ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ
ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ

"Οι δανειστές" του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ
Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης
Παίζουν: Συμεών Τσακίρης, Σοφία Μαραθάκη, Νέστωρ Κοψιδάς, Αλεξάνδρα Ντεληθέου
Συμπαραγωγή με την Πολιτιστική Εταιρεία KNOT

Στους Δανειστές του Σουηδού συγγραφέα August Strindberg χαρτογραφείται η διάλυση του γάμου της Θέκλας και του Άντολφ, όταν δέχονται μια απρόσμενη επίσκεψη από τον Γκούσταβ, τον πρώτο σύζυγο της Θέκλας. Με βασικό εργαλείο τρεις εξαιρετικά λεπτοδουλεμένους διαλόγους, ο συγγραφέας πλάθει ένα σύμπαν αστείρευτης βίας και μίσους που οδηγεί την Θέκλα και τον Άντολφ στην καταστροφή.

Οι Δανειστές είναι ένα έργο περί αμείλικτης εκδίκησης σε ένα τοπίο που ενώ φαντάζει ρεαλιστικό, δονείται υπόγεια από ψυχικές εντάσεις, παράδοξα σύμβολα και παρουσίες. Η παράσταση αποσκοπεί στην εξερεύνηση των ρεαλιστικών συμβάσεων του έργου και σε ένα «κλασσικό» ανέβασμα, που πλέον φαντάζει ουσιαστικά πειραματικό.


Συντελεστές

Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης
Βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Ντεληθέου
Σκηνικά και ηχητικό περιβάλλον: Αδριανός Ζαχαριάς
Κοστούμια: Μαργαρίτα Δοσούλα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Συμεών Τσακίρης, Σοφία Μαραθάκη, Νέστωρ Κοψιδάς, Αλεξάνδρα Ντεληθέου


Πού και πότε

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

από 21.12.2013 μέχρι 13.4.2014

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ

ΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 20/12/2013

Ο 35χρονος Θέμελης Γλυνάτσης, μετά το τέλος της Knot Gallery, που αποτέλεσε τη μόνιμη στέγη του και ένα αθηναϊκό ορόσημο της θεατρικής και μουσικής εγχώριας πρωτοπορίας, προσωρινά δένει άγκυρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, για να παρουσιάσει την εκδοχή του πάνω στους «Δανειστές» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (η πρεμιέρα αύριο).

Το σκηνοθέτη τον πρωτογνωρίσαμε το 2006 στην υπόγεια διάβαση του Πεδίου του Αρεως, με την παράσταση τού «Νύχτα μόλις πριν από τα δάση» του Μπερνάρ Μαρί Κολτές. «Είχα γυρίσει από την Αγγλία, δεν με ήξερε κανένας και δεν μου έδινε κανένας δουλειά. Και είπα θα την κάνω μόνος μου στο δρόμο», λέει. Κατόπιν, τον συναντήσαμε ξανά υπό τη στέγη του Απλού Θεάτρου, όπου ο Αντώνης Αντύπας του εμπιστεύτηκε τη «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του Κολτές. Τώρα, μας μιλάει για το «ξεμπρόστιασμα» της πολιτικής με τον «εξοντωμένο» νέο προϋπολογισμό για τον πολιτισμό («μια Πολιτεία που δεν χρηματοδοτεί τον πολιτισμό, την Παιδεία και την Υγεία αυτοαποκαλύπτεται για τα κίνητρά της», λέει) και τον «επικίνδυνο επαναπροσδιορισμό του λαϊκού» που επιχειρείται τελευταία από το Εθνικό Θέατρο.

- Από το 2010 η Knot Gallery ήταν ο χώρος στον οποίο δημιουργούσατε και είχατε επενδύσει καλλιτεχνικά. Πώς αισθάνεστε που δεν υπάρχει πια;

«Πένθος».

- Ηταν παράπλευρη απώλεια του νέου νόμου για τη χρήση γης;

«Όχι, προέκυψε ένα πολεοδομικό ζήτημα με τον ίδιο το χώρο. Δεν θα μπορούσαμε έτσι κι αλλιώς να βγάλουμε άδεια».

- Δεν μπήκατε με τους συνεργάτες σας στη λογική της αναζήτησης νέου χώρου;

«Όχι. Ήταν πολύ δύσκολο και επίπονο σπορ η συντήρησή του».

- Με την επιλογή των «Δανειστών» τι θέλετε να πείτε στο κοινό;

«Προσωπικά, με έχει τρομάξει αυτό το έργο. Οι τρεις χαρακτήρες του, που τους συνδέει μια ερωτική ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος, λένε συνεχώς ψέματα, ούτε καν μισή αλήθεια. Ανακατασκευάζουν το παρελθόν τους, ανακατασκευάζουν και το παρόν. Δεν υπάρχει τίποτα το αυθεντικό, κάτι που στην αρχή δεν υποπτεύεσαι καν γιατί "τρως" το παραμυθάκι του 19ου αιώνα. Η σκοπιμότητα της επιλογής του συγκεκριμένου κειμένου συνδέεται με το ότι πρέπει να απενοχοποιήσουμε λίγο το κλασικό».

Οι κώδικες

- Τι εννοείτε να «απενοχοποιήσουμε το κλασικό»;

«Έχουμε γίνει φοβικοί στο κλασικό και όποτε ανεβαίνει κλασικό έργο, πρέπει ο σκηνοθέτης ψυχαναγκαστικά να επιβάλει μια μεταμοντέρνα ανάγνωση και μια μεταμοντέρνα αισθητική. Το ότι συνέγραψε κάποιος το 19ο αιώνα ένα έργο απ' την αρχή μέχρι το τέλος φτιαγμένο από ψέματα είναι από μόνο του πρωτοπορία. Πρέπει απλώς να το ακούσεις, να ακούσεις τους κώδικές του και να τους αναδείξεις για να βγουν στο κοινό. Δεν χρειάζεται κάτι πιο μοντέρνο απ' την ακραία σύμβασή του, δηλαδή. Δεν χρειάζεται να το παίξουμε εμείς πιο ακραίοι».

- Ωστόσο, ο τίτλος «Δανειστές» μοιάζει να σχολιάζει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

«Ο Στρίντμπεργκ, από ένα σημείο και μετά, θεωρούσε ότι η ζωή είναι μια συναλλαγή. Κυρίως οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν πιστεύω ότι ο Στρίντμπεργκ πίστευε στην αγάπη, αν και, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Για μένα η αγάπη δεν είναι μόνο απλό συναίσθημα. Είναι και το πόσο ανοιχτός είσαι στο ερέθισμα που δέχεσαι από κάτι που δεν είσαι εσύ. Είναι τεράστιας σημασίας να είμαστε ανοιχτοί και να μπορούμε να αγαπάμε, ιδίως σήμερα».

- Μπολιάζετε την «ανάγνωση» του έργου με τις σκέψεις αυτές περί αγάπης;

«Ναι. Και αυτό που τελικά βλέπω να εξελίσσεται είναι η πιο κυνική παράστασή μου! Ο κυνισμός, που είναι τοξικός, δένει τους τρεις ήρωες. Κάτι που κι εμείς πρέπει να ελέγξουμε».

Η διδασκαλία

- Το τελευταίο διάστημα μοιραζόσασταν μεταξύ των απογευματινών προβών και της διδασκαλίας στο Deree, όπου παραδίδατε μαθήματα Ακαδημαϊκής Γραφής και Ερευνας...

«Και ήταν από τις ωραιότερες εμπειρίες της ζωής μου. Μ' αρέσει πολύ η διδασκαλία».

- Το κυρίως αντικείμενό σας, η Φιλοσοφία της Λογοτεχνίας, τροφοδοτεί την εργασία σας στο θέατρο;

«Με κάνει κατ' αρχάς καλύτερο αναγνώστη των κειμένων. Με κάνει επίσης πολύ καλύτερο αναγνώστη της σκηνής. Γενικότερα, στην Ελλάδα υπάρχει μια προκατάληψη από το θέατρο ενάντια στη θεωρία. Και είναι τεράστιο σφάλμα. Οι θεατράνθρωποι βλέπουν τη θεωρία ως κάτι νεκρό ενώ είναι από τα πιο ερωτικά κομμάτια της ανθρώπινης σκέψης. Γιατί η θεωρία κονταροχτυπιέται με την έννοια της απουσίας. Και αυτό είναι η αρχή του έρωτα».

- Στο context που ζούμε, το θέατρο τι ρόλο μπορεί να παίξει;

«Ο Αλέν Μπαντιού είχε πει ότι το θέατρο είναι η μοναδική τέχνη που έχει σχέση με την πολιτική, ακριβώς γιατί συμβαίνει σε παρόντα χρόνο και απευθύνεται σε κοινό - δεν εννοεί ότι το θέατρο πρέπει να είναι πολιτικοποιημένο. Τι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κάνει το θέατρο; Να διδάξει. Τι; Θα σας φανεί αστείο: υπομονή. Το κοινό είναι φοβερά ανυπόμονο. Περιμένει να αποκωδικοποιήσει κείμενα, παραστάσεις, σκηνοθεσίες, αισθητικές, μουσικές επιλογές από το πρώτο 10λεπτο. Αυτό δεν γίνεται. Το θέατρο είναι εξέλιξη της -κοινωνικής/σωματικής- γλώσσας στο χρόνο και στο χώρο. Είναι εξέλιξη. Δεν μπορούμε από το πρώτο τέταρτο να καταλήξουμε. Υπάρχει μια μανία με το που πάμε στο θέατρο να το φορμάρουμε κάνοντάς το ένα προϊόν που μας θυμίζει άλλα προϊόντα για να το βάλουμε στη βιβλιοθήκη των καλλιτεχνικών μας εμπειριών, ώστε να το δεσμεύσουμε. Κάνουμε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε. Προσωπικά, με ενδιαφέρει να κάνω το κοινό -καμιά φορά άτσαλα και βίαια- να βιδωθεί στη θέση του και να αφεθεί στη βραδύτητα. Γιατί στη βραδύτητα παρακολουθείς τα «σπασίματα» στο συναίσθημα. Και αυτό θέλει υπομονή και σκέψη. Εμείς, όμως, έχουμε ξεχάσει και να σκεφτόμαστε».

- Περιγράψατε τι πρέπει να κάνει το θέατρο. Εχετε άποψη για ένα Εθνικό Θέατρο;

«Το Εθνικό Θέατρο παίζει σήμερα, κατά τη γνώμη μου, έναν πάρα πολύ επικίνδυνο επαναπροσδιορισμό του λαϊκού. Είναι φοβερά παραπλανητικό να βάζεις ταμπέλα στο πρότζεκτ ενός Εθνικού Θεάτρου «λαϊκό» ή «ελιτίστικο». Το Εθνικό πρέπει να είναι ο βασικός τόπος ενός εξαιρετικού πειραματισμού, της σκέψης και του σπάσιμου των ορίων, ρίσκα με τα οποία δεν θα πάθουμε κάτι. Δεν θα πεθάνει κανείς. Δεν ασχολούμαστε με πυρηνικούς αντιδραστήρες. Δεν έχουμε περιθώρια άλλα για εύκολες λύσεις και παραστάσεις που φαντάζουν λαϊκές».

Τα λουκέτα

- Υπήρξατε από τους πρωτεργάτες των επιτροπών που εργάστηκαν για τη σύνταξη του νέου σχεδίου νόμου για τα θέατρα. Αναρωτιέται κάποιος γιατί ενώ ο νόμος οδεύει για την ψήφισή του, ανακινήθηκε το ζήτημα των λουκέτων.

«Από τη στιγμή που ξεκίνησε αυτή η ιστορία, όλοι αναζήτησαν μια αφήγηση για το ποιος φταίει. Κι εγώ μπήκα στη διαδικασία. Με τη διαφορά ότι αυτή η αφήγηση κρύβει το βασικό κίνητρο. Που είναι ότι η Πολιτεία εδώ και πολύ καιρό απαξιώνει τον πολιτισμό. Δεν είναι απλώς ενόχληση, είναι σύμπτωμα της πολιτικής κρίσης. Όταν η πολιτική θεωρεί τον πολιτισμό πολυτέλεια, έχουμε πρόβλημα στη σύσταση της πολιτικής. Ο πολιτισμός έχει δημιουργήσει την πολιτική. Δεν ξέρω εν τέλει ποιος ξεκίνησε την ιστορία με τα λουκέτα, αλλά ξέρω ότι είναι χυδαίο να αντιμετωπίζουν τον πολιτισμό ως πολυτέλεια».

- Την επίσημη πολιτική, έτσι όπως εκφράζεται από τους κυβερνώντες μέχρι τον πρόσφατα συλληφθέντα κ. Λιάπη, πώς θα την περιγράφατε;

«Θρασύδειλη, ανεκπαίδευτη, πολλές φορές χυδαία, με έλλειψη λεπτότητας και κοινωνικής ευθύνης. Άσχημα τα πράγματα! Πολύ άσχημα! Η πολιτική που ζούμε, σε παγκόσμιο και σε εγχώριο επίπεδο, είναι βίαιη. Η δε ρητορική της κρίσης έχει καταφέρει να αποσυναρμολογήσει την έννοια του πολίτη. Του αφαιρούν τη δουλειά, το μισθό, τώρα σκέφτονται να του πάρουν το πρώτο του σπίτι. Έχει δημιουργηθεί μια φοβία ότι πάντα χρωστάς και πάντα είσαι υπόλογος ενώπιον του νόμου. Αυτά είναι βιαιότητα».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Γιώργος Σμυρνής, monopoli.gr, 17/02/2014

Για την οικονομία  και για τα χρέη του έρωτα και για δάνεια που δεν είναι χρηματικά, αλλά ψυχολογικά και συναισθηματικά μιλούν οι «Δανειστές» του Στρίντμπεργκ. Το έργο αυτό ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Ο όρος «Δανειστές» στο έργο του Στρίντμπεργκ χρησιμοποιείται μεταφορικά. Είναι ένα έργο για τις σχέσεις των φύλων και τα ερωτικά πάθη και δεν έχει καμία σχέση με την οικονομία. Αυτοί που δανείζουν και που δανείζονται είναι τα δύο πρόσωπα ενός αντρόγυνου. Φυσικά, επειδή είναι έργο του Στρίντμπεργκ, ο οποίος δεν συμπαθούσε πολύ τις γυναίκες, η γυναίκα τελικά αποδεικνύεται ότι χρωστάει στον άντρα, παρά το αντίθετο. 

Η υπόθεση του έργου είναι χτισμένη πάνω σε μια πολύ δυνατή ανατροπή. Μιλάει για την προβληματική σχέση ενός παντρεμένου ζευγαριού. Η γυναίκα είχε χωρίσει τον πρώτο άντρα της και ξαναπαντρεύτηκε έναν αδύναμο ψυχολογικά ζωγράφο. Ο ζωγράφος, ο οποίος υπεραγαπούσε τη γυναίκα του, αρχίζει να τη βλέπει διαφορετικά, επιρρεασμένος από ένα φίλο του. 

Τα περισσότερα έργα του Στρίντμπεργκ μιλάνε για την πάλη των φύλων. Όπως γράφει ο Άγγελος Τερζάκης, ο σουηδός δραματουργός «έβλεπε στην πάλη άντρα - γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, που παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου». Αυτή η αναμέτρηση υπάρχει κι εδώ. Και τα όπλα που χρησιμοποιεί ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές του δράματος- άντρας- για να πλήξει τη γυναίκα και να την εκδικηθεί είναι πραγματικά αδυσώπητα. Παμπόνηρος και σκληρός δολοπλόκος σαν τον Ιάγο είναι αυτός ο πρωταγωνιστής του Στρίντμπεργκ, μόνο που εκδικείται γιατί τον πόνεσε ο έρωτας. 

Το έργο δημοσιεύθηκε το 1889 και θεωρείται ένα από τα πιο δυνατά έργα του συγγραφέα. Ο ίδιος ο Στίντμπεργκ μάλιστα το 1892 το χαρακτήρισε ως το πιο ώριμο έργο του. Και δικαιώς. Παρά την όποια προκατάληψη μπορεί να διακρίνει κανείς εις βάρος των γυναικών, είναι εξαιρετικά καλογραμμένο. Έχει απλή πλοκή, με μια εντυπωσιακή χρήση της ανατροπής, ενώ οι δυναμικές στις σχέσεις μεταξύ των τριών χαρακτήρων αναπτύσσονται εντυπωσιακά. Ο λόγος είναι υψηλού επιπέδου, αλλά κυρίως η διεισδυτικότητα είναι αυτή που εντυπωσιάζει, καθώς η ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων είναι αριστουργηματική. 

Η δύναμη της παράστασης βασίζεται πολύ στην υψηλή ποιότητα του κειμένου. Πρόκειται για ένα θέατρο λόγου και κυρίως διαλόγου. Οι χαρακτήρες είναι στατικοί, καθώς δεν υπάρχει ιδιαίτερη δράση. Η απλή, αλλά αισθητικά ποιοτική σκηνογραφία, χρησιμοποιεί την σκιά με έναν αφαιρετικό τρόπο. Ένα απλό δωμάτιο, με ένα μικρό τραπέζι και μερικές καρέκλες. Και πίσω του τοίχοι σαν διάφανα παραβάν εμφανίζουν την σκιά της γυναίκας ή του άντρα, με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπογραμμίζονται στοιχεία της ψυχολογίας των ηρώων του έργου. 

Οι ηθοποιοί είναι πολύ καλοί σε αυτού του είδους το θέατρο. Μου άρεσε εξαιρετικά ο Συμεών Τσακίρης, ο οποίος ερμηνεύει τον πιο σκληρό άνθρωπο του έργου, τον Γκούσταβ. Έχει μια κυνική απάθεια και μια ανώτερη νοημοσύνη αφοσιωμένη μόνο στην εκδίκηση, αλλά από μέσα του βράζει. Κι αυτό κάποιες στιγμές ξεσπάει, με έναν πολύ πειστικό τρόπο. Κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί όμως είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους. 

Γενικά, οι Δανειστές είναι ένα πολύ δυνατό έργο του Στρίντμπεργκ, που διεισδύει σε μεγάλα ψυχολογικά βάθη. Χάρη στις αξιόλογες ερμηνείες, την ενδιαφέρουσα σκηνογραφία και την αποτελεσματική σκηνοθεσία, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική πρόταση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Χαρά Κιούση, Cosmo.gr, 05/01/2014

Η γιορταστική ατμόσφαιρα στο θέατρο και η μεγάλη ουρά στο ταμείο προξενούν μια νότα αισιοδοξίας στην οδό Θαρύπου και Αντισθένους... Στον Κάτω Χώρο, «οι Δανειστές» ζητάνε και παίρνουν πίσω τα δικά τους ψυχικά δάνεια, πιστώσεις μιας ζωής, δίχως κάποια εγγύηση παροχής υπέρ του πιστωτή. Στο έργο που θεωρείται το καλύτερο νατουραλιστικό του συγγραφέα, ό ίδιος "δούλεψε πάνω στους τρεις ήρωες όπως θα δούλευε  ένας ανατόμος πάνω σε νεκρά σώματα, ανατέμνοντας με μιαν αυστηρή μέθοδο, προσωπικά συναισθήματα και νευρικές ευαισθησίες". Είναι ένα δράμα με μια μόνο σκηνή με τρία πρόσωπα, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες, που διαδραματίζεται σε μια κλειστή βεράντα ενός παραθαλάσσιου ξενοδοχείου.

Ο Άντολφ τύπος μηδαμινός που τον απομύζησε η γυναίκα του Θέκλα (πολυγαμική, ασήμαντη και κουτή που ζει παρασιτικά εις βάρος του και τον εξουθενώνει ψυχικά) δέχεται επίσκεψη του εκδικητή Γκούσταβ. "Ένα σιδερένιο πνεύμα, ένας υπεράνθρωπος χωρίς συναισθήματα ", πρώην σύζυγος της γυναίκας, που έχει θιγεί το κύρος του ανεπανόρθωτα από την προδοσία της. Κι επειδή ο Άντολφ ευθύνεται για την διάλυση εκείνου του γάμου θα υποστεί την εκδίκηση του Γκούσταβ, που καταφεύγει στον υπνωτισμό για να προκαλέσει στο θύμα του επιληπτική κρίση.

Η σκηνοθετική επιλογή θεωρώ ότι είναι ανίσχυρη μπροστά στην πολυσήμαντη δραματουργική επινόηση. Η πυκνότητα των διαλόγων, οι μεταπτώσεις των συναισθημάτων, η εκδίκηση που εξουθενώνει τον τιμωρό, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών, ο επίπονος εξευτελισμός, όλα κινούνται στον ίδιο τόνο, με ελάχιστες εξάρσεις ύφους. Ωστόσο η παράσταση είναι αξιοπρεπής κι εντυπωσιάζει το «ασθμαίνον μίσος, που δεν αμβλύνεται ούτε στις τελευταίες φράσεις». Μια ψυχρή καλοδιάθετη δολοφονία ψυχών με το γάντι, με προσέγγιση αντικειμενική δίχως να κρίνει και να καταδικάζει κάποιον από τους ήρωες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
Δημήτρης Τσατσούλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 14/03/2014

**Με απόλυτη σκηνική λιτότητα και έμφαση στη διδασκαλία και εκφορά του λόγου, με όλες τις καθοριστικές για τη διαγραφή των προσώπων ηχοδιακυμάνσεις του, σκηνοθέτησε ο Θέμελης Γλυνάτσης τους «Δανειστές» (1888) του Σουηδού κλασικού συγγραφέα Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912). Έργο που έχει χαρακτηριστεί ότι δεν εμπίπτει στα αμιγώς νατουραλιστικά αυτής της συγγραφικής εποχής του συγγραφέα του έργα, όπως άλλωστε και ο «Πατέρας» ή η «Δεσποινίς Τζούλια».

Διαφανή παραβάν, που δημιουργούν στο κέντρο εσοχή τόση ώστε να χωρούν ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, συνιστούν το κλειστοφοβικό σκηνικό (Αδριανός Ζαχαριάς) της παράστασης, ενώ στα οριζόντια πλάγιά τους (που υπονοούν άλλα δωμάτια ενοίκων ή αντίθετα που τονίζουν το φαντασιακό) κινείται νωχελικά ως σε θέατρο σκιών η αισθησιακή φιγούρα της Αλεξάνδρας Ντεληθέου.

Παρ’ όλο που το έργο διαγράφει τη διάλυση του γάμου της Θέκλας και του Άντολφ όταν εισβάλλει ύπουλα στη ζωή τους ο πρώην σύζυγος της Θέκλας, Γκούσταβ, οι ανά ζεύγη συνευρέσεις των τριών προσώπων διεξάγονται χαμηλότονα, επιτρέποντας στους τρεις ηθοποιούς να ξετυλίξουν εσώτερες διαδικασίες των προσώπων, αλλά και τη δική τους πλήρως ελεγχόμενη υποκριτική τεχνική.

Με αισθητικά άψογα κοστούμια που παραπέμπουν αμυδρά σε εποχή της Μαργαρίτας Δοσούλα και φωτισμένοι υποβλητικά από τη Μελίνα Μάσχα, οι τρεις ηθοποιοί , Σοφία Μαραθάκη, Συμεών Τσακίρης και, κυρίως, ο Νέστωρ Κοψιδάς στο ρόλο του εισβολέα, καταθέτουν αξιόλογες ερμηνείες, χωρίς εντάσεις, περισσότερο με μια αποστασιοποίηση που βοηθά να ακούγεται ολοκάθαρος ο λόγος και οι σημάνσεις του.

Μια προσεκτική, καλοδουλεμένη δουλειά του Θέμελη Γλυνάτση, που υπηρετεί σταθερά με συνέπεια ένα θέατρο λόγου, χωρίς ούτε στιγμή να το καθιστά μονότονο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΛΙΓΟΤΕΡΑ
TOP