικά πλάνα κοινής δράσης και να διαχωρίσει τα πολλαπλά επίπεδά της. Η μουσικότητα του κειμένου κι η αίσθηση του ντουέντε είναι παντού κυρίαρχες με την ενίσχυση των εξαιρετικών μουσικών αλλά και μέσα από τις δράσεις των σωμάτων. Οι ίδιοι οι ηθοποιοί δημιουργούν ένα ρυθμικό τέμπο που διαρκώς επιταχύνεται καθώς πλησιάζουμε στην κορύφωση. Το μεταφυσικό στοιχείο διαδίδεται μέσα από την διήγηση αλλά μεταγγίζεται στις εκφράσεις των ηθοποιών, στην απόδοση των λόγων τους, στην έντονη παρουσία μιας απειλής που υποφώσκει και μιας λύτρωσης που καραδοκεί. Γλαφυρές οι συνομωσίες των κορμιών αποκαλύπτουν μέσα από την κινησιολογία τους όλα όσα ο λόγος αποκρύπτει, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο σκηνικής δράσης εκεί που αποκαλύπτονται τα μυστήρια των ψυχικών αντιφάσεων και δικαιώνεται η ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν υπάρχει στην παράσταση αυτή αναίτιος θρήνος ή παρατεταμένο πένθος.

Τα πάντα λειτουργούν αντιστικτικά, ο πόνος γίνεται θυμός, ο θυμός έρωτας, ο έρωτας, παραλογισμός. Η ίδια η ζωή διεκδικεί από το θάνατο ακόμα και το πτώμα του ενώ ο θάνατος αρπάζει από τη ζωή την ίδια την ανάσα της. Οι ηθοποιοί παραδίδουν ο ένας στον άλλο τη σκυτάλη για να υπάρξει το δράμα με τις δύο όψεις του, αυτήν του αποτρόπαιου και αυτήν της λύτρωσης. Τα ξεσπάσματα κι οι σιωπές εναλλάσσονται σοφά, οι σχεδόν ανεπαίσθητες αλλά σαφείς αποχρώσεις ενδυναμώνουν όχι μόνο τις δράσεις αλλά και τις απουσίες τους, τα συμβολικά ευρήματα συναρμόζουν με τις ρεαλιστικές εκφάνσεις, όλα λειτουργούν ελάχιστα πάνω από το έδαφος κι όλα εν τέλει στην στιγμή τους γειώνονται. Βαθιά μέσα στο πνεύμα του Λόρκα αναπτύσσονται και οι ερμηνευτικοί κώδικες των ηθοποιών οι οποίοι είναι πυρετικά παρόντες σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Οργανώνουν τις κοινές τους δράσεις, εναλλάσσονται σε ρόλους, δημιουργούν τον χορό και ορίζουν το τελετουργικό.

Η Φαίδρα Παπανικολάου παρά το νεαρό της ηλικίας της γίνεται επί σκηνής μια πειστική και γλαφυρή μάνα που έχει διαμορφώσει σωματική σχέση όχι μόνο με τον ζωντανό γιο της αλλά και με τους νεκρούς της. Μετεωρίζεται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν που υπερασπίζεται, το παρελθόν που την τσακίζει και το μέλλον που ψυχανεμίζεται μέσα από έναν στιβαρό και διαυγή υποκριτικό δρόμο. Μεταθέτει την ηλικία της, ορίζοντας μέσα από το δράμα μια παρατεταμένη εφηβεία αλλά και μια γεροντική σύνεση. Συνορεύει με τη νύφη μέσα από την βαθιά κατανόηση ενός κοινού κι αμετάβλητου πόθου ακόμα κι όταν συγκρούεται άγρια μαζί της. Η Σίσσυ Τουμάση στο ρόλο της νύφης είναι υποκριτικά πλούσια και πολύπλευρη. Το συγκινησιακό της υλικό μοιράζεται ανάμεσα στην αποδοχή και την εξέγερση με επιδεξιότητα και τόλμη. Γίνεται περίκλειστη για να εκραγεί αργότερα μέσα από την παρεκτροπή της ενώ το ανάστημά της στέκει ολόρθο απέναντι στην ισχυρή παρουσία της μάνας. Η Χριστίνα Κοροβίλα πλάθει μια σύζυγο εξαίσια, χωρίς μιζέρια, περήφανη κι ολόρθη, με δυναμική παρουσία, άξια αντίπαλο της νύφης, μια γυναίκα της Ανδαλουσίας που όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά και στην πιο κρίσιμη στιγμή μάχεται με σθένος, υψώνει ανάστημα απέναντι σε κάθε αντιξοότητα κι αρνείται το ρόλο του θύματος υπερασπιζόμενη την ψυχική και σαρκική θύελλα που ορίζει και την σωματική αλλά και την φωνητική της γκάμα.

Η Νατάσσα Σφενδυλάκη, μια στιβαρή ηθοποιός με εξαιρετικά προσόντα, επαναπροσδιορίζει το ρόλο της δούλας, γίνεται επί σκηνής μια καθαρά Λορκική φιγούρα, γεμάτη ανεκμετάλλευτους χυμούς και κρυμμένους πόθους, που οσμίζεται τον κρυμμένο πόθο της νύφης μέσα από τον δικό της κρυμμένο πόθο όπως ακριβώς στην Μπερνάντα Άλμπα η Μαρτύριο αντιλαμβάνεται την Αντέλα. Με χυμώδη παρουσία, εξαιρετική κίνηση και πλούσια εκφραστικότητα δημιουργεί μέσα από τις δράσεις της, τις κατάλληλες ατμόσφαιρες για την υπονόμευση του νόμιμου και την διονυσιακή έκρηξη που θα ακολουθήσει. Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος ως Λεονάρδο επαναπροσδιορίζει το ρόλο μέσα από μια εφηβική αμεριμνησία προκαλώντας το δράμα χωρίς υπερβολές και περιττές εξάρσεις, μιλώντας θαυμάσια τη σωματική γλώσσα και πείθοντας με την απροσποίητη, ακαταμάχητη και συγκινητική του εγρήγορση. Ένας ηθοποιός με δυνατό υποκριτικό ταπεραμέντο και πλούσιες εκφραστικές αποχρώσεις. Ο Κώστας Κουνέλας αξιοποιεί όλες τις δυναμικές του γαμπρού, ενισχύοντας την παιδική αθωότητα με ισχυρές δόσεις αντρισμού και την τρυφερότητα με μια βίαιη, απωθημένη ένταση. Υπέροχος στις παύσεις και στις σιωπές του όπως και στο δεύτερο επίπεδο δράσης ή λόγου, αναδεικνύει τον ήρωα εκπέμποντας έντονο ερωτισμό και υποβάλλοντας την τραγική του κατάληξη. Ο Γιώργος Μακρής ως αφηγητής και φεγγάρι δίνει επίσης μια μαγική ερμηνεία. Ανάμεσα στο ανυπεράσπιστο βρέφος και το υποχθόνιο τέρας, ερμηνεύει ένα πλάσμα που δεν ορίζεται, δημιουργώντας αποχρώσεις που κυμαίνονται από την απόλυτη τρυφερότητα του έκθετου συναισθήματος ως την υποβλητική παρουσία του υπερφυσικού δέους. Ο Ντίνος Φλώρος στο ρόλο του πατέρα της νύφης είναι δυναμικός και ταυτόχρονα ευάλωτος, ενώ αντιπαραθέτει με ευκρίνεια στην ακατάλυτη παρουσία της μάνας, την δική του ευθραυστότητα μέσα από μια ερμηνεία στιβαρή, πολυεπίπεδη με χιούμορ και σπαραγμό αλλά χωρίς την παραμικρή ηττοπάθεια.


Η ομάδα

Η θεατρική ομάδα «Αίολος» δημιουργήθηκε το 2012, με σκοπό το ανέβασμα της παράστασης « Ο Μικρός Εγώ», βασισμένο στο μυθιστόρημα αλυσίδα «Τα Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Ανδρέου. Η παράσταση αρχικά παίχτηκε σε ένα τούρκικο σπίτι στον Κεραμεικό και μετά για άλλες δύο σεζόν στον χώρο δράσης και τέχνης «Βρυσάκι». 
Συνεχίζοντας, με την ίδια ορμή και με νέους συνεργάτες, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Βασίλη Ανδρέου, επέλεξαν να αναμετρηθούν με ένα κλασικό κείμενο της παγκόσμιας δραματουργίας. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μάνια Ζούση, artplay.gr, 06/10/2014

Ο Λόρκα γυμνός στο "Ματωμένο γάμο"

(...) Ο Βασίλης Ανδρέου δεν είναι μόνο ένας ουσιώδης ηθοποιός και σκηνοθέτης, είναι πρωτίστως ένας ενσυνείδητος και χαρισματικός δάσκαλος που αγαπά και κατευθύνει, εμπνέοντας τους ηθοποιούς του. Το αποτύπωμά του, τον τρόπο που κινείται στην σκηνή και το διεισδυτικό χάδι της ματιάς του στους χαρακτήρες, μπορούσε να το διακρίνει εύκολα κάποιος, βλέποντας τους άριστα οδηγημένους ηθοποιούς του στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα, μια παράσταση που πάλλεται από ένταση, πάθος, ρυθμό και συντονισμένη ενέργεια.

 

Ένας γάμος σαν άγριος χορός, μπολιασμένος από το πάθος και την τραγικότητα της ποίησης του Λόρκα, αναδύεται μέσα από την κοινή κυτταρική μνήμη και παράδοση που βρέχει η ίδια θάλασσα,


η Μεσόγειος του Γιβραλτάρ και της Κύπρου, καταδεικνύοντας πόσο κοντά μπορεί να είναι οι δυο τόποι, που γίνονται πατρίδες του ίδιου ανθρώπου.

Ο Βασίλης Ανδρέου δεν είναι μόνο ένας ουσιώδης ηθοποιός και σκηνοθέτης, είναι πρωτίστως ένας ενσυνείδητος και χαρισματικός δάσκαλος που αγαπά και κατευθύνει, εμπνέοντας τους ηθοποιούς του. Το αποτύπωμά του, τον τρόπο που κινείται στην σκηνή και το διεισδυτικό χάδι της ματιάς του στους χαρακτήρες, μπορούσε να το διακρίνει εύκολα κάποιος, βλέποντας τους άριστα οδηγημένους ηθοποιούς του στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα, μια παράσταση που πάλλεται από ένταση, πάθος, ρυθμό και συντονισμένη ενέργεια.

Μια παράσταση που αναδεικνύει τη μαστοριά του δασκάλου, αλλά και το ταλέντο των μαθητών, οι οποίοι αποτελούν και την θεατρική ομάδα «Αίολος»: της Χριστίνας Κοροβίλα, του Κώστα Κουνέλλα, του Γιώργου Μακρή, της Φαίδρας Παπανικολάου, της Νατάσας Σφενδυλάκη, της Σίσσυς Τουμάση, του Ντίνου Φλώρου και του Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου.

Νεανική δροσιά και φρεσκάδα, που τιμώντας την ισπανική παράδοση κάνει μια βαθιά υπόκλιση στον ποιητή, ο οποίος ντυμένος με το λευκό κουστούμι του, στριφογυρίζει σαν αερικό στην σκηνή. Φύλακας άγγελος που μένει στο τέλος γυμνός, απροστάτευτος και ανυπεράσπιστος, παραπέμποντας εύστοχα στην άγρια δολοφονία του από τους εθνικιστές του Φράνκο και στα κρυφά και λιγότερο κρυφά αίτιά της.

Τέσσερις ξύλινες τάβλες που ορίζουν ένα τετράγωνο και τους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού, φιλοξενούν στην μια τους άκρη, μια μπότα φυτεμένη με λουλούδια, θύμηση και κιβούρι των αγαπημένων νεκρών. Είναι οι ίδιες τάβλες που γίνονται το τραπέζι του γάμου και του γλεντιού, αλλά και οι τάβλες που πάνω τους κείτονται τα σκοτωμένα κορμιά των δυο αντεραστών. Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα, φωτίζουν τα ανείπωτα. Και τα κοστούμια του Νίκου Καρδώνη καταδεικνύουν ότι όλα σε αυτήν την ιστορία είναι πολύτιμα και σημαντικά, όπως τα σπάνια σατέν, τα κρεπ, οι μουσελίνες και τα βελούδινα γιλέκα και σακάκια που με γνώση και γούστο έχουν επιλεχθεί από τον καλό ηθοποιό.

Η βαρύτητα και η αξία της απαστράπτουσας μετάφρασης του Πάνου Κυπαρίσση, σαν ρυάκι που κυλάει, είναι ουσιαστική συνοδοιπόρος και σύντροφος. Η μουσική που παίζεται ζωντανά από τον Σπύρο Παρασκευάκο και τα τραγούδια από τους ηθοποιούς λένε την δική τους ιστορία σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας. Πολύτιμη βοηθός σκηνοθέτη η πιστή Σοφία Καστρησίου.

Σαν λαβωματιά από το μαχαίρι που γυρνά στην πληγή, η παράσταση του «Ματωμένου Γάμου», σε κάνει να θυμηθείς και να εκτιμήσεις ξανά τον Λόρκα που αγάπησες.

Μάνια Ζούση (λίγες ώρες μετά τη γενική πρόβα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου)

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ειρήνη Αϊβαλιώτου, CatIsArt.gr, 12/10/2014

Λόρκα "στη σκιά και τη δροσιά του αίματος" 

(...) Οι ηθοποιοί, όλοι νεότατοι στη σκηνή, αποφάσισαν να συναντηθούν με το έργο του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα και να ν' αγωνιστούν με τα υλικά της γης και τους ήχους, που αφήνουν τα θυμωμένα πόδια των ανθρώπων. Η ώρα του αίματος είχε έρθει. Ο δρόμος του αίματος ανοιχτός. Πώς υπερασπίζεσαι την ερωτική επιθυμία;

Συνέβαιναν αυτά στην ισπανική ύπαιθρο, ίσως και να συμβαίνουν ακόμα. Αν όχι στην Ισπανία, σε άλλες χώρες της Μεσογείου. Ο Λόρκα εμπνεύστηκε το θέμα του από μια είδηση του ημερήσιου Τύπου που έγραφε για ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. «Bodas de Sangre» ή «Ματωμένος Γάμος» στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δύο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν την πολυπόθητη ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ισότητα και την ερωτική αυτοδιάθεση. 
Η παράσταση που είδα ξεκίνησε με ένα ζευγάρι αρβυλάκια κάτω από το σεληνιακό φως του προβολέα. Μέσα τους φρέσκα αγριολούλουδα. Σύμβολα της νεανικής ορμής κι αψηφισιάς. Συνέχισε γοργή σαν άτι που καλπάζει κι ανάλαφρη σαν νεράκι που κυλά στην εξοχή. Με μαγνήτισε. Ο διάλογος μητέρας και γιου γεμάτος μυστήριο, έλξη και σαρκασμό, σχεδόν ερωτικός.

Το αριστούργημα «Ματωμένος Γάμος» του Federico Garcia Lorca σε σκηνοθεσία του Βασίλη Ανδρέου (με βοηθό του τη φιλότιμη Σοφία Καστρησίου) έκανε πρεμιέρα στις 6 Οκτωβρίου του 2014, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το παρακολούθησα εκστατική στις 7 Οκτωβρίου. ''Ο χαμένος παράδεισος, η καταδυνάστευση της ψυχής, ο έρωτας είναι αυτά που πολλές φορές οδηγούν και το συλλογικό βήμα του κόσμου".

Οι ηθοποιοί, όλοι νεότατοι στη σκηνή, αποφάσισαν να συναντηθούν με το έργο του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα και να ν' αγωνιστούν με τα υλικά της γης και τους ήχους, που αφήνουν τα θυμωμένα πόδια των ανθρώπων. Η ώρα του αίματος είχε έρθει. Ο δρόμος του αίματος ανοιχτός. Πώς υπερασπίζεσαι την ερωτική επιθυμία;
Ο «Ματωμένος Γάμος» παύει να είναι μια ιστορία σ’ ένα χαμένο στο χώμα χωριό, τριών εραστών, γίνεται μια ελεγεία για τη νοσταλγία του χαμένου ερωτικού παραδείσου. Ο Λόρκα ζωγραφίζει μέσα στη φύση την ιστορία του κόσμου την αιμάτινη, εκεί που κάθε επανάσταση βάφεται στο αίμα. Πραγματεύεται τα όρια ανάμεσα στην επιθυμία και τη λογική, τη λαχτάρα και τη ματαίωση. Στη χώρα που οι λέξεις και οι παραδόσεις γίνονται εντολές, ο έρωτας είναι η πρώτη πηγή για τις μεγάλες πράξεις κι ας υπάρχει ένα καταραμένο φεγγάρι μοίρας να πατάει τους ανθρώπους. Το φεγγάρι που ο Λόρκα τόσο αγαπά, που το προσωποποιεί και ταυτίζεται μαζί του. Luna, μια εικόνα, μια φιγούρα που επαναλαμβάνεται και επανέρχεται σταθερά ακόμα και στα σχέδια του καλλιτέχνη - ποιητή. Αλλά κι ο θάνατος, το άλλο πρόσωπο του Λόρκα, πανταχού παρών στην ποίησή του και στις σκιές που ρίχνει η νύχτα στις κατηφοριές της Ανδαλουσίας.

«Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος και ο κουβάς με τον ασβέστη
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
Πέντε η ώρα που βραδιάζει»

Ο Βασίλης Ανδρέου είναι δάσκαλος, προπονητής ηθοποιών, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ταπεινός και ωραιοπλάστης, κυρίαρχος βλεμμάτων. Καλλιτέχνης βαθιάς ευαισθησίας με εκλεπτυσμένη ικανότητα έμπνευσης και αναζήτησης. Έχει κάνει άπειρα σπουδαία πράγματα στο θέατρο, το θέατρο είναι σαν να αναπτύχθηκε και να ρίζωσε μέσα του. 
Με τη θεατρική ομάδα «Αίολος», το 2012 είχε κάνει τον «Μικρό Εγώ», βασισμένο στο μυθιστόρημα - αλυσίδα «Τα Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή. Την είχα παρακολουθήσει κι εγώ σε ένα παλιό τούρκικο σπίτι στον Κεραμεικό εκείνο το καλοκαίρι. Επρόκειτο για μια παράσταση αυθόρμητης σοφίας, αυθεντική, μετρημένη και ρεαλιστική.
Με την ίδια ομάδα ο Βασίλης Ανδρέου κάνει τώρα Λόρκα. Λόρκα μεθυστικό και μαγευτικό, που ερμηνεύει με μαγεία την άνθηση της σάρκας. Λόρκα ευωδιαστής ψυχής. Μνήματα ανοιχτά στην εξοχή, δάκρυα σαν σταγόνες αίμα, αναφορές στο θλιβερό τέλος του ποιητή, μελαγχολικούς νέους με τη λέξη «έρωτας» ζωγραφισμένη στα χείλη, γυναίκες με την πλήρη χαρά της αγάπης αλλά και το πλήρες κενό στις φλέβες απ’ την απόγνωση.

Πρόσωπα

• La madre: Μητέρα του Γαμπρού, έχασε τον άνδρα της και το μεγαλύτερο γιο της, που δολοφονήθηκαν από τους Φελίξ. Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι' αυτή την απέραντη μοναξιά μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της. Την υποδύεται η Φαίδρα Παπανικολάου, ηθοποιός σπάνια που οφείλει να συνεχίσει στη θεατρική. Παρόλο που έχει παίξει λίγες φορές στο θέατρο -νομίζω πως είναι η τρίτη της φορά- μοιάζει ηθοποιός κλασική και έμπειρη. Συνταρακτική και αυστηρή, εκφραστικά ώριμη και αρχετυπική.

• El Novio: Ο Γαμπρός, νεαρός κι ευκατάστατος, με τις προδιαγραφές να πετύχει έναν καλό γάμο. Στο ρόλο ο Κώστας Κουνέλλας. Ευφυώς απλός, θριαμβευτικός κυνηγός του θεατρικού ρυθμού. 
• La Novia: Η Νύφη, νέα κοπέλα από καλή οικογένεια, που ζει με τον πατέρα της λίγο παράμερα από το υπόλοιπο χωριό. Εξαιρετική η Σίσσυ Τουμάση, φρέσκια και όμορφη σαν ανθοδέσμη από κοράλλι.
• Léonardo: Ο Λεονάρντο είναι ο μόνος χαρακτήρας "με όνομα". Είναι παντρεμένος κι έχει ένα μικρό γιο με την ξαδέρφη της Νύφης. Είναι της οικογένειας των Φελίξ και παλιά ήταν αρραβωνιαστικός της Νύφης, αλλά δεν την παντρεύτηκε για λόγους χρημάτων. Πολύ καλός ως εραστής ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος. Οργισμένος, ασυγκράτητος, πυρετικός, παθιασμένος. 
• Γυναίκα του Léonardo. Η Χριστίνα Κοροβίλα γεμάτη αυτοπεποίθηση και ανησυχία. Συνταρακτική και με τα ωραιότερα μάτια που έχω δει τα τελευταία χρόνια στο θέατρο. Μάτια γεμάτα πυρετό.
• Πατέρας της Νύφης. Ο Ντίνος Φλώρος μελέτησε το χαρακτήρα και παρουσίασε τον πατέρα με αποχρώσεις ειρωνείας, ρεαλισμού και χιούμορ. Αφήνει πολύ καλή εντύπωση. 
• La Luna: To Φεγγάρι ή ο ίδιος ο ποιητής. Ο Γιώργος Μακρής με ωριμότητα μοιραία νεανική, πληγωμένος, μυστηριώδης και σκοτεινός. Ανακατεύει το γυμνό με το τρυφερό σε ένα λεπτότατο σχεδίασμα. 
• Τέλος, η Νατάσα Σφενδυλάκη επωμίστηκε πολλούς ρόλους, της γειτόνισσας, της υπηρέτριας, της φίλης, του θανάτου. Όλους επάξια. Είναι ένα μοναδικό πλάσμα με πληθωρικό ταλέντο και εξαιρετική αίσθηση της κίνησης.

Το φεγγάρι και η ζητιάνα

Στο «Ματωμένο Γάμο» εμφανίζονται δύο ρόλοι - κλειδιά στην προοικονομία του θανάτου των δύο νεαρών ανδρών, το φεγγάρι και η ζητιάνα. Τόσο το φεγγάρι, όσο και η ζητιάνα, απεικονίζονται με δύο τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις. Από τη μία το φεγγάρι, προτείνεται από τον ίδιο τον Λόρκα, να αναπαριστάται ως ένα νεαρό αγόρι, μία μορφή νεανική και όμορφη, η οποία είναι εκείνη που εικονοποιεί την προφητεία και τη θέληση για θάνατο. Το φεγγάρι συμβολίζει το θάνατο, ένα θάνατο όμως που είναι γλυκός και όμορφος γιατί στο έργο οι δύο άνδρες που θα σκοτωθούν είναι κι οι δύο όμορφοι και νέοι. Το φεγγάρι είναι η αλληγορία του μελλούμενου αλλά και της έλξης. Κατά πολλούς αναλυτές του Λόρκα, ο Λεονάρντο, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να έχει την αγαπημένη του, επιθυμεί το θάνατο, ζητώντας να σκοτωθεί και να λυτρωθεί. Ως εκ τούτου, το φεγγάρι είναι το έμβλημα του πόθου, της δίψας για «ζεστή καρδιά», δηλαδή για νεαρή καρδιά γεμάτη από αγάπη, έρωτα και επιθυμία για ζωή. 

Στο ρόλο της ζητιάνας ο θάνατος συμβολίζεται ως κάτι το οριστικό, το έσχατο, το πικρό. Η ζητιάνα είναι που θα πάρει τους άνδρες στον άλλο κόσμο, δεν προβλέπει απλώς αλλά πράττει, τελεί. Αν το φεγγάρι δρα αυτόνομα και αυθύπαρκτα, η ζητιάνα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το θάνατο. Είναι η ίδια ο θάνατος. Το φεγγάρι εκπροσωπεί ένα μήνυμα θανάτου, μία προφητεία, ένα προμάντεμα, αλλά η ζητιάνα είναι ο θάνατος ο αμετάκλητος, θρεμμένος από μια αρχαία παράδοση. Προσωποποιημένος σε ένα μανδύα σαγήνης και μαγνητισμού προς τα πρόσωπα και μιας προσπάθειας να τα τραβήξει κοντά της στο μονοπάτι που επέλεξε η τραγική μοίρα για αυτούς. Προτείνεται από το συγγραφέα να αναπαριστάται ως μία ζητιάνα, όχι απαραιτήτως μεγάλης ηλικίας, μπορεί να είναι και κορίτσι. Η ζητιάνα επιθυμεί να φέρει τους δύο νέους κοντά για να σκοτωθούν. Ο θάνατος, στο έργο του Lorca η ζητιάνα, είναι η διαβατήρια τελετή που ενώνει την προφητεία με την τέλεση, το βάρος της αγάπης με τη λύτρωση του θανάτου.

Η έννοια της μοίρας

Ο Λόρκα παίζει πολύ με την έννοια της μοίρας, αν και εν πολλοίς οι ίδιοι οι άνθρωποι φτιάχνουν τη μοίρα τους. Προσδοκά το αίμα που αναγκαστικά και με πίστη θα αναπηδήσει από το σώμα κάποια μέρα. Παίζει με το πάθος ενάντια στη σύμβαση του προδιαγεγραμμένου και ακόμη και την επανάσταση που κάνουν οι ήρωές του, την προαναγγέλλει με τέτοιο τρόπο, ώστε θεωρούμε την υπέρβαση των χαρακτήρων του κάτι το δεδομένο και το μοιραίο. Όλα προαναγγέλλονται, όλα είναι μοιραία και τραγικά, όλα συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με το θάνατο, είναι σίγουρα όπως και εκείνος, είναι βέβαια και μη αναστρέψιμα. Ο Λόρκα όλα τα δέχεται, εκτός από το να κάθεται ήσυχος στο παραθύρι κοιτάζοντας το ίδιο τοπίο. Μιλάει για ανθρώπους και καταστάσεις και τα συνδέει όλα σε ένα πλέγμα ψυχολογικό, σε μία φωτογραφία της Ισπανίας, σε μία ανθρωπολογία ενός πολιτισμικού και ταυτόχρονα τόσο οικείου χώρου ανάπτυξης χαρακτήρων και δράσεων. Δράσεων που συνδέονται με το σώμα, με την ουσία, με την ψυχή, με το θάνατο και με τη ζωή. Το φως είναι η αντίφαση του ποιητή.

Στα έργα του Lorca, μιλάει το σώμα. Στην παράσταση του Βασίλη Ανδρέου και της ομάδας «Αίολος» επίσης μιλάει η σάρκα και το κορμί, η ουσία, τα νεύρα, το αίμα, η ανθρώπινη επιλογή, που μετουσιώνεται σε ένα ατίθασο πλέγμα πνεύματος και συναισθημάτων.
Ο «Ματωμένος Γάμος» γράφτηκε το 1932 σε μία περίοδο καθοριστικής καμπής για την ισπανική κοινωνία. Μέσα από αυτές τις ιστορικές ανακατατάξεις και κατά συνέπεια μέσα από τις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές εμπλοκές, καταστάσεις και συνθήκες, διαμορφώθηκε ένα κλίμα κοινωνικής δημιουργίας, μία μορφή ανάκαμψης της τέχνης και ένα πλαίσιο κίνησης όπου αναδύθηκαν διάφορα κοινωνικά και πολιτισμικά σημαίνοντα τα οποία είχαν βαθύτερο νόημα. Το νόημα αυτό αναδεικνύεται μέσα από το ρόλο των συγγραφέων και των άλλων καλλιτεχνών που έδρασαν ή επηρεάστηκαν από αυτή την περίοδο. Παρομοίως, τόσο στο «Ματωμένο Γάμο», όσο και στα άλλα έργα του Lorca, αναδεικνύεται μία ποιητική πλευρά που εξυμνεί το θάνατο, ή που τον ωραιοποιεί, προσφέροντας ένα βάλσαμο στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει και την ίδια αυτή διακριτή πραγματικότητα του ίδιου του συγγραφέα. Είναι ανάγκη να συντρίψει κανείς τα πάντα, ώστε τα δόγματα να καθαρθούν και οι κανόνος να αποκτήσουν ένα καινούργιο ρίγος.
Η ομάδα «Αίολος» μας ταξίδεψε με την υπέροχη μετάφραση του Πάνου Κυπαρίσση, πιστή στις λέξεις του Λόρκα, με τις γενναιόδωρες μουσικές του Σπύρου Παρασκευάκου, τους λεπταίσθητους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, με τα πανέμορφα κοστούμια του Νίκου Καρδώνη σε μια συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου. 
Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ξανά τη γοητεία που ασκούσε το αίμα στον Λόρκα. Ο ίδιος άλλωστε κουρασμένος καθόταν «στη σκιά και τη δροσιά εκείνου του αίματος». Χρειάζεται μόνο να πούμε ότι είδαμε μια όμορφη θεατρική δουλειά, μια δέσμη φλεβών με το σχήμα και το άρωμα ενός ρόδου, μια συγκινητική μάχη. Δουλειά με αίσθημα μικρογράφου. Ένα αγκάλιασμα με μια μεγάλη αγάπη ικανή να σκίσει εκείνο το όμορφο βελούδινο ανδρικό σακάκι. Το βελούδινο ανδρικό σακάκι που έψαχνες, Βασίλη, κι εγώ ξέχασα να σου απαντήσω πως δυστυχώς δεν το είχα!

Υπόθεση του έργου

Η Μάνα, πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια. Μια γειτόνισσα συζητάει με τη Μάνα και της αποκαλύπτει πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με τον Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Όταν γυρίζει σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν ένα μικρό κορίτσι καταφθάνει και τους λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη, ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι. Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, την πειράζει για τα δώρα του Γαμπρού, ενώ της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι' αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει τον Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία και η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει. 

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και τον Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει τον Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι. 
Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν το θάνατο των ζηλιάρηδων ανδρών. 
Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, ρομαντικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Ακούγονται βήματα: πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι. 
Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Η ζητιάνα εμφανίζεται και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δύο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την ανακηρύσσει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.

Αποσπάσματα

«Είμ’ ένας κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι, είμ’ ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά, και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής. Κανείς δε μου γλιτώνει εμένα!... Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει, ες στον ανταριασμένο αγέρα, που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα... Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλά μου κόκκινο αίμα, και τ’ άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ' τα πέλματα του αγέρα. Ίσκιο δε θα ’βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα! Θέλω μονάχα μια καρδιά να μπω, να ζεσταθώ λιγάκι! Δώστε μου, δώστε μου μια καρδιά! Ζεστή! Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου. Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!».

«Το φεγγάρι όλο κρύβεται, κι εκείνοι ζυγώνουν. Από δω πιο μακριά δεν θα παν. Το ποτάμι βουίζει με τα φύλλα μαζί, κι η βουή θα σκεπάσει το βαρύ σκούξιμό τους. Εδωνά θα γενεί, και σε λίγο. Εδωνά θα πεθάνουν. Αχ, απόστασα πια. Ας καρφώσουν τις κάσες. Στο κρεβάτι μπροστά το νυφιάτικο, καρτερούν τα σεντόνια τα κάτασπρα τα βαριά τα κορμιά με το λαιμό τον κομμένο. Ούτε ένα πουλί να ξυπνήσει, κι η αύρα να μαζέψει στον κόρφο της τις φωνές που θα βγάλουν, και να φύγει μ’ αυτές για τις μαύρες κορφές, ή στη λάσπη βαθιά την πηχτή να τις θάψει».

Η ομάδα

Η θεατρική ομάδα «Αίολος» δημιουργήθηκε το 2012, με σκοπό το ανέβασμα της παράστασης «Ο Μικρός Εγώ», βασισμένο στο μυθιστόρημα - αλυσίδα «Τα Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Ανδρέου. Η παράσταση αρχικά παίχτηκε σε ένα τούρκικο σπίτι στον Κεραμεικό και μετά για άλλες δύο σεζόν στο χώρο δράσης και τέχνης "Βρυσάκι". Συνεχίζοντας, με την ίδια ορμή και με νέους συνεργάτες, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Βασίλη Ανδρέου, επέλεξε να αναμετρηθεί με ένα κλασικό κείμενο της παγκόσμιας δραματουργίας. "Αφηγούμαστε μια ιστορία γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη την παραμυθία, την παρηγοριά, δηλώνουν οι καλλιτέχνες - συντελεστές της παράστασης. Πόσο γοητευτικό είναι ένα φεγγάρι να εισβάλλει σ’ ένα τόσο ρεαλιστικό έργο, να εξανθρωπίζεται και να γίνεται καθρέφτης όλων. Ήρωες ενός έργου, που ξυπνά τη ρίζα της κραυγής''

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρία Κυριάκη, Επί Σκηνής, 02/10/2014

Βασίλης Ανδρέου

μας ταξιδεύει στο «Ματωμένο γάμο»

«Τούτη η γη δεν είναι καλή, την κάνεις καλή όμως με τα χέρια…»

Συνέντευξη στη Μαρία Κυριάκη 

Ο Βασίλης Ανδρέου γνωστός για τις εξαίσιες ερμηνείες του αλλά και για το εκπαιδευτικό του έργο, σκηνοθετεί φέτος με την ομάδα του στο θέατρο του Νέου Κόσμου ένα από τα αγαπημένα έργα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα τον «Ματωμένο γάμο». Η ομάδα του, με το όνομα «Αίολος» δημιουργήθηκε πριν από μερικά χρόνια και έχει στο ενεργητικό της, την παράσταση ο «Μικρός Εγώ», βασισμένη στα «Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, που παίχτηκε για τρεις σεζόν. Μιλάμε με τον Βασίλη για τον συγγραφέα, το έργο και την πορεία του θιάσου στο σκοτεινό και μαγικό κόσμο του Ισπανού ποιητή και δραματουργού.


Το πολυανεβασμένο έργο του Λόρκα που διαχειρίζεται την αυτονομία της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της Ισπανικής επαρχίας των καιρών του (αγαπημένο θέμα του συγγραφέα) με ποιο τρόπο ανακλά στην εποχή μας και στον τόπο μας; 
«Τούτη η γη δεν είναι καλή, την κάνεις καλή όμως με τα χέρια…». ΟΙ ΗΡΩΕΣ  σαν άνθη όμορφα και δροσερά προσπαθούν να αναπνεύσουν σε μια τέτοια γη, όπως την περιγράφει ο πατέρας της νύφης .Ο τόπος μας  αυτή την εποχή είναι ασφυκτικά μόνος και άνυδρος , οι ζωές μας έχουν μοναξιά και πνιγμό. Οι νέοι άνθρωποι, αλλά και οι μεγαλύτεροι, παλεύουν για ένα χαμόγελο, για μια ελπίδα, έχοντας συνεχώς στο μυαλό τους την υποχρέωση. Ο Λόρκα μας μεταφέρει σ’ ένα χωριό μοναδικό, κλειστό, με τις ρίζες του βυθισμένες στο αίμα και στο χρέος στους προγόνους. Οι οικογένειες δεν συγχωρούν, ο εμφύλιος χαμογελά παγωμένα και μέσα σε όλο αυτό, η ζωή πρέπει να συνεχιστεί και να γίνει γάμος και γέννα.


Όντας ομοφυλόφιλος ο Λόρκα σε μια συντηρητική κοινωνία, είχε βιώσει στο πετσί του την καταπίεση των σωμάτων αλλά και των ψυχών. Με ποιο τρόπο μπορεί ο θεατής να διαγνώσει σ’ αυτό το έργο το τραύμα του συγγραφέα;
Νομίζω πως ο Λόρκα είναι κομμάτι, κομμάτι σε όλους τους ήρωες. Είναι το ανεκπλήρωτο του Λεονάρντο, είναι η εφηβική λαχτάρα της Νύφης, είναι η ορμή του Γαμπρού, είναι το πείσμα  και το πένθος της Μάνας, είναι η πληγή και ο αγώνας του Πατέρα με τη γη, είναι το στέγνωμα και το κάψιμο της Γυναίκας του Λεονάρντο, είναι η λαχτάρα για ζωή και έρωτα της Υπηρέτριας , είναι και το δάκρυ του Φεγγαριού. Μέσα στην παράσταση υπάρχει ακριβώς η ματιά αυτή του Λόρκα ως πράξη.  Η ομοφυλοφιλία του τον έκανε να μπορεί να διακρίνει και να εκτιμήσει όλα τα αυθεντικά αλλά καταπιεσμένα συναισθήματα, κάτι που και το φεγγάρι κάνει τα βράδια,  έτσι δεν είναι;

Ναι. Για πες μου τώρα τη γνώμη σου. Πως διανοείται και εκφράζει ο Λόρκα την γυναικεία ψυχοσύνθεση την οποία αναδεικνύει ιδιαίτερα σε όλα τα έργα του (ενώ συχνά ταυτίζεται με κάποια από τις ηρωίδες του);
Οι γυναίκες… Ω! τι πλούσιο έργο από γυναίκες. Πραγματικά η Μάνα, η Γυναίκα, η Νύφη και η Υπηρέτρια είναι τέσσερις διαφορετικές γυναίκες, που όλες έχουν θέμα και κάθε ρόλος είναι σοφό να έχει θέμα επί σκηνής, δηλαδή ανάγκη. Μέσα από την επαφή μου με αυτά τα θέματα, κατάλαβα πως ο Λόρκα καθρεφτίζεται σε όλες τις γυναίκες και στις επιθυμίες τους. Η Νύφη που κάνει τη μεγάλη επαναστατική πράξη είναι το κεφάλι και τα πόδια είναι η μάνα . Ένας Λόρκα βυθισμένος στη νεότητα και την ηδονή, αλλά και στο γήρας  και το πένθος.

                 
Πως λειτουργεί στο έργο και στην παράσταση το μεταφυσικό στοιχείο το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσης αλλά και της δημιουργίας του Λόρκα.
Η μεταφυσική τρίτη πράξη του έργου είναι για μένα μαγικά σκληρή και πάνω σε αυτό δούλεψα. Οι ηθοποιοί, οκτώ στο σύνολο, κάνουν τα πάντα στην παράσταση, άρα οι ίδιοι θα κάνουν και ο, τι υπάρχει στην τρίτη πράξη του δάσους. Βασικό μας υλικό το ξύλο. Είναι τόσο όμορφο αυτό που έκανε ο Λόρκα, που έβαλε τη φύση να είναι ήρωας. Οι ηθοποιοί γίνονται η φύση σ’ ένα έργο, που, ενώ είναι ρεαλιστικό, σε ξαφνιάζει γλυκά με το παραμύθι, αλλά ένα σκληρό παραμύθι.                                                                                                 

Η γη κι η σάρκα πως συνομιλούν στο έργο και με ποιο τρόπο ορίζουν την επαναστατικότητα του έρωτα;
Δεν υπάρχει φράση στο έργο που να μην ενώνει αυτά τα δυο. «Η γη κι εγώ το κλάμα μου κι εγώ», λέει η Μάνα. «Το φως καίγεται με το φως», λέει ο Λεονάρντο. «Τα δάκρια μου θα έρθουν από τις φτέρνες μου, από τις ρίζες μου», λέει η Μάνα. Η παράσταση από τις πρόβες της ταξιδέψε με άλογο, με κάρο, με τα πόδια , ο σκηνικός χώρος είναι η γη και τα σώματα των ηθοποιών. Όταν τα σπίτια απέχουν τόσο πολύ το ένα από το άλλο, όταν η εκκλησία είναι 20 χιλιόμετρα με το κάρο, όταν η γη και τα αμπέλια είναι τραχιά και οι άνθρωποι έχουν πεθάνει για τη γη, τότε και ο έρωτας τους έχει φόντο το όργωμα της γης και της ψυχής,  μ’ ένα τρόπο σκληρό και ορμητικό. Όλα να κρυφτούν στο χώμα, όλα να τα σκεπάσουν οι τοίχοι και ο έρωτας γίνεται συνομιλία με το φεγγάρι τη λάμπα της γης. Η επανάσταση μοιάζει να γίνεται για μια καινούρια γη και ένα χώμα πιο καρποφόρο. Λέει η Νύφη «η μάνα μου ήταν από ένα τόπο γεμάτο νερά, από πλούσια χώματα. Εδώ χτίκιασε και μαράθηκε». Μήπως ψάχνει για αυτή τη δροσερή άλλη γη; 

Τα αγαπημένα σύμβολα-στοιχεία και εμμονικές αναφορές του Λόρκα, το άλογο, το φεγγάρι, το στοιχειό, η φυγή, η μάνα, το μαχαίρι, η μάχη των αντρών, η σιωπή πίσω από τους τοίχους των σπιτιών, οι γειτόνισσες πως αναδεικνύονται στην σκηνοθεσία σου;

Το Φεγγάρι, η Ζητιάνα-θάνατος, το άλογο, το μαχαίρι, το νερό, η ρίζα, τα κοριτσάκια, τα κουβαράκια, το φως, οι γείτονες ήταν πρόκληση, μέχρι που έγιναν ένα μέσα στο θέμα της παράστασης, που είναι το αφηγηματικό πρίσμα από τους ηθοποιούς και όχι η μαγεία για τη μαγεία. Οι ηθοποιοί παίζουν μ’ αυτά, τα αφηγούνται με το σώμα και το λόγο και πολλές φόρες νομίζεις πως είναι όλοι αφηγητές της ιστορίας . Είναι συνέχεια φανερό πως κάθε στιγμή το Φεγγάρι θα πειράξει τα πάντα, και την παράσταση και την ιστορία. Αυτό ήταν ένα κλειδί.                     

Πως διαχειρίζεσαι τον σπαραγμό, τα πάθη και την λύτρωση των ηρώων;

Οι ηθοποιοί -νέοι άνθρωποι- έκλαψαν και γέλασαν πολύ στις πρόβες. Έσπασε νωρίς το κουκούλι του δράματος και μπήκε η ζωή, το γέλιο και το δάκρυ, το άσπρο και το μαύρο. Όλες οι τραγωδίες έχουν χιούμορ, γιατί παλεύουν να σώσουν τα πράγματα και αυτή η πάλη έχει κωμωδία μέσα της, δηλαδή ανατροπές και ανθρωπίλα. Οι ηθοποιοί κι εγώ συσχετίσαμε με τη ζωή και όχι με το δράμα, ως θεατρικό όρο.  Μνήμες, γεγονότα και παρατήρηση.                                                                  

Μίλησε μου για τους ηθοποιούς σου, την ομάδα σας και τον τρόπο που δουλεύετε στις πρόβες.

Η ομάδα «Αίολος» δημιουργήθηκε πρόσφατα και έχει στο ενεργητικό της, την παράσταση ο «Μικρός Εγώ», βασισμένη στα «Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, που παίχτηκε για τρεις σεζόν. Μετά από αυτή την παράσταση, προστεθήκαν στην ομάδα και άλλοι ηθοποιοί, που με κάποιο τρόπο όλοι τους υπήρξαν κοντά μου και σ’ αυτό που υπηρετώ και αποφάσισα να τους ταξιδέψω στον «Ματωμένο Γάμο», γιατί είδα τον πυρήνα του έργου, δηλ. την άγνωστη χώρα γι’ αυτούς. Δουλέψαμε εννιά μήνες, κάνοντας πολλές δουλειές ο καθένας, με παραγωγούς εμάς τους ιδίους και με όλα όσα αυτό σημαίνει. Ενωμένοι και πραγματικά δουλευταράδες, το παλέψαμε με ασκήσεις, αυτοσχεδιασμούς, δουλειά στο λόγο και στο σώμα και πάντα με μένα να παλεύω να βγάλω από αυτούς το καλύτερο. Ευλογημένες στιγμές, όμορφες, αθώες και έντιμες. Η δουλειά έγινε χωρίς ενοχές και φόβους για το κλασικό έργο και την πατίνα του χρόνου. Το στοίχημα ήταν και είναι η ιστορία μέσα από ένα τρόπο αφήγησης και ταπεινότητας και όχι από μια εκδοχή στο σήμερα ή στο τότε. Στο τώρα του θεάτρου, θα έλεγα, ήταν η προσοχή μας και στο ζωντανό παιχνίδι σε τόπο άχρονο και πρόσφορο. Οκτώ ηθοποιοί δημιουργούν όλο το χωριό, το γλέντι, το δάσος, το σκηνικό χώρο. Η ομαδικότητα είναι το χαρακτηριστικό τους και όχι με την έννοια  την κλειστή, αλλά του σεβασμού και του θαυμασμού. Οι ηλικίες τους ταίριαξαν, η βιογραφία έδωσε καρπούς και παλέψαμε για ένα θέατρο σχέσεων και όχι μεμονωμένων χαρακτήρων.                                 

Η μουσική (που στο έργο ενός συγγραφέα ο οποίος υπήρξε και μουσικός είναι ιδιαίτερα σημαντική), με ποιο τρόπο εμβολίζει ή σχολιάζει τις δράσεις στην παράστασή σας;
Ένας σπουδαίος μουσικός, ο Σπύρος Παρασκευάκος έγραψε τις μουσικές, πάντα παρακολουθώντας πρόβες και γνωρίζοντας τι κάνουμε. Τα τραγούδια είναι μέρος της αναπνοής των ηθοποιών και η ανάγκη τους να εκφράσουν κάτι ακόμα. Μουσική που έχει χαρακτήρα την ένταση, τη χαρά, τον έρωτα και που είναι απλή σαν τα τραγούδια που μας λέει η μάνα μας και η γιαγιά μας με σκέρτσο, συγκίνηση, παράδοση και ταχτάρισμα. Ζωντανά επί σκηνής με ακορντεόν, πιάνο και καχόν .Μια συνάντηση Ελλάδας και Ισπανίας, πολύ διακριτική.

Πως διαχειρίζεται τον ποιητικό αλλά και σπαρακτικό και βαθιά υλικό θεατρικό λόγο του Λόρκα η μετάφραση;

Η μετάφραση του αγαπημένου Πάνου Κυπαρίσση ήταν μεγάλο κλειδί για μας. Ένας λόγος σταθερός με ανατροπές, γεμάτος ποίηση υλική και χωμάτινη, με ένα ανοιχτό τοπίο Μεσογείου και όχι απαραίτητα Ελλάδας .Όμορφος λόγος, κατευθείαν από τα ισπανικά, απελευθέρωσε δυνάμεις και έδωσε ζωή και παλμό. Πιστεύω πως είναι βέλος που τρυπά.   

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μάνια Ζούση, artplay.gr, 26/10/2014

Γιώργος Μακρής: "Αχ, αυτό το φεγγάρι!"

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση

Ντυμένος με το λευκό κοστούμι του, όμορφος, μαγεμένος και αλαφροΐσκιωτος, όνειρο και αερικό, εντυπωσιάζει καθώς στροβιλίζεται διαρκώς στη σκηνή, ως δαίμονας ή άγγελος, νεκρός που ξαναζωντάνεψε, η στοιχειό της φύσης, μπορεί και φεγγάρι που έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη.


Ο ηθοποιός Γιώργος Μακρής, νεκρός ποιητής, φύλακας άγγελος των ηρώων του, διακριτικός παρατηρητής στις ζωές και τις πράξεις τους, σπαρακτικός, όταν γυμνός και ανυπεράσπιστος ουρλιάζει στη σκηνή μπροστά στους δολοφόνους του, στην παράσταση "Ματωμένος Γάμος" σε σκηνοθεσία Βασίλη Ανδρέου, μιλά στο artplay.gr.

- Το πέρασμά σου από την σκηνή, χωρίς να είναι ρόλος και χαρακτήρας, καταφέρνει να μένει στη μνήμη του θεατή για την φιγούρα, αλλά και το ερώτημα τι πραγματικά είσαι. Για μένα ήσουν σαφέστατα ο Λόρκα, για άλλους το φεγγάρι, για άλλους ο θάνατος ή οι σκοτωμένοι νεκροί. Τι από όλα αυτά είσαι;

«Τι να πω; Το κείμενο γράφει ότι είμαι το φεγγάρι, το έργο το έγραψε ο Λόρκα, ο κάθε ήρωας, που δρα μαζί μου, έχει θρηνήσει ανθρώπους και έχει δημιουργήσει καινούριους. Μήπως είμαι ο νεκρός γιος της μάνας; Ο νεκρός πατέρας του γαμπρού; Το αγέννητο παιδί της γυναικάς του Λεονάρντο; Το άλογο του Λεονάρντο; Η αγνότητα της νύφης; Η γη του πατερά της; Το όνειρο της δούλας; Και ας υποθέσουμε ότι για αυτούς είμαι όλα αυτά! Για μένα τι είμαι;

Είμαι ένας καλλιτέχνης-συγγραφέας; Είμαι ένας εγωιστής θεός της ελληνικής μυθολογίας που σκορπά φόβο και εκδίκηση ή ένα μωρό που τρέχει να βρει μια αγκαλιά να ζεσταθεί; Όταν κοιτώ τον ουρανό, τα βράδια, βρίσκω απάντηση για όλα αυτά. Αλλά, όταν κατεβάζω το βλέμμα μου μπερδεύομαι, γαμώτο».

- Τι σε απασχόλησε ή τι σε φόβισε στην μελέτη και την προσέγγιση αυτού του μη ρόλου, που είναι και δεν είναι, μοιάζει με όνειρο και με φαντασία. Τι στοιχεία χρησιμοποίησες για να το ζωντανέψεις στην σκηνή;

«Αυτό που με βασάνισε εννέα μήνες είναι γιατί αυτός; Γιατί αυτός εκεί; Γιατί αυτός εκεί σήμερα; Στις πρόβες δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξεις, ένιωθα συνεχώς ένα βαρύ πράγμα στο σβέρκο μου. Πίστευα ότι δεν μπορούσα να επηρεάσω ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό. Πως θα μπορούσα να επηρεάσω τους υπόλοιπους; Και να! Εκεί βρισκόταν το μυστικό! Είναι αυτό που με εξανθρώπισε, που με έκανε ίσο με τους άλλους. Ήμουν και εγώ θνητός. Ήταν πια οκτώ οι ταύροι στην αρένα».

- Μπορείς να μας διηγηθείς μια αγαπημένη σου σκηνή από το έργο, αλλά και μια σκηνή από πρόβα που εμείς ως θεατές δεν γνωρίζουμε;

«Η αγαπημένη μου σκηνή είναι η πρώτη! Γιατί κάθομαι μαζί με το κοινό και την παρακολουθούμε παρεούλα! Και πάντα ξαφνιάζομαι, χαμογελώ και κλαίω μαζί τους. Όσον αφορά μια σκηνή από πρόβα διαλέγω τη σκηνή που κόσμος είναι στο θέατρο, και εμείς οι εννέα(μαζί με τον μουσικό μας) χωμένοι σε ένα στενό δωμάτιο, να αναπνέουμε όλοι μαζί και να χαμογελάμε νευρικά λες και κρατάμε βαθιά, μέσα μας, ένα μυστικό που θέλουμε πως και πώς να το φωνάξουμε. Και μετά σκοτάδι. Ένα λευκό δωμάτιο. Μια μάνα. Ένας γαμπρός. Ένα μαχαίρι. Και η ζωή συνεχίζεται…….Aχ αυτό το φεγγάρι!»

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP