ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 10€

ΣΤΑΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ 2016
ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

ΣΤΑΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ 2016

"Σταματία, το γένος Αργυροπούλου" του Κώστα Σωτηρίου
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζει η Ελένη Ουζουνίδου

Μετά την μεγάλη επιτυχία στο θέατρο επί 2 χρόνια, η παράσταση "Σταματία, το γένος Αργυροπουλου" κλείνει τη θριαμβευτική πορεία της σε επιλεγμένα φεστιβάλ και θέατρα στην Αθήνα και την περιφέρεια. Ένα ρεσιτάλ ερμηνείας της Ελένης Ουζουνίδου, που βραβεύτηκε, όπως και η παράσταση, στα θεατρικά βραβεία του περιοδικού ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ 2015. 

 

Σταματία, το γένος Αργυροπούλου. Γεννημένη στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ’30, κόρη ανώτερου δημοσίου υπαλλήλου, διαπαιδαγωγημένη με τα χρηστά ήθη της εποχής και αρραβωνιασμένη με λοχαγό του Εθνικού Στρατού. Ζει στην αυλή του σπιτιού της, αδυνατώντας να παρακολουθήσει τη ζωή που προχωράει δίπλα της...

 

Επιμένει πεισματικά να βλέπει τα πάντα μέσα από τα δικά της παραμορφωτικά γυαλιά, καταλήγοντας άλλοτε τραγική κι άλλοτε κωμική φιγούρα, μέσα στα γεγονότα που διαδραματίζονται δίπλα της και αφορούν άμεσα τόσο την ίδια, όσο και τους δικούς της ανθρώπους. 
Προσκολλημένη σε αυτό που η ίδια θεωρεί εθνικά, ηθικά και θρησκευτικά σωστό, καταλήγει να έρθει σε ρήξη με το περιβάλλον της και να κάνει την αναδρομή της ζωής της, απομένοντας μόνη.


Συντελεστές

Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική επιμέλεια Νέστορας Κοψιδάς
Σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης

Φωτογραφίες Νίκος Καρανικόλας (Locotoro Design & Photography)


Παίζει η ηθοποιός

Ελένη Ουζουνίδου


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα, από 11.10.2014 μέχρι 11.1.2015

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή, από 17.1.2015 μέχρι 5.4.2015

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή, από 7.10.2015 μέχρι 29.5.2016

 

Λάρισα, Θέατρο του Μύλου, 9-10 & 16-17 Μαρτίου 2015

Πάτρα, Θέατρο Λιθογραφείον, 6-7 Απριλίου 2015

Κομοτηνή, Δημοτικό Θέατρο, 20-21 & 27-28 Απριλίου 2015

Κοζάνη, "Μέρες Θεάτρου", Αίθουσα Τέχνης 4-5 Μαΐου 2015

Θεσσαλονίκη, Θέατρο ΑΝΕΤΟΝ, από 22.4.2015 μέχρι 17.5.2015 

Κομοτηνή, Δημοτικό Θέατρο, 19-20 Οκτωβρίου 2015

Πάτρα, Θέατρο Λιθογραφείο, 26-27 Οκτωβρίου  2015

Λάρισα, Θέατρο του Μύλου, 2-3 Νοεμβρίου 2015

Καβάλα, Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου, 9-10 Νοεμβρίου 2015

Θεσσαλονίκη, Θέατρο Αθήναιον, 23-24 Νοεμβρίου, 30 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου, 7-8 Δεκεμβρίου & 14-15 Δεκεμβρίου 2015

Σάμος, Βαθύ, Όψεις Πολιτισμού, 18-19 Ιανουαρίου 2016

Βέροια, Χώρος Τεχνών, 25-26 Ιανουαρίου 2016 

Ιωάννινα, Θέατρο "Καμπέρειο", 1-2 Φεβρουαρίου 2016

Μυτιλήνη, Δημοτικό Θέατρο, 8-9 Φεβρουαρίου 2016

Κως, Θέατρο + Πολυχώρος Σφαγείο - "Θεατρικοί βηματισμοί στο νησί του Ιπποκράτη", 14-15 Μαρτίου 2016

Ρέθυμνο, Κέντρο Λαϊκής Τέχνης  - Φεστιβάλ Αντίβαρο, 12 Απριλίου 2016 

Καλαμάτα, ΔΗΠΕΘΕΚ - Φεστιβάλ "Θεατρικοί Βηματισμοί", 30-31 Μαΐου 2016

 

 

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ματίνα Καλτάκη, LIFO, 16/10/2014

Ένας μονόλογος που αξίζει

Η Ελένη Ουζουνίδου σε έναν συγκλονιστικό μονόλογο που διατρέχει την ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Εχω ένα «θέμα» με τους μονολόγους. Σε μια τόσο πληθωρική θεατρική αγορά όσο η αθηναϊκή, μια στήλη θεατρικής κριτικής (που εξ ανάγκης καλύπτει έναν σχετικά μικρό αριθμό από το σύνολο των εκατοντάδων έργων που παρουσιάζονται) οφείλει να δίνει προτεραιότητα σε παραστάσεις μεγαλύτερου εύρους, θιάσων και όχι ενός ερμηνευτή. Όχι μόνο για λόγους «οικονομικής» τάξης. Η συνεργασία πολλών ηθοποιών στη σκηνική πράξη αυξάνει κάθετα τη δυσκολία του εγχειρήματος, γιατί προϋποθέτει και απαιτεί τη συνάντηση (διανοητική, συναισθηματική και τελικά ερμηνευτική) καθενός με τους υπολοίπους. Δεν αμφισβητώ ότι έχουν και οι μονόλογοι τη δυσκολία τους: ο ηθοποιός βγαίνει μόνος κι απροστάτευτος στη σκηνή, με όλα τα βλέμματα διαρκώς στραμμένα πάνω του, χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα ούτε να στηριχθεί στην παρουσία και τη συμμετοχή άλλων ηθοποιών. Γι' αυτό και άλλοτε ο μονόλογος ήταν επιλογή κατεξοχήν κορυφαίων ηθοποιών, μια πρόκληση, κάτι σαν ερμηνευτικός άθλος, επιστέγασμα μιας σπάνιας υποκριτικής στόφας, ικανής να μαγεύει το κοινό. Σήμερα, οι μονόλογοι σε μεγάλο βαθμό επιλέγονται στο πλαίσιο της ανάγκης για παραστάσεις του πλέον χαμηλού κόστους παραγωγής. Η λογική αυτή έχει ένα τίμημα γιατί δεν υπολογίζει αρκούντως τους δύο αναγκαίους όρους: είναι πράγματι το κείμενο σημαντικό ώστε να αξίζει να παρουσιαστεί (όπως δεν είναι, για ν' αναφέρω πρόχειρα, η Kassandra του Σέρτζιο Μπλάνκο, που ερμήνευσε πρόσφατα η Δέσποινα Σαραφείδου, ή ο Βυθός του Γιον Άτλι Γιόνασσον που ερμηνεύει ο Θανάσης Δόβρης στο 104); Και έχει ο ηθοποιός που αναλαμβάνει τον μονόλογο τη δύναμη, με την προσωπικότητα και την ερμηνεία του, να παρασύρει τους θεατές στον επί σκηνής κόσμο του;

Και τους δύο όρους καλύπτει η περίπτωση της Σταματίας, το γένος Αργυροπούλου, που παρουσιάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο μονόλογος του Κώστα Σωτηρίου (συγγραφέα μυθιστορημάτων κατά κύριο λόγο) έχει μεγάλο ενδιαφέρον, πρώτα για τον αριστοτεχνικό τρόπο που μέσω μιας προσωπικής αφήγησης διατρέχει την ιστορία του τόπου τα τελευταία 60 χρόνια. Το χρονικό σημείο έναρξης μόνο τυχαίο δεν είναι: 1950, ο Εμφύλιος έχει μόλις τελειώσει. Η ηρωίδα του είναι 17 χρονών, κόρη ανώτερου υπαλλήλου υπουργείου, φανατικού αντικομμουνιστή, που δεν πείνασε στην Κατοχή γιατί είχε τις σωστές άκρες (και παρ' ολίγον «να ανταλλάξει κάτι σακιά αλεύρι με ένα μαγαζί στην Αιόλου»). Στη μία και μισή ώρα της εξιστόρησης των γεγονότων που σημάδεψαν την ενήλικη ζωής της θα φωταγωγηθούν έντεχνα οι μικρές και μεγαλύτερες αντιθέσεις της βαθιά διχασμένης, μεταπολεμικής Ελλάδας μέσα από τα μάτια μιας απλής γυναίκας με πρωτόγονη πολιτική σκέψη, που δεν αμφισβήτησε ποτέ τις βαθιά συντηρητικές ιδέες και τις αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε.

Η Σταματία ηττήθηκε κι ας ήταν, λόγω οικογενειακής παράδοσης, με τη μεριά των νικητών. Η ήττα της είναι αντι-ηρωική γιατί δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να επιλέξει ούτε διακινδύνευσε για κάτι. Δεν έχασε αγωνιζόμενη για κάτι ανώτερο, όπως είναι, ας πούμε, η επιθυμία να αλλάξεις τον κόσμο στο όνομα της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, αλλά καθηλωμένη στον ασήμαντο, γερασμένο κόσμο της – με «στήριγμα» ένα σύνολο οπισθοδρομικών ιδεών σε μια κοινωνία και σε μια εποχή που άλλαζε γρήγορα και ριζικά. Αφοσιώθηκε, λ.χ., στη μνήμη του πρόωρα χαμένου αρραβωνιαστικού της κι έμεινε παρθένα για πάντα. Όμως η φύση, το σώμα, τιμωρεί όταν το αρνείσαι.

Το ενδιαφέρον με τον μονόλογο του Σωτηρίου έχει να κάνει με το εξής φαινόμενο: ενώ οι κομμουνιστές, εν γένει οι αριστεροί, ηττήθηκαν από το κράτος της Δεξιάς, στη Μεταπολίτευση (όταν πια τελείωσε μια μακρά περίοδος απαγορεύσεων και καταπίεσης, μεταξύ άλλων της ελεύθερης διατύπωσης της άποψης και της καλλιτεχνικής έκφρασης) κυριάρχησε, δικαιολογημένα, η αριστερή οπτική στην ιστοριογραφία, στη λογοτεχνία και σε μεγάλο βαθμό στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή είναι η πανουργία της Ιστορίας: στην ευρύτερη προοπτική του χρόνου, οι άλλοτε ηττημένοι θα έχουν επικρατήσει απόλυτα των «νικητών».

Το δεύτερο μεγάλο προτέρημα της Σταματίας αφορά τη γλώσσα της. Η ευπρεπής δημοτική μιας κόρης σοβαρής, συντηρητικής οικογένειας, διανθισμένη με αρκετούς τύπους της καθαρεύουσας, απηχεί τον πολιτικό διχασμό, με τον τρόπο που η συνθήκη διγλωσσίας στην Ελλάδα αντανακλούσε ιδεολογικές και ταξικές πολώσεις για περισσότερο από έναν αιώνα. Ο λόγος της ηρωίδας γίνεται φορέας της εν εξελίξει σύγκρουσης, γι' αυτό και είναι εξαιρετικά θεατρικός. Δείτε, για παράδειγμα, πώς περιγράφει το θάνατο του πατέρα της: «Βλέπεις, ο μπαμπάς είχε βγει στη σύνταξη και ως εκ τούτου διέθετε άφθονο χρόνο για να γίνεται, με αφορμή την απώλειαν του Μπάμπη, τύφλα καθημερινώς. Έτσι επήγε. Τον Δεκέμβριον του '56. Ήταν από το μεσημέρι στου Γκιόγκεζα την ταβέρνα, ένα χαμαιτυπείο που ουδόλως άρμοζε σε τμηματάρχην του υπουργείου Εμπορίου και εν συνεχεία συναντήθηκε με κάτι αποστράτους που διαρκώς του υπεδαύλιζαν την ιδέα περί συνωμοσίας των κομμουνιστών στην απώλεια του Μπάμπη. Στο καφενείο επήγαν κι άρχισαν τα ούζα, ώσπου ο μπαμπάς έχασε τις αισθήσεις του κι έπεσεν καταγής. Αυτό ήταν. Ώσπου να φέρουν γιατρό, πάει, έφυγε. Έμφραγμα και θάνατος ακαριαίος». Η Σταματία είναι πολύ σοβαρή και επειδή το εύρος της σκέψης (άρα και της ζωής) της είναι τόσο περιορισμένο, ο τρόπος που μιλάει είναι εν τέλει κωμικός στις αντιφάσεις του.

Τη ηρωίδα υποδύεται θαυμάσια η Ελένη Ουζουνίδου, μια ηθοποιός με ταλέντο φυσικό, που αναδύεται όπως το νερό από τη γη. Ακόμη κι αν κόπιασε, μαζί με τον σκηνοθέτη της, τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, για να οικειοποιηθεί την ψυχοσύνθεση και τον λόγο της Σταματίας, αυτό δεν φαίνεται. Η ερμηνεία της είναι χυμώδης, γεμάτη αισθήματα, ικανή να δημιουργεί στο μυαλό του θεατή εικόνες, έξυπνη και με χιούμορ. Παίζει με την υστερία της γυναίκας, με τα ερωτικά της απωθημένα, σαν να ήταν το κοινό ο αρραβωνιαστικός που δεν θα γίνει ποτέ σύζυγος.

Το Δώμα του Νέου Κόσμου, στρωμένο με σεμέν (άλλοτε βασικό διακοσμητικό όλων των ελληνικών σπιτιών) από τη σκηνογράφο Μαγδαληνή Αυγερινού, ευνοεί τον εξομολογητικό τόνο και ενισχύει το περιεχόμενο της αφήγησης γιατί λειτουργεί αναλογικά με τη μικρή ζωή της ηρωίδας, με τις απολύτως περιορισμένες εμπειρίες της, με τα τσιμεντένια στεγανά του μυαλού της. Πρόκειται, βλέπετε, για γυναίκα εσωτερικών χώρων, έγκλειστη πρώτα στο πατρικό της, μετά στο σπίτι της αδελφή της, για λίγο στο σπίτι της φίλης της και, τελικά, στο δωμάτιο του γηροκομείου όπου επιθυμεί να αποσυρθεί. Το ευάερον κι ευήλιον της ζωής δεν θέλησε να το γνωρίσει. Ούτε προς τα Αριστερά, ούτε καν προς τα Δεξιά.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νίκος Ξένιος, BOOK PRESS, 22/10/2015

Ντυμένη την παρθενία και μόνη 

 

Η Σταματία, το γένος Αργυροπούλου συνεχίζει την πορεία της, αυτήν μιας παράστασης που άφησε εποχή στη θεατρική σκηνή της Αθήνας και γι’ αυτό αξίζει πολλές μνείες ακόμη. Ο πολύπαθος βίος της, που η ηρωίδα αντιλαμβάνεται ως «μάρτυς μιας αμαρτωλής ζωής», εξαρχής θέτει τα όρια ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο, υψώνει ερμητικό τείχος και προϊδεάζει για μιαν απόλυτα αλλοτριωμένη προσωπικότητα.

Η προσκόλληση της ηρωίδας στο ένδοξο παρελθόν (το δικό της και της Ελλάδας) είναι μια θλιβερή διαπίστωση, ανάλογη με εκείνη που κάνει ο Μάκης Τσίτας στο Μάρτυς μου ο Θεός. Ο Κώστας Σωτηρίου προτείνει μια νουβέλα για μια γυναικεία persona που καταγράφει τη «γυναίκα της διπλανής πόρτας», αυτήν που δέχεται να την περάσουν το δρόμο οι χρυσαυγίτες, χωρίς να πάρει χαμπάρι την ταυτότητά τους, τις πεποιθήσεις τους, το ποιόν τους: «Με καρδιά τρεμάμενη επήγα ως την τράπεζα, σημεία και τέρατα γίνονται στις μέρες μας με τους αλλοδαπούς…Ας είναι όμως, ο θεός προνόησε και έστειλε στο πλάι μου τρία ατρόμητα παλικάρια. Του σώματος προσκόπων, υποθέτω. Για τον φόβο των Ιουδαίων, με συνόδευσαν από την τράπεζα ως πίσω. Παρότι είχαν πένθος, όπως συνεπέρανα από την αμφίεσίν τους. Μαύρα φορούσαν, τα καημένα… Μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια!». 

Ο Κώστας Σωτηρίου γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα και σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός. Με τον Νίκο Θεοτοκά έχει γράψει τα εξής έργα: «Οι Αχινοί» (1996) και «Ο Νάμπυκας» (1997). Ακολούθησαν τα διηγήματα «Κοντραπόστο» (1998) και «Ο παναμάς» (1999) και τα μυθιστορήματα «Σκύλος χωρίς όνομα» (2001) και «Αναπάντητη κλήση» (2008).

Το ένδοξο παρελθόν και τα σημαιάκια

Στις μαύρες σελίδες της οικογενειακής της ιστορίας αυτή η αντιπροσωπευτική γεροντοκόρη καταγράφει τον γάμο της αδελφής της με κάποιον αριστερό και τα δεινά που, κατά τη γνώμη της, κυοφορήθηκαν στο σπίτι τους. Το «δέον γενέσθαι», σε επίπεδο εθνικών, ιστορικών, πολιτικών, αισθητικών, αλλά κυρίως ηθικών επιλογών, επικρατεί της πραγματικότητας στην πεπλανημένη συνείδηση της Σταματίας. Με αυτό το δεδομένο, το χιούμορ και ο σαρκασμός που αναδίδει το κείμενο του Κώστα Σωτηρίου επισκιάζεται από την τραγικότητα της φιγούρας της ηρωίδας, που κατ’ ουσίαν δεν βρίσκει στον γύρω κόσμο αντίκρισμα αλήθειας και βαθμηδόν υψώνει τείχη για να αποκλειστεί απ’ αυτόν. Υπό μιαν έννοια, η τραγικότητα της Σταματίας είναι επιλογή, ωστόσο δεν ευθύνεται η ίδια για τη στενότητα της αντίληψής της.

Έτσι κι αλλιώς διακατέχεται από μια φαντασίωση «αστικής» ταυτότητας και καταγωγής. Το «γένος» της δεν είναι παρά το μέσο μικροαστικό γένος της βίαια αστικοποιημένης μετεμφυλιακής Ελλάδας, κι αυτό είναι κατάδηλο στο επίμεικτο ιδίωμα που χρησιμοποιεί, μια μορφή, ούτως ειπείν, απλουστευμένης καθαρεύουσας, σαν κι εκείνη που μας μάθαιναν στο Δημοτικό σχολείο επί δικτατορίας. Η απλή καθαρεύουσα, ανακατεμένη με τη δημοτική, ήταν τότε συνηθέστατη στο στόμα ημιμαθών ανθρώπων που θεωρούσαν πως υπερέχουν κοινωνικά: κλασικό το παράδειγμα της Μαντάμ Σουσούς, αλλά και οι θεατρικές παρωδίες αυτού του τύπου ανθρώπων: «…Υπήρχε,  βλέπεις,  και το πρόβλημα της γλώσσης. Η Ζωίτσα, όπως όλοι οι λαϊκοί άνθρωποι, ομιλούσε και καταλάβαινε μίαν γλώσσα διαφορετική από εκείνη των βιβλίων που εγώ προσπαθούσα να της μεταδώσω».

Ο φαλλικός Μπάμπης που μας άφησε χρόνους

Η Σταματία δεν έχει προλάβει να γνωρίσει το σεξ, ει μη μόνον έχει καταγράψει τη γνωριμία με τον επίδοξο σύζυγό της ως πληρότητα ερωτική: η εκπληκτική Ελένη Ουζουνίδου εναρμονίζει την ιδεώδη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με τις προσδοκίες ενός κοινού για ένα νεοελληνικό έργο που θα αφορά τις αναζητήσεις του. Ο πρόωρος θάνατος του επίδοξου συζύγου της Χαράλαμπου τής αφήνει μόνο το ερωτικό όνομα «Μπάμπης» ως ανάμνηση, και πάνω σ’ αυτό οικοδομεί το ναρκοθετημένο οικοδόμημα της ταυτότητας και της προσωπικής της ιστορίας. Ο πατέρας της Σταματίας, ως είναι αναμενόμενο, αποδίδει το ατύχημα του Χαράλαμπου σε διαβολική συνεργία «κομμουνιστοσυμμοριτών», δίνοντας το πρώτο στίγμα αποκόλλησης από την πραγματικότητα και μπαίνοντας στη δίνη του αλκοολισμού.

Οι καταβολές της καθιστούν τη Σταματία μια διαψευσμένη αστή, μια ματαιωμένη σύζυγο, μιαν ακυρωμένη μητέρα. Φέρει ενστιγματικά τα γνωρίσματα της ακροδεξιάς που σε μόνιμη βάση δικαιολογεί το γένος της (:επί κατοχής ο πατέρας παρ’ ολίγον να «ανταλλάξει κάτι σακιά αλεύρι με ένα μαγαζί στην Αιόλου», δηλώνει αφελώς, αγνοώντας τις διαστάσεις αυτής της παραδοχής). Η εθελοτυφλία της εξεικονίζει την «ελαφρά» συνείδηση του ηθικά γηρασμένου Νεοέλληνα, οι πολιτικοκοινωνικές επιλογές του οποίου εστιάζουν ιδιαίτερα στην κατοχή ενός αξιοπρεπούς εισοδήματος και μιας καλής ασφάλισης και σύνταξης. Αυτή η κοινότοπη αντίληψη στο έργο του Σωτηρίου μετεπενδύεται τον γοητευτικό μανδύα της ηθικής αξίωσης και του ψευδεπίγραφου ιδεώδους. 

Αφημένη στη μοίρα της, καταδικασμένη στον ρόλο της «φιλοξενούμενης» -αλλά κατά βάθος ανεπιθύμητης- θείας, η Σταματία προσκολλάται στον ανιψιό της και απογοητεύεται από αυτόν. Διακρίνει ιδιοτέλεια στις ενέργειες των άλλων και κατακρίνει με μεγάλη ευκολία τις επιλογές της αδερφής της και της φίλης της: «Μόνο στους χορούς και στα ψου ψου με τα αγόρια είχαν τον νου τους!». Θεούσα η ίδια και αφημένη στα χέρια του πνευματικού της, παρατηρεί τον κόσμο μέσα από το spectrum του κριτού, οδηγούμενη σε μια φαρμακερή διαπίστωση για κάθε ανθρώπινη αντίδραση. Στον μικρόκοσμό της ο Ελληνικός Στρατός και οι ένστολοι γι’ αυτήν είναι οι μόνοι αγνοί και καλοπροαίρετοι: «…δεν παραδέχομαι ότι ένστολος Έλλην είναι δυνατόν να προβεί εις βιαιότητας εναντίον ομοεθνών του. Ό,τι να μου ειπούν, αυτό εγώ δεν το παραδέχομαι!». Με την ίδια ανεδαφική προσέγγιση αντιλαμβάνεται και το savoir vivre και το κοινωνικό προσωπείο, που στο αξιακό της σύστημα κατέχουν εξέχουσα θέση, ενώ κυριαρχεί μια μορφή «δέσμευσης» προς τις πατρικές επιταγές, υποδηλωτική της χαμηλής της αυτοεκτίμησης. Είναι μια Blanche Du Bois της σύγχρονης Αθήνας, στη μεθόριο της τρέλας, που με απόλυτα λυρικό τρόπο κλείνεται ερμητικά στις μνήμες της και τη μοναξιά της. Καρπός του γάμου ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εμπορίου, από αυτούς τους δωσίλογους που επιβιώνουν σε όλες τις κυβερνήσεις (ΚΑΙ στη χούντα), γαλουχημένη με τον «φόβο εξ Ανατολών» και ταλαιπωρημένη από την οικογενειακή ιδεοληψία και τον απόλυτο συντηρητισμό, θύμα η ίδια αλλά και θύτης. Στην ουσία, η Σταματία δεν είναι μια γυναίκα, αλλά μια φορεσιά.

Αγνή και αδαής για πάντα

Η -κατά το δέμας χυμώδης- Σταματία της Ουζουνίδου είναι τραγική, είναι κωμική, είναι grotesque, είναι πολύ υστερική, είναι ερωτική και ταυτόχρονα είναι στερημένη και ανέραστη, είναι διεισδυτική και καχύποπτη, είναι κουτσομπόλα και αδιάφορη, είναι απόλυτα ουτοπίστρια και απόλυτα, μα απόλυτα συντηρητική. Η απουσία της libido υποδηλώνεται με τη χρήση του κάτω μέρους του σώματός της, που το κινεί, το ξύνει και το προτείνει προς το κοινό αισθησιακά και εμφαντικά, σε ένα είδος «στεατοπυγικής» ερμηνείας. Κάθε άλλο παρά διάρρηξη παρθενικού υμένα δηλώνει αυτό. Αντίθετα, παραπέμπει ευθέως σε τρόμο του πέους, σε ξηρότητα, στειρότητα, ανελαστικότητα, μόνωπα αντίληψη των πραγμάτων.

Η Σταματία, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι «συνισταμένη πολλών γυναικών που πλαισίωσαν την παιδική μας ηλικία, σφραγίζοντάς την με ένα τρόπο μοναδικό, τέτοιο που θα έπρεπε να περάσουν τα χρόνια ώστε να μπορούμε να τον κατανοήσουμε και να πάρουμε τις αναγκαίες αποστάσεις». Ο ψίθυρός της, στην αρχή του έργου, είναι ο ψίθυρος εκείνης της γυναίκας που εξυφαίνει το σεμεδάκι με τις ώρες, αποδεχόμενη τον εγκλεισμό στη μοίρα που άλλοι έχουν διαγράψει για λογαριασμό της. Στην υποδειγματική σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου η Σταματία, εκτός από ψυχοπαθής και ακροδεξιά, είναι και συμπαθής, και κυρίως οικεία. Ιλαροτραγικά αγνή -στις παρυφές της σύγχισης και του σκοταδισμού- η πρωταγωνίστρια του Θεοδωρόπουλου «κλείνει το μάτι» στον θεατή, ανιχνεύοντας στα καθίσματα των θεατών την αδελφή ψυχή: έτσι, τρόπον τινά, ενοχοποιείται ο θεατής και αναγκάζεται ν’ αναζητήσει μέσα του τις καταβολές μιας φασίζουσας ιδιοσυγκρασίας. Αυτό είναι και το στοίχημα της μονοπρόσωπης παράστασης, που στην προκειμένη περίπτωση αφαιρεί τις επικές μεγαλοστομίες από το έργο, προικίζοντάς το, ταυτόχρονα, με μιαν αριστοφανική ελαφρότητα, υπογραμμισμένη από την έξυπνη σκηνογραφική επιλογή της Μαγδαληνής Αυγερινού: στο τέλος αυτή η μεγαλοκοπέλα που όλοι μας γνωρίσαμε κάποτε «υποδύεται» κυριολεκτικά τον κακόγουστο σκηνικό διάκοσμο του μέσου νεοελληνικού σπιτιού της δεκαετίας του ‘60, φορώντας τον ως ολόσωμο ράσο εξαγνισμού.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μάνια Ζούση, artplay.gr, 18/10/2014

Η Λένα που "κεντάει" 

Έναν χειμαρρώδη μονόλογο που διατρέχει όλη την μεταπολεμική Ελλάδα μέσα από την προσωπική και οικογενειακή ιστορία της Σταματίας Αργυροπούλου, «κεντάει» με μαεστρία η Λένα Ουζουνίδου. 

Έναν χειμαρρώδη μονόλογο που διατρέχει όλη την μεταπολεμική Ελλάδα μέσα από την προσωπική και οικογενειακή ιστορία της Σταματίας Αργυροπούλου, «κεντάει» με μαεστρία η Λένα Ουζουνίδου. Σε μια παράσταση που δοξάζει και αποθεώνει το σεμέν και το εργόχειρο με το οποίο η Ουζουνίδου ενδύεται ευφυώς, σηματοδοτώντας την άνοδο και την πτώση μιας μοναχικής ζωής που από τα νοικοκυρεμένα οικογενειακά σαλόνια με τα εργόχειρα της νιότης, καταλήγει στους οίκους ευγηρίας των σεμέν.

Η φρόνιμη αλλά ατυχήσασα κόρη του ανώτατου δημοσίου υπαλλήλου, της οποίας ο αρραβωνιαστικός σκοτώνεται από νάρκη, με αποτέλεσμα «να φτάσει στη βρύση και νερό να μην πιει», ακούγοντας  τις  μπηχτές της φίλης της Ζωίτσας να τις λέει «δεν ξέρεις τι πάει να πει νερό Σταματία μου…»! Έτσι η Σταματία που ξεμένει γηροκομώντας τους γονείς, και στη συνέχεια μεγαλώνει τα παιδιά της αδελφής της , του μαύρου πρόβατου της οικογένειας που παντρεύτηκε τον Βαγγέλη «κατσαπλιά», εξιστορεί σε έναν τραγελαφικό μονόλογο τις προσωπικές περιπέτειες που αντανακλούν παράλληλα και τον ταραχώδη βίο της χώρας. «Δόξα τω θεώ, στην κατοχή, στο σπίτι μας πείνα δεν γνωρίσαμε. Ο μπαμπάς και λόγω της θέσεώς του στο υπουργείο, αλλά κυρίως λόγω των γνωριμιών, τα κατάφερνε…»!

Η Ουζουνίδου στον μονόλογο του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία το γένος Αργυροπούλου» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και σκηνικά Μαγδαληνής Αυγερινού, ενσωματώνει τον οικείο τρόπο της διήγησης έτσι όπως τον άκουσε και τον έζησε η ίδια αλλά και ο καθένας μας στο στενό οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον. Βλέποντάς την είναι σαν να ακούς και να βλέπεις την θεία, την γειτόνισσα και την ξαδέλφη να λένε ακριβώς τα ίδια ή παρόμοια. Η ηθοποιός φανερώνει την γερή υποκριτική της αρματωσιά αλλά και την κωμική της στόφα καθώς διηγείται και εξιστορεί όχι μόνο με τις λέξεις, αλλά και με τις παύσεις, τις ματιές, τις κινήσεις με νόημα που προκαλούν το γέλιο και την συγκίνηση. Παίζει μέσα από τους τονισμούς  και τις αυξομειώσεις στην ένταση της φωνής. Παίζει μέσα από όλο της το σώμα, όταν τα χέρια της «στρώνουν» το φόρεμα που έχει μαζευτεί γύρω από τους γοφούς γιατί  δεν πρέπει να φανούν τα απόκρυφα και όσα δεν έχει δείξει ποτέ στη ζωή της… παίζει ακόμα και όταν γυρίζει επιδεικτικά και με νόημα κάποιες φορές την πλάτη της στο κοινό.

Την παράσταση διαπερνάει πέρα από την ιστορία του πολιτικού διχασμού και τις Ελλάδες των ιδεολογικών και άλλων στρατοπέδων, το βάσανο της γλώσσας και του μεγάλου γλωσσικού ζητήματος … «Η Ζωίτσα όπως όλοι οι λαϊκοί άνθρωποι ομιλούσε και καταλάβαινε μια γλώσσα τελείως διαφορετική από αυτή των βιβλίων που προσπαθούσα να της μεταδώσω…δεν θέλω την μαλλιαρή μέσα στο σπίτι μου έλεγε ο μπαμπάς. Δεν αρμόζει σε οικογένεια δημοσίου υπαλλήλου».

Δεν μπορείς παρά την αγαπήσεις την Σταματία της Λένας Ουζουνίδου, που μπορεί να αποκαλούσε την χούντα «επανάστασις» αλλά  που «αν και καραμανλικιά ήταν χρυσή καρδιά». Την Σταματία της Λένας που  τυλίγεται στο τέλος τα σεμέν, μοναδική και ακριβή της προίκα,  σύντροφος και παρηγοριά και θύμιση, όταν λιγοστεύει η μνήμη αλλά και η ζωη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Βιδάλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22/10/2014

(Στήλη: ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΤΙΑ)

Αξιοθέατη γυναίκα παλαιών αρχών

Μια καλοστεκούμενη μοναχική γυναίκα αλλοτινών καιρών, φευγάτη και δονκιχοτική για τα σημερινά δεδομένα, ξεδιπλώνει το νήμα του ταλαίπωρου βίου της από τα νεανικά της χρόνια μεταπολεμικά το '50 έως τα «φθινοπωρινά» της στα τέλη του '80.

Πρώτο και εξαιρετικό θεατρικό βήμα για τον πεζογράφο Κώστα Σωτηρίου ο μονόλογός του «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», που παρουσιάζεται στη σκηνή «Δώμα» του Θεάτρου Νέου Κόσμου. Λόγος γλαφυρός, κωμικοτραγικός, συνδυάζει ταιριαστά την παλιά εύληπτη καθαρεύουσα της μεσοαστικής τάξης με τους χυμούς της δημοτικής των λαϊκών ανθρώπων.

Αφοπλιστική η αυστηρών αρχών, συντηρητικών πεποιθήσεων, εν συγχύσει αθώα, ηθική και αξιοπρεπής ηρωίδα του. Θύτης και συνάμα θύμα του εαυτού της. «Αιχμάλωτη» του ευκατάστατου αλλά αυστηρού οικογενειακού περιβάλλοντός της. Θύμα της τύχης που της στέρησε από τη ζωή τον αρραβωνιαστικό αξιωματικό της (ένα φιλί μόνο είχαν ανταλλάξει κι έκτοτε δεν ξανακοίταξε άντρα). Θύμα της προσφοράς και αγάπης της απέναντι στα παιδιά της αδελφής της, εισπράττοντας χλευασμό και αχαριστία στο πέρασμα του χρόνου απ'αυτά.

Η χριστιανική πίστη, η κομμουνιστική φοβία που της είχε μείνει από τους γονείς της, η φιλία, η μοναξιά έχουν κι αυτές ένα γερό μερτικό στο έργο του.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος «κέντησε» σκηνοθετικά το... φλιπ-σάιτ, την άλλη πλευρά του καταξιωμένου «Κοινού λόγου» του. Με λιτό και ηδύ τρόπο ανέδειξε το χαρακτήρα και τη διαδρομή της εγκλωβισμένης σε στερεότυπα και προκαταλήψεις Σταματίας σκιαγραφώντας υπαινικτικά τον καταπιεσμένο-καταχωνιασμένο από την ίδια ερωτισμό της.

Η Ελένη Ουζουνίδου ψυχή τε και σώματι καθηλώνει τους θεατές προσφέροντας συγκίνηση και γέλιο για μιάμιση ώρα στο μικρό αυτό χώρο, στολισμένο με σεμέν, κεντήματα που παραπέμπουν σε παλιές εποχές. Η «μεταμόρφωσή» της, οι υποκριτικές εναλλαγές της, η κίνησή της, τα λίγα τραγούδια εποχής που λέει, δημιουργούν, κατά τη γνώμη μας, μια ανάλογη... μονολογική επιτυχία σαν αυτή της Νένας Μεντή στην «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» .

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γρηγόρης Ιωαννίδης, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 03/11/2014

Αμετανόητη δεξιά, αλλά αξιολάτρευτη και αθώα

(...) Αυτή η γυναίκα είναι μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα της Ελένης Ουζουνίδου. Η Σταματία της, άλλοτε υστερική κι άλλοτε επιθετική, άλλοτε μειλίχια και ζεστή, διαβαίνει με σταθερό βήμα την ανθρωπιά και την κατανόηση. Οποιος φύγει από το θέατρο κοροϊδεύοντας την, δεν έχει καταλάβει νομίζω ούτε την ηθοποιό ούτε τον αγώνα της. Δεν έχει εννοήσει το δέσιμο του κειμένου με τα υπαινικτικά σχόλια του σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (ένα κάγκελο που δείχνει στην εσωτερική φυλακή, κάποιο φύσημα αέρα, κι ασφαλώς οι απεγνωσμένες εκδηλώσεις του αδικημένου σώματος). Τα σεμεδάκια της Μαγδαληνής Αυγερινού, που από σκηνικό μετουσιώνονται σε νυφικό και σε στολή καλόγριας είναι, νομίζω, το πυκνότερο σε σημασίες αντικείμενο τον τελευταίο καιρό στο θέατρό μας.

«Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα

Ο μονόλογος του Κώστα Σωτηρίου είναι επίτευγμα εφάμιλλο ενός Αλεξάνδρου κι ενός Κοτζιά. Μια γυναίκα, εκπρόσωπος της κοινωνικής μερίδας που διαμόρφωσε με το ήθος της (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) τη μεταπολεμική κατάσταση, φωτίζει και την αντίπαλη πλευρά. Τον κόσμο των δύο αντίθετων ιδεολογικών στρατοπέδων. Και δίνει στην Ελένη.

Πότε, τα τελευταία χρόνια, πέρασε χειμώνας χωρίς μία έστω σημαντική ερμηνεία σε γυναικείο μονόλογο; Για πολλούς λόγους, προφανείς πιστεύω στους περισσότερους, το θέατρό μας ευτύχησε στα γυναικεία πορτρέτα του. Γεγονός που έχει στρέψει τους περισσότερους των συγγραφέων μας στην κατά καιρούς μεταφορά κάθε λογής γυναικείας μορφής, σε κάθε πιθανή κατάσταση, πάνω στη σκηνή.

Για να είμαστε ειλικρινείς, το προφίλ της γυναίκας αποτέλεσε πάντα ένα από τα φετίχ του αστικού θεάτρου, είτε γιατί το κρίσιμο για την επιτυχία του κοινό συντίθεται από γυναίκες, είτε γιατί η γυναίκα υπήρξε η κιβωτός των μυστικών, προσδοκιών, απωθημένων και αποκαλύψεων της αστικής τάξης. Η ευαισθησία απέναντι στις γυναίκες απέκτησε στην Ελλάδα ακόμα μια εσωτερική πτυχή: ήταν η ανάδειξη της γυναίκας με όλα τα κατηγορούμενα και τις περιφράσεις της, σαν ριζικού θεμέλιου της νεοελληνικής ταυτότητας, πυλώνα της ιθαγένειας, αλλά και μάρτυρα της σιωπηρής και σκληρής επιβίωσης της φυλής, σε δύσκολους καιρούς.

Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι πως από κάθε άποψη ο γυναικείος μονόλογος στο ελληνικό θέατρο είναι θέμα από καιρό κορεσμένο, έστω κι αν με μυστηριώδη τρόπο, συνεχίζει, -κάθε, μα κάθε χρονιά-, να ανατροφοδοτείται με νέες προτάσεις. Εδώ, όμως, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, έχουμε κάτι διαφορετικό. Εχουμε την περίπτωση ενός γυναικείου μονόλογου, που αγγίζει τα πράγματα από μια αναπάντεχη σκοπιά και που ξεδιπλώνει τον βίο μιας τυπικής σε όλα της γυναίκας, σαν ανεπάντεχη όμως εξαίρεση στον κανόνα.

Πράγματι, δεν βρίσκεται εύκολα άλλη περίπτωση γυναικείας μορφής στο θέατρό μας σαν αυτήν της κυρίας Σταματίας. Κόρη καλής οικογενείας –στην ουσία της τυπικά μικροαστικής, με το γνώριμο κουσούρι του μικροαστισμού να θέλει να δείχνει κάτι περισσότερο από ό,τι αληθινά είναι-, και κυρίως συσταζούμενη: με σωστή διαπαιδαγώγηση, κραταιά φρονήματα κι αταλάντευτες αρχές, σε χρόνους και καιρούς μάλιστα πολύ ελαστικούς ως προς τα ανωτέρω. Κόρη τμηματάρχη, λοιπόν, και γόνος του η Σταματία, με γλώσσα μεικτή, κωμική στους τύπους κι ωστόσο χυμώδης κι αποκαλυπτική, όταν στρέφεται σε όσα αφορούν το ήθος και τις παρεκτροπές των υπολοίπων.

Ατυχη όμως πολύ, καθώς στην αρχή κιόλας της νεότητάς της έτυχε να χάσει τον αρραβωνιαστικό από νάρκη, κατάλοιπο του Εμφυλίου και ώς ένα βαθμό συνέπεια του εθνικού πεπρωμένου. Και από τότε, η Σταματία, σταθερή στις αρχές που χάραξαν οι εθνικές διδαχές και που έχουν διαποτίσει το είναι της, πιστή στην αγαμία και την ηθική αυστηρότητα, διασχίζει τους χρόνους του κοινού μας βίου μέχρι τη σημερινή διάλυση, την αποδόμηση, τον κυνισμό και τη γενικευμένη απορία.

Το πιο σημαντικό όμως, κι αν θέλετε, το αληθινά πολύτιμο για το θέατρό μας, είναι πως η Σταματία, το γένος Αργυροπούλου, όπως θα το έχετε κιόλας καταλάβει, είναι αυτό που λέμε «δεξιά». Δεξιά οριζοντίως και καθέτως, χωρίς ερωτηματικά, αποσιωπητικά ή ρωγμές. Από την κορυφή ώς τα νύχια. Και είναι ακριβώς αυτό το ευτύχημα του θεάτρου μας, που αφορά την κατάθεση του Κώστα Σωτηρίου.

Με αυτό τον μονόλογο το θέατρό μας μπόρεσε να συμπεριλάβει στις τάξεις του μια ακόμα πτυχή της ιθαγένειας, ένα «κοντινό» μας πρόσωπο, την εκπρόσωπο μιας κοινωνικής μερίδας που αποτέλεσε τον βασικό διαμορφωτή της μεταπολεμικής κατάστασης, αλλά και τον κύριο υπόλογό της. Το ότι ο Σωτηρίου μπόρεσε να φιλτράρει όλη τη μεταπολεμική εξέλιξη μέσα από τα μάτια αυτής της τάξης (και κυρίως μέσα από το ήθος της), και να αναδείξει μέσω αυτού την απέναντι μεριά, αποτελεί κατά τη γνώμη μου επίτευγμα εφάμιλλο ενός Αλεξάνδρου κι ενός Κοτζιά. Γιατί με παράδοξο τρόπο, καθώς αναγνωρίζουμε τη Σταματία, αναγνωρίζουμε διαμέσου αυτής και την άλλη πλευρά. Ενα βαθιά προκατειλημμένο πρόσωπο μας οδηγεί σε μια απροκατάληπτη αλήθεια.

Μια στενάχωρη αλήθεια. Γιατί κι αν μπορούμε να πούμε πολλά για τα επιμέρους, αυτό που λάμπει στο μέσον της πλαγίας αφήγησης της Σταματίας είναι ο κόσμος των δύο αντίθετων ιδεολογικών στρατοπέδων, με αταλάντευτες αρχές, ήθος και πεποίθηση. Μια γενιά κατεστραμμένη κι ερειπωμένη, λειψή κι ανολοκλήρωτη ίσως. Αλλά όρθια. Πώς, αλήθεια, φαίνεται με φόντο αυτήν τη διαπίστωση η παρουσία μιας νέας, επόμενης γενιάς, διαλυμένης από τη μια στην αμφισβήτηση και την απόσυρση, κι από την άλλη –ακόμα χειρότερα!- στον νεοφασισμό;

Θέλω να σταθώ σε αυτό. Η Σταματία βγάζει ασφαλώς άφθονο γέλιο στην κωμική της ανελαστικότητα, στη νόθα γλώσσα της, στις εκρήξεις της υστερίας της. Γελοία πάντως δεν είναι. Είναι μια κοντινή μας φιγούρα, μια οικεία και ζεστή στον παραλογισμό της γειτόνισσα. Εχει μια νότα αγάπης και συγκατάβασης. Κερδίζει τον σεβασμό μας γιατί μένει σταθερή στις αξίες της. Και επειδή υπάρχει ως αληθινός άνθρωπος, επειδή νιώθεται και αγγίζεται, παραμένει ώς το τέλος αξιολάτρευτη. Μια περίπτωση για την ιστορία ίσως αμετανόητη, για την ιατρική προβληματική. Αλλά για εμάς, για το θέατρο, αθώα.

Αυτή η γυναίκα είναι μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα της Ελένης Ουζουνίδου. Η Σταματία της, άλλοτε υστερική κι άλλοτε επιθετική, άλλοτε μειλίχια και ζεστή, διαβαίνει με σταθερό βήμα την ανθρωπιά και την κατανόηση. Οποιος φύγει από το θέατρο κοροϊδεύοντας την, δεν έχει καταλάβει νομίζω ούτε την ηθοποιό ούτε τον αγώνα της. Δεν έχει εννοήσει το δέσιμο του κειμένου με τα υπαινικτικά σχόλια του σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (ένα κάγκελο που δείχνει στην εσωτερική φυλακή, κάποιο φύσημα αέρα, κι ασφαλώς οι απεγνωσμένες εκδηλώσεις του αδικημένου σώματος). Τα σεμεδάκια της Μαγδαληνής Αυγερινού, που από σκηνικό μετουσιώνονται σε νυφικό και σε στολή καλόγριας είναι, νομίζω, το πυκνότερο σε σημασίες αντικείμενο τον τελευταίο καιρό στο θέατρό μας.

Με αυτήν τη γραφή, με τη μορφή αυτή και με αυτή την ερμηνεία, το θέατρό μας μπορεί να νιώθει πληρέστερο κι ευτυχέστερο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Μαρώ Τριανταφύλλου, Η ΕΠΟΧΗ, 25/10/2014

"Σταματία, το γένος Αργυροπούλου" του Κώστα Σωτηρίου 

Ο μονόλογος για τον ηθοποιό είναι το δυσκολότερο είδος. Εκεί θα δείξει την δεξιοτεχνία του, όταν βρίσκεται ακάλυπτος από την παρουσία άλλων επί σκηνής, μόνος, αβοήθητος , πατάει σε γλιστερό έδαφος. Κάθε λάθος νότα γίνεται αμέσως –ή έστω εύκολα αντιληπτή- ενώ για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή πρέπει να έχει κατακτήσει το μέτρο μιας μετρημένης εφευρετικότητας που να μην ξεπέφτει στην ευκολία του εντυπωσιασμού αλλά ούτε και να παραμένει στη φοβισμένη αυτοσυγκράτηση. Γι’ αυτό –και παρά τις εξαιρέσεις νεότητας που μπορεί πάντα να υπάρχουν- απαιτεί ηθοποιό έμπειρο, με κατακτημένα εκφραστικά μέσα και ερμηνευτική οξυδέρκεια.

Ο μονόλογος για τον ηθοποιό είναι το δυσκολότερο είδος. Εκεί θα δείξει την δεξιοτεχνία του, όταν βρίσκεται ακάλυπτος από την παρουσία άλλων επί σκηνής, μόνος, αβοήθητος , πατάει σε γλιστερό έδαφος. Κάθε λάθος νότα γίνεται αμέσως –ή έστω εύκολα αντιληπτή- ενώ για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή πρέπει να έχει κατακτήσει το μέτρο μιας μετρημένης εφευρετικότητας που να μην ξεπέφτει στην ευκολία του εντυπωσιασμού αλλά ούτε και να παραμένει στη φοβισμένη αυτοσυγκράτηση. Γι’ αυτό –και παρά τις εξαιρέσεις νεότητας που μπορεί πάντα να υπάρχουν- απαιτεί ηθοποιό έμπειρο, με κατακτημένα εκφραστικά μέσα και ερμηνευτική οξυδέρκεια.

      Σκεφτόμουν τα παραπάνω –και ομολογώ πως δεν ήταν η πρώτη φορά και μάλλον δεν θα είναι η τελευταία- βγαίνοντας από την παράσταση «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με ερμηνεύτρια την Ελένη Ουζουνίδου. Μάλλον αθόρυβη παρουσία στο θέατρο, η Ουζουνίδου, συχνά όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, άφηνε ένα στίγμα η παρουσία της, στις παραστάσεις που την είχαμε δει. Στην «Σταματία» ξεδίπλωσε όμως υποκριτικές ικανότητες αξιοζήλευτες, ανέδειξε με εντιμότητα, σοβαρότητα δουλειάς και πηγαίο χιούμορ ένα χαρακτήρα εύκολα αναγνωρίσιμο, γι΄αυτό και υπήρχε ο φόβος για την ερμηνεύτρια να πέσει στην παγίδα της ευκολίας, του κλισέ, του κακώς νοούμενου επιθεωρησιακού.

Γιατί πράγμα μιλάμε όμως; Η «Σταματία» είναι μια νουβέλα του πεζογράφου Κώστα Σωτηρίου, που, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, και ως εκ τούτου, φέρει εγγενώς δραματικά στοιχεία και μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε θεατρικό μονόλογο. Ο Σταματίου σκιαγραφεί χορταστικά μια μετεμφυλιακή φιγούρα που, είτε σε σοβαρές είτε σε κωμικές εκδοχές, μπορούμε να βρούμε σε έργα αρκετών νεοελλήνων συγγραφέων (ιδιαιτέρως στον Καμπανέλλη, αλλά και στον Μουρσελά και αλλού): μια κοπέλα καλής οικογενείας, υπερπροστατευμένης, ερωτικά στερημένης, χωρίς πραγματική ζωή. Μια οριακά θεούσα, εύθικτη, τρυφερή, που διαβιοί στο περιθώριο της ζωής, για να μην πούμε το κλισέ μιας γυναίκας που δεν έζησε ουσιαστικά. Αιώνια παιδούλα, χωρίς εμπειρίες, χαρίζει –τα όχι πολλά- χρήματά της για να εξαγοράσει την αγάπη των ανθρώπων. Από δεξιά, ακροδεξιά μάλλον, οικογένεια, ενστερνίστηκε χωρίς καν να σκεφτεί τις αρχές και τις αξίες της οικογένειάς της και έμεινε διά παντός η αθώα και αφελής κόρη του μπαμπά. Είναι συμπαθητική, συγκινητική αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο επικίνδυνη. Πάνω στην άγνοια της Σταματίας, που δεν αναρωτιέται τι γίνεται γύρω της, που οι άνθρωποι γι’ αυτήν ενοικούν ένα δίπολο «καλού και κακού» μακράν των κοινωνικών συνθηκών και της συμβατικότητας των ηθικών όρων και χαρακτηρισμών, στηρίχτηκε η μετεμφυλιακή Ελλάδα. Με την ψήφο της ή την άρνησή της, όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι -και οι Σταματίες είναι πράγματι καλές, ακόμα και η κακία τους είναι υποκοριστική, σχεδόν … άκακη, κάτι σαν ενοχλητικό παράπονο- όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι, λοιπόν, επέτρεψαν τον διχασμό, τον αυταρχισμό, θεώρησαν ως σταθερότητα την στασιμότητα, έκλεισαν τα μάτια στην κρατική διαφθορά, ακόμα χειρότερα: πραγματικά δεν την έβλεπαν. Επιτρέποντες ήταν. Αγκυροβολημένοι στο μικρόκοσμο της οικογένειας, προστάτευαν στοργικά καθέναν από τους οικείους, μέχρι την στιγμή που κάποιος από αυτούς θα αποφάσιζε μια λίγο ή πολύ ηρωική έξοδο από την κλειστή περίβολο της οικογένειας. Και φυσικά ζητούσαν την συμπαράσταση ενός Θεού φτιαγμένου στα μέτρα του μικροαστισμού τους (πάντα στα μπακάλικα μέτρα των ανθρώπων χωράει ο Θεός τους και η προσβολή του ιερού γίνεται βαθύτερη, όταν προσκαλείται ο Θεός να ευλογήσει την ανομία και να κατακεραυνώσει το αίτημα της ελευθερίας, μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας).

Ας είναι. Η Σταματία είναι χαριτωμένη, λίγο υστερική, με καταπιεσμένη θηλυκότητα. Αφηγείται την προσωπική της ιστορία και αφήνει να αναδυθεί παράλληλα η ιστορία τουλάχιστον 45 χρόνων ιστορίας του τόπου μας (μολονότι υπάρχει μια ηθελημένη ασάφεια εκ μέρους του συγγραφέα για το χρονικό όριο του τέλους της «Σταματίας», είναι φανερό ότι πάει μέχρι τα μέσα του 90. Μια ωραία, υπαινικτική σχεδόν αναφορά στην Χρυσή Αυγή, είναι εύρημα του σκηνοθέτη). Δεν είναι μόνο μια αφήγηση από την πλευρά των νικητών, αφήνει ο συγγραφέας αιχμές και για τα λάθη των νικημένων, τις ατέλειωτες διασπάσεις της αριστεράς, το ανθρωποφαγικό στοιχείο που δυστυχώς εμφανίζεται ξανά και ξανά διαλυτικό και επικίνδυνο.

       Η νεαρή σκηνογράφος Μαγδαληνή Αυγερινού είχε μια έξυπνη έμπνευση: γέμισε τη σκηνή πετσετάκια –πλεχτά, κεντητά, κοφτά, άσπρα, πολύχρωμα, μικρά καρεδάκια, σεμεδάκια κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η Σταματία κινείται σε ένα σύμπαν από πετσετάκια, σήμα κατατεθέν μιας εποχής (η προίκα μια κοπέλας περιείχε οπωσδήποτε πετσετάκια), αλλά και μιας αισθητικής που πλησιάζει το κιτς –μολονότι εδώ προκαλούσε και μια γελαστή συγκίνηση. Τα πετσετάκια αποκάλυπταν και έκρυβαν ταυτόχρονα, λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, σαν φερετζές, σαν μπούρκα και σαν σάβανο. Πραγματικά ένα ευφάνταστο, ευρηματικό σκηνικό. Ο Θεοδωρόπουλος στα ελληνικά έργα βγάζει τον καλύτερο εαυτό του. Η υπερκινητική Σταματία που φαντάστηκε «αλωνίζει» ακάθεκτη το μικρό χώρο του Δώματος του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, με την ορμή που θα της χρειαζόταν αν είχε να χρησιμοποιήσει μια μεγάλη σκηνή. Η Ουζουνίδου παίζει με το κοινό, χρησιμοποιεί το κοινό ως συμπρωταγωνιστή της, του απευθύνεται, του εξομολογείται, το μετατρέπει σε ένα ενιαίο σώμα με το οποίο διαλέγεται και που η οικειότητά της μαζί του της επιτρέπει χαριτωμένες απρέπειες, τόσο αντίθετες με την καλή ανατροφή της, όπως η ικανοποίηση του αμήχανου κνησμού των οπισθίων της. Κάποιες στιγμές «παγώνει» σε στάσεις άβολες και αστείες, σαν να ξεχνά και προσπαθεί να θυμηθεί, ανακαλώντας εικόνες ηλικιωμένων που ο νους αρχίζει λίγο-λίγο να δύει σε ένα πέλαγος σκοτεινό, που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να περιγράψει.

Καλά επιλεγμένη η μουσική από το Νέστορα Κοψιδά. Ο άφθονος φωτισμός με τον οποίο έλουσε την παράσταση ο έμπειρος Σάκης Μπιρμπίλης επέτρεπε μερικές απαραίτητες σκιές για να σκεφτεί κανείς ότι αυτό που έβλεπε έχει και μια πλευρά καθόλου κωμική.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Στέλλα Χαραμή, tospirto.net, 23/10/2014

Είδα: τη «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου

Από τις παραστάσεις που αξίζουν την πολυφορεμένη βινιέτα του «μην χάσετε».

Σπάνιο φαινόμενο για έναν άγνωστο, στο κοινό, μονόλογο να κάνει με τη μία τόση αίσθηση. Κι αυτό γιατί στη «Σταματία, το γένος Αργυρόπουλου» είναι ευτύχημα ότι λειτουργούν όλα (κείμενο, ερμηνεία, σκηνοθεσία), λειτουργούν καλά και πρωτίστως με εκπληκτική αμεσότητα. Θα έλεγε κανείς ότι το νεόκοπο κείμενο του Κώστα Σωτηρίου, μια 30ετής μονολογική ανίχνευση στη μεταπολεμική έως και στη σοσιαλιστική Ελλάδα, είναι ένα θεματολογικό μοτίβο που έχουμε δει ήδη σχεδόν σε όλες τις εκδοχές του. Κι όμως, ο μονόλογος του Σωτηρίου, τόσο λόγω της ιδιαιτερότητας της γλώσσας που χρησιμοποιεί (δημοτική με ψήγματα καθαρεύουσας) όσο και της ηρωίδας που τοποθετεί στο κέντρο του –μιας συντηρητικής γεροντοκόρης, γόνου αστικής οικογένειας– κερδίζει την προσοχή μας για τον απολύτως γήινο, ευθύ τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα ιστορικά γεγονότα.
Η Σταματία είναι μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, οικεία και αναγνωρίσιμη, ιδανικός φορέας μιας υποκειμενικότητας πάνω στην Ιστορία που ζει και βιώνει. Κόρη ανώτατου δημοσίου υπαλλήλου, ισοβίως ανέραστη αφού μένει χήρα πριν καν παντρευτεί –και μάλιστα με στρατιωτικό του Εθνικού Στρατού– με γερασμένη πολιτική σκέψη από τα νιάτα της και δεξιούς πολιτικούς ψυχαναγκασμούς που κληρονομεί από τους γονείς και θεούς της. Αποτέλεσμα; Καταλήγει να αντιμετωπίζει την ζωή σαν ένα οδυνηρό καθήκον.
Ως ηρωίδα με σύμβολο το καλοσιδερωμένο, κολλαριστό σεμέν (η επιτομή της οπισθοδρόμησης σε απλά ελληνικά) ενσαρκώνει με γλαφυρότητα και αμεσότητα τα φοβερά συμπτώματα του μικροαστισμού, της ταξικότητας, της θρησκοληψίας, του ρατσισμού, της εθνικόφρονος περηφάνιας και κάθε λογής κοινωνικο-πολιτικών στερεοτύπων. Μιας στερημένης γυναίκας που σχεδόν έχει αποφασίσει ότι η ζωή και οι αλλαγές την ξεπερνούν και γι’ αυτό κατοικεί σε ένα δικό της, προστατευμένο κόσμο. Η αγνότητα, η αφέλεια, η αθωότητα που συντρέχουν τις παγιωμένες αντιλήψεις της, την καθιστούν πολύ συχνά κωμικό πρόσωπο -σε άμεση συγγένεια με την τραγικότητά του– προσδίδοντας σε αυτό το κείμενο τη φυσιογνωμία μιας ιλαροτραγικής κατάστασης.
Εχοντας δει την Ελένη Ουζουνίδου να ερμηνεύει τη Σταματία, αυτή την άγνωστη μα γνωστή φυσιογνωμία με το τρομακτικό φορτίο, δεν είναι εύκολο να φανταστείς άλλη ηθοποιό να τα καταφέρνει καλύτερα. Η ετοιμότητα, η καθαρότητα, η εκφραστικότητα, το πληθωρικό ταμπεραμέντο, εργαλεία με τα οποία αντιμετωπίζει το ρόλο της η Ελένη Ουζουνίδου θα μπορούσαν να περιγράψουν μια υποδειγματική ερμηνεία. Η ηθοποιός αξιοποιεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να εκθέσει όλο το πηγαίο ταλέντο της και να βγει μπροστά, ως απόλυτη πρωταγωνίστρια, αναδεικνύοντας επιπλέον και την έμφυτη ροπή της προς την καθαρόαιμη κωμωδία.
Κι αν η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου πάνω της μοιάζει σχεδόν αόρατη, αυτή είναι και η επιτυχία της δουλειάς του. Φαίνεται πως έχει δουλέψει με πολύ προσοχή τον λόγο, την εκφορά, την τοποθέτησή του, την εκφραστική του απεικόνιση μαζί με την Ουζουνίδου• σαν να έχουν κεντήσει με βελόνα και κλωστή τον ρόλο της Σταματίας ώστε να προκύψει αυτή η φυσικότητα, η αμεσότητα για την οποία μιλάμε από την αρχή.
Δεν διστάζουμε να προβλέψουμε πως η «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» θα βρίσκεται ανάμεσα στις παραστάσεις για τις οποίες θα συζητούμε και στο τέλος της σεζόν – αν και βρισκόμαστε μόλις στην αρχή της. Από τις παραστάσεις που αξίζουν την πολυφορεμένη βινιέτα του «μην χάσετε».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Πέτρος Πολυμένης, BookPress, 31/03/2015

"Η θεία έχει τζαζέψει από το λιβάνι και την αγαμία"

Η Σταματία το γένος Αργυροπούλου αφηγείται την προσωπική της ζωή που διασταυρώνεται με οικεία ήθη, αλλά και με χαρακτηριστικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, ξεκινώντας από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και φτάνοντας μέχρι το σήμερα. Το κείμενο θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ένα διήγημα με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, κι εδώ αποδίδεται υπό μορφή μονολόγου επί σκηνής.

Το θεατρικό έργο Σταματία, το γένος Αργυροπούλου του Κώστα Σωτηρίου παίζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Η ηρωίδα, η Σταματία το γένος Αργυροπούλου, αφηγείται την προσωπική της ζωή που διασταυρώνεται με οικεία ήθη, αλλά και με χαρακτηριστικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, ξεκινώντας από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και φτάνοντας μέχρι το σήμερα.  Το κείμενο θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ένα διήγημα με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, κι εδώ αποδίδεται υπό μορφή μονολόγου επί σκηνής.

Το εγχείρημα μοιάζει δύσκολο αλλά υπάρχει μια ευνοϊκή συναστρία: υποδειγματική υποκριτική (Ελένη Ουζουνίδου), προσεγμένη και λεπταίσθητη σκηνοθεσία (Βαγγέλης Θεοδοωρόπουλος), εύστοχα σκηνικά (Μαγδαληνή Αυγερινού) και ένα κείμενο (Κώστας Σωτηρίου) που έχει λοξή ματιά και γλώσσα που κεντρίζει. Λέγοντας λοξή ματιά, ας ξεκινήσουμε από την ίδια τη Σταματία. Κόρη προϊσταμένου σε υπουργείο, από την εθνικόφρονα παράταξη, με θρησκευτική ευλάβεια και χαροκαμένη. Ο αρραβωνιαστικός της ο Μπάμπης, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, σκοτώθηκε κατά λάθος μαζεύοντας νάρκες (εικάζεται ότι είχε πιει δυο τρία ποτηράκια τσίπουρο). Ύστερα χάθηκε ο πατέρας, η Σταματία γηροκόμησε τη μητέρα, ενώ η αδελφή της είχε ξεκόψει αφότου κλέφτηκε με κομμουνιστή. Η Σταματία δεν εργάστηκε κάπου, διαβάζει λογοτεχνία, εκκλησιάζεται τακτικότατα και θα μπορούσε κάλλιστα να προσπορίζεται τα ως προς το ζειν, χάρη σε σύνταξη άγαμης θυγατέρας. Το σίγουρο είναι τούτο: δεν γνώρισε άλλον άντρα μετά τον Μπάμπη. Έφτασε στην πηγή αλλά νερό δεν ήπιε, όπως επισημαίνει μία φίλη της. Όταν μετά από χρόνια ξανασμίγει με την αδελφή της την Αλεξάνδρα και μπαίνει στο σπιτικό της, δεν διστάζει να πουλήσει το σπίτι που κληρονόμησε για να τη βοηθήσει να σπουδάσει τα παιδιά της. Όμως μένει και πάλι μόνη, λόγω παρεξήγησης. Όπως ομολογεί ένα από τ’ ανήψια της Σταματίας «η θεία έχει τζαζέψει από το λιβάνι και την αγαμία».

Εγκλεισμός και αθωότητα

Τι το ελκυστικό έχει η Σταματία, μια γυναίκα οπισθοδρομική, βουτηγμένη (αν όχι μισοπνιγμένη) στο μικροαστικό της κόσμο, χωρίς ιδιαίτερο πλούτο ιδεών κι ευρυγώνιες αναζητήσεις; Κι όμως η Σταματία έχει κάτι σπάνιο: ανθρώπινη ζεστασιά. Διακρίνεται για μια αθωότητα, την καλή προαίρεση προς τους συνανθρώπους, τη φροντίδα προς τους οικείους της μέχρι αυταπαρνήσεως. Δοτική και ειλικρινής μέχρι αφέλειας. Πόσες φορές σε πρόσωπα με ψαγμένες ιδέες, δεν περισσεύει η τσογλανιά; Χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι το ένα φέρνει τ’ άλλο, αλλά δεν παύει να αποτελεί σημείο τριβής και φιλοσοφικής έρευνας, η σχέση ενός ιδεολογικού ορίζοντα με την ηθική πρακτική. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η Σταματία δεν παύει να κάνει ορατή αφενός την πιο πάνω ένταση, αφετέρου την ένταση που απορρέει από τον εγκλεισμό της.

Επιστρέφοντας στο κείμενο, ο συγγραφέας αναπλάθει τη Σταματία κατά τρόπο που το κωμικό στοιχείο ισορροπεί με κάτι λεπτά δραματικό. Όπως ακριβώς ισορροπεί και η γλώσσα της, ένα από τα μεγάλα ατού του κειμένου. Ζωντανή και γεμάτη χυμούς, ελαφρώς πεποιημένη με ολίγη από καθαρεύουσα και ταιριαστή στις καταβολές της Σταματίας, εναλλάσσει το κωμικό με το υπόγεια δραματικό, σε συνδυασμό με τις στάσεις που παίρνει το σώμα της. Η παράσταση–κείμενο έχει ένα ακόμη προσόν: δεν νοιώθεις πουθενά ότι κάνει κοιλιά. Κρίσιμη συνεισφορά σε τούτο έχει η υποκριτική δεινότητα της Ελένης Ουζουνίδου. Το δε σκηνικό που έστησε η Μαγδαληνή Αυγερινού είναι λιτό, με αισθητική αξία, ενώ ισορροπεί ανάμεσα σε κάτι ρεαλιστικό και κάτι που γίνεται αφηρημένο και συμβολοποιεί ανθρώπινες καταστάσεις. Η καγκελόπορτα που ενίοτε ανοίγει στο πλάι θυμίζει πόρτα φυλακής, ενώ κλέβουν την προσοχή τα κεντητά σεμεδάκια στρωμένα στο πάτωμα (αυτή η μορφή ζώσας λαϊκής τέχνης), ή φτιάχνοντας ένα ταμπλό που αιωρείται στο κέντρο της σκηνής (θυμίζοντας κάτι σε συμπύκνωση από τον αείμνηστο Νίκο Αλεξίου και τους αραχνοΰφαντους, γεωμετρικά δοσμένους, μετεωρισμούς του). Είναι άξιος συγχαρητηρίων ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος που εμπιστεύτηκε ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο. Αν μη τι άλλο, το κοινό ανταπέδωσε την προσφορά αυτή. 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Ιλειάνα Δημάδη, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 13/11/2014

Σταματία, το γένος Αργυροπούλου

Μια χαριτωμένη κυρία σε μια άχαρη σύγχυση –ιδεολογική­, ιστορική, πολιτική όσο και προσωπική– είναι η Σταματία, την οποία ερμηνεύει με τρόπο σαρωτικό η Ελένη Ουζουνίδου, μονολογώντας μέσα στο σκηνικό-φόρος τιμής στα πλεκτά σεμεδάκια. Το κωμικο­τραγικό επιμύθιο; Μια τέτοια κυρία ίσως έχει υπάρξει και η Ελλάδα…

Συμμοριτοπόλεμος» ήταν ο Εμφύλιος, «κόκκινο τομάρι» ο κομουνιστής, «μαλλιαρή» η δημοτική γλώσσα, «καταφύγιο» η εκκλησία κι «επανάστασις» η Χούντα: αυτά είναι­ τα ακλόνητα πιστεύω της κ. Σταματίας, κόρης «καλής» μεσοαστικής αθηναϊκής οικογένειας, γεννημένης το ’30 και διαπαιδαγωγημένης με τα άκρως συντηρητικά –και όπως αποδείχτηκε εξόχως τοξικά– χριστιανικά και πατριωτικά ήθη της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Υπήρξε κόρη τμηματάρχη του υπουργείου Εμπορίου, με άκρες που του εξασφάλισαν μια σχετικά ανώδυνη ζωή κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αρραβωνιασμένη με λοχαγό του Εθνικού Στρατού που σκοτώθηκε αρκούντως άδοξα («εμάζευε νάρκες έξω από το Μαρτίνο, είχε πιει κάτι τσίπουρα κι έγινε το κακό» ). 
Είμαστε λοιπόν όλοι κοινωνικές κατασκευές; Μήπως δηλαδή ο χρόνος, ο τόπος, οι συνθήκες καθώς και η ικανότητά μας να συνδιαλεγόμαστε (και κυρίως να συγκρουόμαστε ) με αυτές ορίζουν την προσωπικότητά μας; Το βέβαιο είναι πως η Σταματία δεν μπήκε ποτέ σε διάλογο ή σύγκρουση –υπήρξε ταγμένη ψυχή τε και σώματι στα χρηστά ήθη με τα οποία γαλουχήθηκε. Ίσως δεν είναι τυχαίο που ο πεζογράφος Κώστας Σωτηρίου επέλεξε να μας την παρουσιάσει μέσω­ ενός μονολόγου. Εννοείται πως η Σταματία δεν υπήρξε ποτέ. 
Πρόκειται για καθαρή μυθοπλασία, ένα κωμικοτραγικό σύμπλεγμα συντεθειμένο από άμεσα αντιληπτά και αναγνωρίσιμα στερεότυπα της «παλιάς» Ελλάδας: μια συντηρητική, εθνικόφρων, παρθένα γεροντοκόρη που «έχει τζαζέψει απ’ το λιβάνι και την αγαμία», όπως επισημαίνει ο αναρχοαυτόνομος ανιψιός της. Το ωραίο είναι πως στο μονόλογό του ο Σωτηρίου, μολονότι φλερτάρει με την παρωδία, αντί για έναν «κωμικό τύπο», μας παραδίδει έναν κανονικότατο χαρακτήρα, μια γλαφυρή ηρωίδα παράδοξα συμπαθή μέσα στην ιστορική, πολιτική, κοινωνική και οντολογική αφασία της.

Αντί να μεταμορφωθεί σε γηραιά κυρία με κόμμωση-κουνουπίδι, η Ελένη Ουζουνίδου ερμηνεύει τη Σταματία με το ταμπεραμέντο ζουμερής σουμπρέτας: με σκέρτσο και τσαγανό, πονηρό χαμόγελο, στεντόρεια φωνή, κάποτε συμπάσχοντας μαζί της και άλλοτε παρωδώντας την, τραγουδώντας τα άσματα του πάλαι ποτέ και αποκαλύπτοντας τον αντιηρωικό βίο της. Καλύπτει με τη σαρωτική ερμηνεία της ακόμη και τα μειονεκτήματα του έργου, την προβλεπόμενη ανάπτυξη και την αντιθεατρική φλυαρία του. Κι εξάρει τα προσόντα του, σωματοποιώντας το λόγο –αυτό το κράμα «αμόρφωτης» καθαρεύουσας και δημοτικής– όσο και τη δραματική συνθήκη της ισόβιας παρθενίας της Σταματίας. 
Καθοδηγούμενη στερεά από τον Βαγγέ­λη Θεοδωρόπουλο και κινούμενη στη μικροσκοπική σκηνή που η Μαγδαληνή Αυγερινού μεταμόρφωσε σε εικαστικό μνημείο αφιερωμένο στα σεμέν, η Ουζουνίδου απλώνει την περίτεχνη βεντάλια των εκφραστικών της μέσων ενώπιόν μας και, δίχως να υποκύπτει σε γραφικότητες ή άσκοπες υπερβολές, μας παρασύρει σε μια ερμηνεία χοϊκή, τζαζ και απείρως γοητευτική. Ο σκηνοθέτης της δικαίως δήλωνε πως πρόκειται για «ένα από τα καλύτερα “εργαλεία” του ελληνικού θεάτρου». Με το σόλο της η Ουζουνίδου αποδεικνύει πως είναι και μία από τις πληρέστερες πρωταγωνίστριές του. 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Όλγα Σελλά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/10/2014

Σταματία, παράσταση-έκπληξη 

(...) Μια συναρπαστική παράσταση, ένα έργο-κοίταγμα στον κοινωνικοπολιτικό μας καθρέφτη.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που μόλις σβήσουν τα φώτα μιας παράστασης, οι θεατές έχουν αρχίσει τα «μπράβο». Αυτό συνέβη στην παράσταση που παρουσιάζεται στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Δεν πρόλαβαν να σβήσουν τα φώτα και το ξέφρενο χειροκρότημα, τα «μπράβο» και ο ενθουσιασμός προς την ηθοποιό Ελένη Ουζουνίδου δεν χωρούσαν σχεδόν στο χώρο.

«Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» ο τίτλος της παράστασης. Ο συγγραφέας Κώστας Σωτηρίου έγραψε έναν μονόλογο ζωντανό, σπαρταριστό, χυμώδη και διά στόματος Σταματίας (Ελένης Ουζουνίδου) εξιστορεί όσα εισέπραξε από αυτόν τον τόπο αυτή η αφελής, δεξιών πολιτικών πεποιθήσεων μεγαλοκοπέλα, που ήθελε να βλέπει την καλή όψη των πραγμάτων και αδυνατούσε να παρακολουθήσει και να κατανοήσει τις αλλαγές της κοινωνίας, εγκλωβισμένη σε «καθώς πρέπει» συμπεριφορές, που δεν ταλάνισαν μόνο τη Σταματία της ιστορίας αυτής.

Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, έχοντας ως συνεργάτιδα την Ελένη Ουζουνίδου, είχε «εύκολη» δουλειά. Γιατί αυτή η ηθοποιός έκανε δικές της τις αγωνίες, τα ερωτήματα, τις καχυποψίες, τις προσευχές, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις της Σταματίας. Και έφερε μπροστά μας την ψυχοσύνθεση της γενιάς των ανθρώπων που ήταν έφηβοι τη δεκαετία του ’50, έχοντας ζήσει όμως έναν πόλεμο κι έναν ολέθριο Εμφύλιο. Και δεν είναι το έργο του Κώστα Σωτηρίου βαρύ και μελαγχολικό. Το χιούμορ ξεχειλίζει, ο σαρκασμός είναι με καλοπροαίρετη κατανόηση αυτών των ανθρώπων, αυτών των αντιλήψεων. Γιατί μπορεί η αφηγήτρια της ιστορίας να ανήκει στη Δεξιά, είναι απολύτως φανερό όμως ότι ο συγγραφέας του έργου, που παρατηρεί με οξυδέρκεια τις «δύο Ελλάδες» που δημιουργήθηκαν από τη δεκαετία του ’40 και φτάνουν μέχρι σήμερα, δεν ενστερνίζεται τις απόψεις της ηρωίδας του. Γι’ αυτό τις αντιμετωπίζει με χιούμορ λυτρωτικό. Την ίδια στιγμή σκύβει με ευαισθησία και παρατηρητικότητα ανθρωπολόγου στα ήθη και την ψυχοσύνθεση της εποχής και αποδίδει το περίγραμμα των 70 σχεδόν μεταπολεμικών χρόνων με διεισδυτικότητα.

Η πληθωρική ερμηνεία της Ελένης Ουζουνίδου είναι παρούσα, γοητευτική, «ενοχλητική». Μια συναρπαστική παράσταση, ένα έργο-κοίταγμα στον κοινωνικοπολιτικό μας καθρέφτη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Μητρόπουλος, euronews, 17/10/2014

Σταματία: Η Ελένη Ουζουνίδου σε έναν καθηλωτικό μονόλογο

Οι γυναικείοι μονόλογοι είναι ένα είδος που ευημερεί τα τελευταία χρόνια στις αθηναϊκές σκηνές, έχοντας αφήσει πίσω τους ως παρακαταθήκη, εξαιρετικές ερμηνείες από ηθοποιούς όλων των ηλικιών. Είναι σίγουρα μία από τις πιο δύσκολες αποστολές για έναν ηθοποιό να είναι μόνος του επί σκηνής, να προσπαθεί να υπερασπιστεί το κείμενο, το συγγραφέα, τις σκηνοθετικές οδηγίες, αλλά πάνω από όλα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Οι γυναικείοι μονόλογοι είναι ένα είδος που ευημερεί τα τελευταία χρόνια στις αθηναϊκές σκηνές, έχοντας αφήσει πίσω τους ως παρακαταθήκη, εξαιρετικές ερμηνείες από ηθοποιούς όλων των ηλικιών. Είναι σίγουρα μία από τις πιο δύσκολες αποστολές για έναν ηθοποιό να είναι μόνος του επί σκηνής, να προσπαθεί να υπερασπιστεί το κείμενο, το συγγραφέα, τις σκηνοθετικές οδηγίες, αλλά πάνω από όλα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Η Ελένη Ουζουνίδου το πετυχαίνει όλο αυτό στο έργο «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» του Κώστα Σταματίου που παρουσιάζεται μέχρι τις 11 Ιανουαρίου στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Βγαίνει νικήτρια σε μια δύσκολη αποστολή, με άνεση, κάνοντας την ηρωίδα του έργου δικιά της, μέρος της, μπαίνοντας απόλυτα στο πετσί του ρόλου που πρέπει να ερμηνεύσει. Έχει αποδείξει ούτως ή άλλως το ταλέντο της επανειλημμένα σε ότι έχει κάνει, με αποτέλεσμα να είναι το ιδανικό «εργαλείο» στα χέρια κάθε σκηνοθέτη. Μπορεί να βασιστεί στην πληθωρική της προσωπικότητα και τις υποκριτικές της δυνατότητες για να φέρει εις πέρας και τις πιο απαιτητικές αναθέσεις. Η Σταματία, ο ομώνυμος ρόλος δίνει για άλλη μια φορά την ευκαιρία στη σπουδαία ηθοποιό να αποκαλύψει τη δύναμη αλλά και την ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τους ρόλους που της ανατίθενται.

Η Ουζουνίδου καταφέρνει πραγματικά να φτιάξει ένα μοναδικό σύμπαν αφήγησης και υποκριτικής, σκιαγραφώντας με χιούμορ και γλαφυρότητα αυτή τη γεροντοκόρη, που μετά το θάνατο του αρραβωνιαστικού της προσπαθεί, μάταια, να παρακολουθήσει τη ζωή που προχωράει δίπλα της, αλλά και την πολιτική και κοινωνική ιστορία αυτού του τόπου, μετά τον πόλεμο. Η Σταματία αδυνατεί να το κάνει, γι’ αυτό και κλείνεται, όσο περνάνε τα χρόνια, στο καβούκι της. Τρελαίνεται. Μόνη της παρηγοριά είναι η εκκλησία, τα βιβλία για την αρχαία Ελλάδα και στη συνέχεια η φίλη και γειτόνισσά της Ζωή, η οποία με τη σειρά της στο τέλος θα την απογοητεύσει με την έκλυτη συμπεριφορά της.

Πρόκειται στην ουσία για την ιστορία μιας συνηθισμένης, καθημερινής γυναίκας, που μένει στο διπλανό διαμέρισμα της πολυκατοικίας και δεν έχει τίποτε το ξεχωριστό, αλλά την οποία αισθάνεσαι ότι την ξέρεις πολύ καλά, την καταλαβαίνεις. Δεν θέλει να βγει έξω από αυτό το περιβάλλον που έχει φέρει στα μέτρα της, γιατί τα πάντα είναι ξένα προς αυτήν, την απογοητεύουν, τη συντρίβουν, αυξάνοντας το θυμό και την αποστροφή της για την κοινωνική ζωή.

Η Ουζουνίδου, έχοντας στη διάθεσή της ελάχιστα σκηνικά μέσα και χρησιμοποιώντας κυρίως τις εκφράσεις του προσώπου της και το σώμα της παίρνει το θεατή από το χέρι και τον μυεί σ’ αυτό τον τραγικό, αλλά συνάμα και κωμικό κόσμο. Χτίζει με εξαιρετικό τρόπο έναν μικρόκοσμο όπου κατοικεί η ηθική, η σεμνότητα, η θρησκεία και οι σωστοί τρόποι. Σε παρασύρει με την ιστορία της, με την αντιηρωική μορφή της. Σε πείθει για την αθωότητα, την τρυφερότητα, την ευθραυστότητα, αλλά και την υστερία και τα κόμπλεξ της Σταματίας που οδεύει, είναι σαφές από την αρχή, μαθηματικά στον γκρεμό και την απομόνωση. Συμπάσχεις μαζί της για όλα αυτά που της συμβαίνουν. Γελάς, αλλά ταυτόχρονα την λυπάσαι.

Είναι μια γυναίκα μόνη, που δεν μπορεί να συμπορευτεί με οτιδήποτε γίνεται γύρω της, ούτε καν με την οικογένεια της αδελφής της. Έτσι φτάνει να κάνει αυτόν τον κωμικοτραγικό απολογισμό της
ζωής της.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Έφη Μαρίνου, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 13/10/2014

Η παράσταση "Σταματία, το γένος Αργυροπούλου" στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του Θεού και της Πατρίδας

Μια γυναίκα, θύμα της ανατροφής της και της φανατικής προσήλωσής της στα χρηστά ήθη, γοήτευσε τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Και έδωσε στην Ελένη Ουζουνίδου μια ακόμα ευκαιρία για μεγάλη ερμηνεία.

 

Σταματία, το γένος Αργυροπούλου. Μια τραγελαφική φιγούρα, μια γυναίκα θύμα των εμμονών και της άρνησής της να αποτινάξει από πάνω της τον ακραίο συντηρητισμό και τις μεσσιανικές αντιλήψεις του πατρικού σπιτιού. Το έργο του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» παρουσιάζεται στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου –χώρο ιδανικό για τον συγκεκριμένο μονόλογο- σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Ερμηνεύει μια απ’ τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της: η Ελένη Ουζουνίδου.

Γεννημένη στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ’30, κόρη ανώτερου υπάλληλου του υπουργείου Εμπορίου, η Σταματία έχει διαπαιδαγωγηθεί με τα χρηστά ήθη της εποχής. Την συναντούμε στην αυλή του σπιτιού της να διηγείται, παραληρηματικά σχεδόν, τα βάσανά της, όλα αποκυήματα ενός ταραγμένου νου. Αδυνατώντας να παρακολουθήσει και να αποδεχτεί τη ζωή που προχωράει δίπλα της, στέκει καρφωμένη σ’ ένα νεκρό παρελθόν. Επιμένει πεισματικά να βλέπει τα πάντα μέσα από τα δικά της παραμορφωτικά γυαλιά, καταλήγοντας άλλοτε τραγική κι άλλοτε κωμική φιγούρα. Προσκολλημένη σ’ αυτό που θεωρεί εθνικά, ηθικά και θρησκευτικά σωστό, συγκρούεται μετωπικά με το περιβάλλον της.

Στο Ζάππειο μια μέρα γνωρίζει τον λοχαγό Χαράλαμπο Γκαβαλέκα και «πολύ κολακεύεται από την στολή του αφού η φορεσιά Ελληνος αξιωματικού ήταν κάτι το υψηλό για εμάς του απλούς πολίτες». Τελευταία φορά τον βλέπει το βράδυ των αρραβώνων. Στη διάρκεια περισυλλογής ναρκών γίνεται το κακό: «Πήγαινε, είπαν, μπροστά, πλην όμως είχε πιει πάλι κάτι τσίπουρα και ως εκ τούτου δεν επήρε τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας».

Σε μαύρο πένθος ντύνεται το σπίτι των Αργυρόπουλων. Ο πατέρας της ποτέ δεν δέχτηκε ότι ο Μπάμπης έφυγε από ατύχημα και εξαιτίας του μεθυσιού του. Μέχρι τέλους οδυρόταν ότι τον έφαγαν τα κομμούνια. «Εχουν μακρύ χέρι οι φονιάδες οι Βούλγαροι! Από τη Μόσχα μέχρις εδώ». Μέχρι που πέθανε κάποτε και ο ίδιος καταμεσής μιας ουζοκατάνυξης.

Οταν πεθαίνει και η μητέρα, η Σταματία απομένει ολομόναχη, ορκισμένη παρθένα. Μοναδική της παρηγοριά τα βιβλία γεωγραφίας, ο παπα-Θανάσης και η γειτόνισσα, η πρόσχαρη Ζωίτσα «αν και κοινωνικά κατώτερη και από οικογένεια με φιλικά αισθήματα προς τους κομουνιστές». Μέχρι που εμφανίζεται το απολωλός πρόβατο, η αδελφή της, παντρεμένη με των αριστερών πεποιθήσεων Βαγγέλη και μ’ ένα γιο τον Γιαννάκη.

Πάνω στον Γιαννάκη η Σταματία επενδύει το σύμπαν. Κι όταν μετά από χρόνια τα ζωτικά ψεύδη διαλυθούν, τα μαζεύει και φεύγει. Μοναδικό καταφύγιο το σπίτι της Ζωίτσας. Αλλά εκεί μέλλεται να δοθεί η χαριστική βολή εις τας αρχάς της.

Πώς οδηγήθηκε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο συγκεκριμένο έργο; «Πολλές φορές έχω σκεφτεί, εδώ και χρόνια, να κάνω μια παράσταση με ραχοκοκαλιά τα ιστορικά γεγονότα που έζησε η γενιά μου και η προηγούμενη, από το τέλος του Εμφυλίου ώς τις μέρες μας, το δεύτερο μισό του 20ού ώς και τις αρχές του 21ου αιώνα. Δεν έχω ζήσει βέβαια τα καθαυτό μετεμφυλιακά χρόνια, αλλά μεγάλωσα μέσα στο κλίμα τους, με διαμόρφωσαν. Θεατρικά θα μπορούσε να είναι μια υπερπαραγωγή, που θα χώραγε σε πρώην ολυμπιακό ακίνητο, με όλους τους κινδύνους που ενυπάρχουν σ’ αυτά τα εγχειρήματα. Ο καθένας στο είδος του όμως, κι εμένα δεν μου ταιριάζει αυτή η κλίμακα. Πριν από ένα χρόνο, ο φίλος μου Μάκης Παπαδημητρίου, που με ξέρει καλά, μου έδωσε να διαβάσω τον βίο της Σταματίας του Κώστα Σωτηρίου».

Η Ελένη Ουζουνίδου ζωντανεύει τον πολύπαθο βίο της Σταματίας κινητοποιώντας με μέτρο όλα τα ερμηνευτικά της μέσα: φωνή, κίνηση και κυρίως έκφραση. Πότε τραγική και πότε κωμική, πότε κοριτσόπουλο και πότε γεροντοκόρη, πότε θυμωμένη και πότε αφελής, πότε μαινάδα στην υπεράσπιση των αρχών της και πότε έρημη, εγκαταλειμμένη, μισότρελη.

«Η ηρωίδα είναι πρόσωπο αγαθό, τραγικό και μαζί κωμικό. Μια γυναίκα που κατασυμπάθησα. Μέσα από τη λιτότητα του μονολόγου της ζωντανεύουν εικόνες και μυρωδιές από τη ζωή και την κοινωνία μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου. Είναι ένα κείμενο στον αντίποδα του έπους, ανοιχτό στη σκηνοθεσία, ταιριαστό για το Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Με την Ελένη Ουζουνίδου συνεργάστηκα πρώτη φορά πέρυσι στον «Κοινό Λόγο». Είναι μια σπουδαία ηθοποιός, μια φυσική δύναμη με πολλή δουλειά υποδομής από πίσω, ένα σπάνιο θεατρικό πολυεργαλείο, θα έλεγα. Και ταυτόχρονα χαλαρή και με χιούμορ, που μου ταιριάζει απόλυτα. Ιδανική Σταματία».

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Θυμέλη, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14/12/2014

Θεατροποίηση ελληνικών πεζογραφημάτων

«Σταματία, το γένος Αργυροπούλου». Μονόλογος, που συμπυκνωτικά, ακροβατεί στην πολιτική μας ιστορία από τη δεκαετία του '30 μέχρι τη δεκαετία του '70, σαρκάζοντας ευθύβολα όχι μόνο τα κατά καιρούς δικτατορικά, αλλά και τα δήθεν «δημοκρατικά» καθεστώτα...

"Σταματία, το γένος Αργυροπούλου" στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Στο «Δώμα» του θεάτρου ανεβάστηκε ο ενδιαφέρων μονόλογος του Κώστα Σταματίου «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου». Μονόλογος, που συμπυκνωτικά, ακροβατεί στην πολιτική μας ιστορία από τη δεκαετία του '30 μέχρι τη δεκαετία του '70, σαρκάζοντας ευθύβολα όχι μόνο τα κατά καιρούς δικτατορικά, αλλά και τα δήθεν «δημοκρατικά» καθεστώτα - φορείς και διασπορείς του εθνικισμού και αντικομμουνισμού ακόμα και σε λαϊκούς ανθρώπους, που «τυφλώνονται» από μικροαστικές αντιλήψεις και ψευδαισθήσεις περί «ανωτερότητάς» τους έναντι της εργατικής τάξης. Κι ενώ και αυτά υπήρξαν θύματα αυτών των καθεστώτων, ουδέποτε το συνειδητοποίησαν. Τέτοιο θύμα είναι το πρόσωπο του μονολόγου. Η καλοκάγαθη, αφελής, ολιγογράμματη, ψευτοκαθαρευουσιάνα γλωσσικά, γεροντοκόρη, με μόνο έσοδο τη σύνταξη του πεθαμένου «υπερπατριώτη» δημοσίου υπαλλήλου πατέρα της, ονόματι Αργυρόπουλος, αθεράπευτα εμποτισμένη με τις ιδέες του, παντέρημη και δύστυχη Σταματία, παραληρώντας αναδράμει στη στερημένη τον έρωτα, την αγάπη, τη μητρότητα, άχαρη ζωή της. Δεκαεφτάχρονη αρραβωνιάστηκε - με έγκριση του πατέρα της - έναν αξιωματικό του στρατού, ο οποίος όμως σκοτώθηκε. Η αδελφή της, ερωτεύθηκε έναν λαϊκό αγωνιστή - μαχητή της Αντίστασης στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου και εξόριστο στα μετεμφυλιακά, αποκληρώθηκε από τον πατέρα, αλλά βιοπαλεύοντας σαν εργάτρια, μεγάλωνε το παιδί της. Επειδή «το αίμα νερό δε γίνεται», η Σταματία στηρίζει οικονομικά την αδελφή της και αγαπά τον ανιψιό της σαν παιδί της. Οταν αποφυλακίζεται ο γαμπρός της, ενώ εκτιμά την ανθρωπιά του, δεν αλλάζει ιδέες. Ετσι, μέχρι τέλους πάει χαράμι η ζωή της. Σκηνοθετημένος από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με απόλυτη απλότητα, αλλά και αληθινή ευαισθησία για το ανθρώπινο δράμα, ο μονόλογος λαμπρύνεται με την ερμηνεία της Ελένης Ουζουνίδου, ηθοποιού με εξαιρετικό, αλλά και πάντα μετρημένο, δραματικό και κωμικό ταλέντο, με λαϊκή στόφα και πηγαίο χιούμορ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νόνα Μολέσκη, Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 05/06/2015

Μια παράσταση που πρόσφερε πολλές απολαύσεις

Τι να πει κανείς για μια παράσταση που έχει ήδη τόσο αρέσει και επαινεθεί; Μου ήρθε να βγάλω απ’ εκεί που τα έχω φυλαγμένα τα σεμεδάκια της μακαρίτισσας πεθεράς μου και να τα κουνήσω σαν μαντίλι χαιρετώντας τη Σταματία το γένος Αργυροπούλου που πέταξε πάνω από το νησί μας καβάλα στη γαλανόλευκη, καλυμμένη από λευκό μαντύα από τα δικά της σεμέν. Μια παράσταση που γεννήθηκε στη διασταύρωση των ταλέντων του Κώστα Σωτηρίου, του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, της Μαγδαληνής Αυγερινού και της Ελένης Ουζουνίδου, η «Σταματία» πρόσφερε πολλές απολαύσεις. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και στην Κύπρο αρκετά ποιοτικά θεατρικά κείμενα και πετυχημένες παραστάσεις είχαν τη μορφή των μονόλογων γυναικών. Αυτός o θεατρικός τρόπος, να αποτελεί μια προσωπική γυναικεία ιστορία το ατομικό αποτύπωμα της εθνικής μοίρας, αποδείχτηκε εξαιρετικά γόνιμος. Όμως ο Κώστας Σωτηρίου διαφοροποιείται από το παράδειγμα με το εύρημα της επιλογής της ηρωίδας του από το ιδεολογικό, κοινωνικό, αισθητικό «απέναντι», έτσι ώστε παρά τον αφελή της σεβασμό προς το ιερό τρίπτυχο, η «πατρίδα» να προσδιορίζεται από τις «άκρες» του τιμημένου της πατέρα στα χρόνια της Κατοχής μέχρι τα μαυροφορημένα παλικάρια της «Χρυσής Αυγής», η «θρησκεία» να βασανίζει το μυαλό και το κορμί της με τα ταμπού της, και η «οικογένεια» να διαβρώνεται από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Από τα μεγαλύτερα προτερήματα του κειμένου – το γλωσσικό χιούμορ του συγγραφέα, όπου η παραπατούσα καθαρεύουσα της Σταματίας (ένα τόνο από τον Μποστ) επιλέγεται ως μέσο εθνικού αυτοσαρκασμού. Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι ταυτόχρονα έντονη και διακριτική, οι υπογραμμίσεις του στο κείμενο είναι καίριες, ο τρόπος παρουσίασης των «αληθειών» της ηρωίδας και των αληθειών του συγγραφέα είναι λεπτός και ισορροπημένος, το χιούμορ διάχυτο, όπως όμως ευδιάκριτη είναι και η προστασία που παρέχεται στο πρόσωπο της δυστυχούς Σταματίας. Και μόνο τόσο προικισμένη ηθοποιός, όπως η Ελένη Ουζουνίδου, μπορούσε να υλοποιήσει τις λεπτές σκηνοθετικές οδηγίες, να μορφοποιήσει το πολύσημο κείμενο, να ενσαρκώσει ένα πλάσμα εύθραυστο, ευάλωτο, παγιδευμένο στον φτιαχτό της κόσμο. Η Μαγδαληνή Αυγερινού βοηθά την ηθοποιό φτιάχνοντας από λευκά σεμεδάκια ένα κράμα παράδοσης και κιτσαρίας, μια διάτρητη προίκα ανύμφευτης νύφης, ένα πλέγμα προσωπικού και εθνικού στοιχείου.                                                                 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Νικόλας Κυριάκου, ΠΑΡΑΘΥΡΟ, 02/06/2015

Σεμεδάκια έξω

 

Πέμπτη βράδυ κι έχω αγγαρέψει την αδερφή μου να έρθει μαζί μου στον ΘΟΚ για να δούμε την παράσταση «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου». Είναι κι αυτό μέσα στις μικρές παραχωρήσεις που σου κάνουν οι μικρότεροι για να αγοράσουν κάποιον μεγαλύτερο μπελά. Δικαίως θα αναρωτηθείτε: «Και τι μας νοιάζουν τα οικογενειακά σου δράματα, ρε Κυριάκου;». Σε τίποτα, και καλά κάνετε, απαντώ. Αλλά ο μονόλογος του Κώστα Σωτηρίου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και την Ελένη Ουζουνίδου στη σκηνή σάς αφορούσε, από όπου κι αν το πιάσετε. Είδα τις θειάδες μου, τις γιαγιάδες, τις κυράτσες της γειτονιάς, την επαρχιώτικη και μεσοαστική Ελλάδα, τον απόηχο μιας γλώσσας, μιας κίνησης κι ενός τρόπου που χάνεται [ή που εγώ έχω χάσει]. Μαζί και την άνοδο και την πτώση μιας γυναίκας, άβγαλτης, συντηρητικής και εύπιστης, καχύποπτης και αφελούς, καλόκαρδης κατά βάθος. Μια σπουδαία ευθεία αφήγηση για τη μοναξιά, τη ματαίωση και το πώς ένας άνθρωπος μαραίνεται και λίγο σαλεύει, μαζί και μια αλληγορία για την Ελλάδα. Η παράσταση με φόντο μια συρραφή από σεμεδάκια, ως το par excellence σύμβολο που συμπυκνώνει σε μια εικόνα και μια λέξη όλα όσα οι συντελεστές θέλησαν να πουν. Ευγνωμοσύνη για το γέλιο και την παράδοξη γεύση στο τέλος.

ΥΓ : Προσπάθησα να πείσω την αδερφή μου για τον «Αύγουστο» αλλά απέτυχα. Οικτρά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δήμητρα Λαμπροπούλου, ariVe.gr, 28/01/2016

Όταν οι παραστάσεις είναι κεντημένες με ταλέντο.

Στην παράσταση "Σταματία, το γένος Αργυροπούλου" 

Τη Σταματία την ξεχώρισα από τα σεμεδάκια της, που είχε με τόσο καμάρι φορεμένα πάνω της στην αφίσα της παράστασης. Και πράγματι, με αυτά μας υποδέχτηκε. Τα είχε βάλει όλα σε τάξη, όπως πρέπει όταν υποδέχεσαι κόσμο στο σπίτι. Κάποια ήταν κολλαρισμένα και στρωμένα στο πάτωμα και κάποια άλλα τα είχε κρεμάσει μπροστά-μπροστά, σε μια μοναδική διάταξη σαν να είναι χειροποίητη κουρτίνα, που αλλού είχε κοφτή δαντέλα και αλλού κεντημένα λουλούδια ή χρυσά σχέδια. Άλλωστε, έτσι έκαναν τα κορίτσια εκείνης της εποχής. Έδειχναν περήφανα τα προικιά τους στον κόσμο. Και η Σταματία είναι μια μεγαλοκοπέλα μιας άλλης εποχής, μακρινής αλλά ταυτόχρονα και τόσο οικείας.

Η «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», του Κώστα Σωτηρίου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, δεν είναι απλά μια παράσταση. Είναι η μετουσίωση, η ζωντανή απεικόνιση πάνω στη σκηνή της γυναικείας μορφής που έρχεται από τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, αλλά και που συνεχίζει ακόμα να υπάρχει, ακμαία και δυνατή και να γαλουχεί γενιές. Η Σταματία αυτοπροσδιορίζεται με το γένος της γιατί δεν έχει άντρα να προσδιοριστεί. Και για τις γυναίκες που είναι γεννημένες κάπου στα 1930 αποτελεί επιτακτική ανάγκη να βρεθεί μια σταθερά, πάνω στην οποία θα στηρίζεται. Για να λέμε και την αλήθεια, ίσως αυτό να είναι και ένα από τα στοιχεία που την ενώνουν με το σήμερα, καθώς πολλές γυναίκες ψάχνουν ακόμα -και θα συνεχίζουν να ψάχνουν- τη σταθερά και τον αυτοπροσδιορισμό τους έξω από τον εαυτό τους.

Η Σταματία είναι μια γυναίκα παλαιάς κοπής, των ηθών και των εθίμων. Με πατέρα που ήταν διορισμένος σε υπουργείο και αρραβωνιαστικό -που δεν έγινε ποτέ άντρας της- αξιωματικό του ελληνικού στρατού, έχει μάθει να αποστρέφεται τα μοντέρνα, τα προχωρημένα και τα πρόστυχα. Κατακρίνει με μένος ό,τι είναι πέρα από την ηθική της, αλλά ακόμα και αυτό το κάνει με μια παιδική αθωότητα και αφέλεια, που μόνο αισθήματα συμπάθειας σου δημιουργεί. Η γλυκιά υστερία με την οποία αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω της, που συνεχώς αλλάζει προς το χειρότερο σύμφωνα με την άποψή της, μας θυμίζει τις γιαγιάδες μας που προσπαθούν να συλλάβουν και να προσαρμοστούν στα νέα ήθη, που από τη μια τα επικρίνουν και από την άλλη θέλουν να μπουν σε αυτά και να γίνουν κομμάτι του καινούριου. Βέβαια, αυτό που δεν διαπραγματεύεται με τίποτα είναι η γυναικεία «τιμή», την οποία κρατά καλά φυλαγμένη μέχρι τα βαθιά της γεράματα, μιας και αυτό θεωρεί πρέπον, σε αντίθεση με τις παρδαλές κοπέλες, που θα καούν σίγουρα στην κόλαση.

Φυσικά, η Σταματία δεν θα είχε αυτήν την τόσο μεγάλη επιτυχία αν δεν είχε την Ελένη Ουζουνίδου να την υποδύεται με τόση πειστικότητα, τόσο πάθος, τόσο μπρίο, τόσο κέφι και διάθεση. Από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή και σιγομουρμούριζε, όπως ακριβώς κάνουν οι κυριούλες πίσω από τις κεντημένες κουρτίνες τους, μέχρι την τελευταία που χάθηκε μέσα στο αχνό φως ήταν σα να ξεκίνησες κουβέντα με την γλυκιά, ανύπαντρη κυρία της διπλανής πόρτας. Το άχαρο περπάτημα, οι απότομες και περίεργες κινήσεις ενός σώματος που δεν ξέρει τι θα πει θηλυκότητα, η τσιριχτή φωνή της σύγχυσης αλλά και ο χαμηλόφωνος, κουβεντιαστός τόνος σε σημεία εκμυστήρευσης, η τρελή κίνηση των ματιών συνέθεσαν μια Σταματία απολύτως ρεαλιστική, ανθρώπινη και πάνω απ’ όλα συμπαθητική. Έφτιαξαν στην ουσία τη Σταματία της διπλανής πόρτας.

Η αποφυγή της αρνητικά φορτισμένης έντασης με μικρές παύσεις στο λόγο ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον σκηνοθετικό εύρημα, αφού έδινε το χρόνο στο θεατή να μπει στο συναίσθημα χωρίς όμως να τον καταβάλλει και ταυτόχρονα γινόταν η άμεση εναλλαγή με το χιούμορ και το γέλιο, που πραγματικά βγαίνει αβίαστα. Όσο για το σκηνικό, νομίζω ότι σεμεδάκι ως σύμβολο απεικόνισε με τον καλύτερο τρόπο τις παλαιότερες γενιές των Ελληνίδων και τις νοοτροπίες που κεντιούνταν όχι στα σεμεδάκια, αλλά στις ψυχές και στο μυαλό των ανθρώπων.

Η «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» είναι μια παράσταση που «κεντάει» και πλέκει μαζί τη νοσταλγία, τη χαρά και τη συνειδητοποίηση ενός κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, που τελικά δεν απέχει πολύ από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP